x

Ζητούνται νέοι κώδικες επικοινωνίας

Πόσο μπορεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της Επικοινωνίας η σύγχρονη πραγματικότητα, στην οποία οι άνθρωποι μιλούν και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ολοένα και λιγότερο; Το ερώτημα είναι ουσιαστικό και η απάντηση δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε μονοδιάστατη. Ξεκινώντας από τα στατιστικά στοιχεία των ερευνών, διαπιστώνει κανείς ότι το πρόβλημα εντείνεται. Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο της Wall Street Journal, o χρόνος συνομιλίας των ανθρώπων μεταξύ τους έχει μειωθεί 30% τα τελευταία χρόνια. Το στοιχείο αυτό προκύπτει από μελέτες των Πανεπιστημίων του Μιζούρι και της Αριζόνα, που μέτρησαν ότι το 2005 οι άνθρωποι έλεγαν περίπου 16.632 λέξεις την ημέρα, ενώ το 2019 ο αριθμός τους έπεσε στις 11.900 λέξεις. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι μέσα σε ένα χρόνο κάθε άνθρωπος έλεγε το 2019, 120.000 λέξεις λιγότερες απ’ ότι 20 χρόνια πριν. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι σήμερα, εν έτει 2026 και δεδομένου ότι η ανθρωπότητα πέρασε μια μακροχρόνια πανδημία, ενώ βιώνει και την ταχύτατη διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη απ’ ό,τι το 2019.

Από την άλλη, η αυξημένη έκθεση στην ψηφιακή τεχνολογία δυσχεραίνει τη συγκέντρωση του ανθρώπινου εγκεφάλου, γεγονός που δυσκολεύει τη διεξαγωγή μιας συνομιλίας. Η απομόνωση των ανθρώπων, την οποία εντείνει το διαδίκτυο, θα εξελιχθεί σε μεγαλύτερο πρόβλημα, σύμφωνα με τους ψυχολόγους και θα δυσχεράνει περαιτέρω τις επικοινωνιακές δυνατότητες των ανθρώπων.

«Η ομιλία απαιτεί να προσέχετε τι λέει ο συνομιλητής σας, να διαμορφώνετε μια απάντηση και να ελέγχετε τις σωματικές σας αντιδράσεις και όλα αυτά μέσα σε περίπου 200 χιλιοστά του δευτερολέπτου», αναφέρει στο άρθρο της στη WSJ η Βαλέρια Φάιφερ, Επίκουρη Καθηγήτρια Ψυχολογίας και Συμβουλευτικής του Πανεπιστημίου του Μιζούρι.

«Η συνομιλία με άλλους ανθρώπους καλλιεργεί δεξιότητες, όπως να μαθαίνει κανείς πότε πρέπει να μιλήσει και πότε όχι – και πώς να παρεμβαίνει στη συζήτηση», καταλήγει η ίδια. Σκεφθείτε, ακόμα και η καθιέρωση στα super markets ταμείων χωρίς ταμίες οδηγεί σε λιγότερες ευκαιρίες για συζήτηση.

Τι κοινωνίες όμως μπορούν να διαμορφωθούν με τα δεδομένα αυτά; Πόσο αισιόδοξοι μπορούμε να είμαστε για την εξέλιξη της ανθρώπινης ευφυίας, όταν πλέον αυτή επαφίεται στην ΤΝ και ο ανθρώπινος εγκέφαλος «τεμπελιάζει»; Ας σκεφτούμε τη βία που εντείνεται διαρκώς γύρω μας και ίσως αντιληφθούμε ότι η έλλειψη δεξιοτήτων – αλλά και διάθεσης – επικοινωνίας είναι ένας βασικός παράγοντας που την καλλιεργεί. Αναμφίβολα, η πραγματικότητα αυτή συνιστά μια μεγάλη πρόκληση για τον κλάδο της Επικοινωνίας. Η ανακάλυψη και καλλιέργεια νέων τεχνικών αλληλεπίδρασης και νέων κωδίκων επικοινωνίας με τους καταναλωτές συνιστά μονόδρομο, ώστε το marketing να βρίσκει ευήκοα ώτα σε ανθρώπους που βιώνουν τόσο καίριες προκλήσεις.

«Φτιαγμένο από άνθρωπο»

Η ορθολογική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης αναδεικνύεται η μεγαλύτερη πρόκληση για το marketing το 2026, όπως αποτυπώνεται σε όλες τις διεθνείς έρευνες των τελευταίων μηνών. Η ΤΝ έχει κατακλύσει κάθε έκφανση της Επικοινωνίας, απειλώντας την ανθρώπινη δημιουργικότητα, η οποία πρέπει να παραμείνει ισχυρή και πρωτεύον ζητούμενο.

Αυτό δεν θα είναι καθόλου εύκολο, ειδικά από τη στιγμή που δεν υπάρχει ξεκάθαρο και καθολικά αποδεκτό θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο για τη χρήση της. Η ΤΝ έχει διεισδύσει βίαια στα social media, στα Mέσα Eνημέρωσης, στα βίντεο και στις διαφημίσεις, καθιστώντας δυσδιάκριτα τα όρια της πραγματικότητας με τη φαντασία. Σε πρόσφατο άρθρο στην ιστοσελίδα του, το CNN καταγράφει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον περιστατικό, που αν μη τι άλλο, δείχνει το μέγεθος του προβλήματος.

Ο αμερικανικός όμιλος iHeartMedia, που θεωρείται από τους κορυφαίους στον χώρο του ραδιοφώνου και του podcasting, κυκλοφόρησε ένα διαφημιστικό μήνυμα με τίτλο «Φτιαγμένο από άνθρωπο», δίνοντας την υπόσχεση στους χρήστες ότι δεν θα χρησιμοποιεί «προσωπικότητες που δημιουργούνται από τεχνητή νοημοσύνη», ούτε θα αναπαράγει μουσική που δημιουργείται με αυτό τον τρόπο. Μάλιστα, έρευνα της ίδιας εταιρείας διαπίστωσε ότι το 90% των ακροατών της -ακόμη και εκείνων που χρησιμοποιούν οι ίδιοι εργαλεία ΤΝ- θέλουν το μιντιακό προϊόν που απολαμβάνουν να έχει δημιουργηθεί από ανθρώπους.

Θα μπορούσε άραγε μια τέτοια «ηθική δέσμευση» να υπάρξει και για τον κλάδο του marketing; Δύσκολο, από τη στιγμή που η ΤΝ μπορεί να δώσει ευρηματικές λύσεις, άμεσες και με λιγότερο κόστος. Άραγε οι καταναλωτές-στόχος του marketing, θα ήθελαν να προσεγγίζονται μέσω ΤΝ; Αν αντιλαμβάνονταν ότι η προσέγγισή τους είναι προϊόν ΤΝ και όχι ανθρώπινης δημιουργικότητας, ποια θα ήταν η αντίδρασή τους; Μήπως το διαφημιστικό μήνυμα να μην είχε την ίδια επίδραση πάνω τους εάν αντιλαμβάνονταν ότι ήταν δημιουργία μιας «μηχανής»;

Προσωπική μου γνώμη είναι ότι δεν θα καλοδέχονταν μια τέτοια προσέγγιση, όσο ευρηματική και εάν είναι. Ο καταναλωτής δεν θέλει τυποποιημένα μηνύματα, απαιτεί να είναι στο κέντρο της προσοχής από τους ανθρώπους του marketing, καθώς μόνο έτσι αισθάνεται μοναδικός και «απορροφά» πιο εύκολα το μήνυμα. Και είναι παράδοξο ότι τόσο η εξατομίκευση της εμπειρίας του, όσο και η εκτέλεση διαφημιστικών καμπανιών είναι οι δύο τομείς που η ΤΝ χρησιμοποιείται περισσότερο. Προφανώς αυτό είναι ζήτημα που πρέπει να λυθεί. Σαφώς και η ΤΝ θα πρέπει να αξιοποιηθεί. Ωστόσο αποτελεί «ευχή και κατάρα» για το marketing, καθώς ο άνθρωπος θα κάνει πάντα τη διαφορά. Και εδώ είναι η δυσκολία, να βρεθεί το κατάλληλο μείγμα. Ιδού η Ρόδος…

Από το SEO στο ΑΕΟ

H συζήτηση για το ΑΙ έχει ανοίξει εδώ και πολύ καιρό και θα συνεχίσει να μας απασχολεί σταθερά, αφού η επιρροή του σε κάθε έκφανση της κοινωνικής και επαγγελματικής ζωής, ξεπερνά πλέον ό,τι μπορεί να είχαμε σκεφθεί.

Αν εστιάσουμε στο marketing, θα διαπιστώσουμε μια μεγάλη αντίφαση. Eνώ η πλειοψηφία των marketers το έχει – ή λέει ότι το έχει – εντάξει στην καθημερινότητά του, δεν μπορεί να το αξιοποιήσει με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καταναλωτών. Η 10η έκθεση «State of Marketing» της Salesforce αποτυπώνει την πραγματικότητα αυτή, δείχνοντας ότι οι προκλήσεις είναι μπροστά.

Όπως επισημαίνει, ενώ το 75% των marketers έχει εντάξει το ΑΙ στη στρατηγική του, το 84% εξακολουθεί να εκτελεί generic καμπάνιες, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην προσωποποιημένη προσέγγιση των καταναλωτών, αδυνατώντας να αξιοποιήσει τα δεδομένα των πελατών, εξαιτίας του κατακερματισμού τους.

H συγκεκριμένη έρευνα διεξήχθη σε 4.450 ηγετικά στελέχη marketing και δείχνει ότι το 69% αυτών δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην παραπάνω ανάγκη επειδή δεν δύναται να αξιοποιήσει τα δεδομένα που έχει στη διάθεσή του. Το 78% των συμμετεχόντων στην έρευνα δηλώνει δε, ότι χρειάζεται περισσότερο προσωποποιημένο περιεχόμενο από αυτό που μπορεί να παράγει, ενώ το 75% προσπαθεί να αξιοποιήσει το ΑΙ για να καλύψει το κενό αυτό. Μελετώντας κανείς την έρευνα, εύκολα διαπιστώνει ότι η διαφορά δεν βρίσκεται στα διαθέσιμα εργαλεία, αφού πλέον όλοι έχουν πρόσβαση στα ίδια μοντέλα ΑΙ, αλλά στο πόσο καλά αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν από marketers και επιχειρήσεις.

Και εδώ η λύση έρχεται από το agentic marketing, το οποίο αξιοποιεί αυτόνομα συστήματα ΑΙ που μπορούν να σχεδιάζουν και να υλοποιούν ενέργειες με μικρή ή καθόλου ανθρώπινη παρέμβαση. Διαπίστωση που όσο και εάν εντυπωσιάζει, ταυτόχρονα κρύβει μέσα της και έναν φόβο για τα όρια των δυνατοτήτων που προσφέρει. Όπως κι αν έχει όμως, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Το ΑΙ έχει αλλάξει τον τρόπο που οι καταναλωτές αναζητούν πληροφορίες για προϊόντα και υπηρεσίες, ενώ σχεδόν το 50% των αναζητήσεών τους στο Google εμφανίζει ΑΙ-generated summaries (περιλήψεις), παρακάμπτοντας τις ιστοσελίδες των brands. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι έχουν αλλάξει τα δεδομένα για το SEO, κάτι που έχει αντιληφθεί το 88% των marketers που συμμετείχαν στην έρευνα της Salesforce, το οποίο δηλώνει ότι έχει ήδη ξεκινήσει τη βελτιστοποίηση για ΑΕΟ (Answer Engine Optimization), δηλαδή για απαντήσεις που παράγονται από εργαλεία και εφαρμογές ΑΙ, όπως είναι το ChatGPT και το Google AI Overview. Πόσο έτοιμοι όμως είμαστε γι’ αυτή τη μετάβαση;

Από το digital fatigue στο endowment effect

Νέες έρευνες που είδαν το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι τελικά η μάχη του έντυπου Τύπου έναντι του ηλεκτρονικού και δη του διαδικτυακού, μπορεί και να μην έχει χαθεί. Μία από αυτές, που έρχεται από τις ΗΠΑ, δείχνει ότι το 73% των καταναλωτών έχουν «μπουκώσει» από την ψηφιακή διαφήμιση, κάτι μάλλον αναμενόμενο εάν σκεφθεί κανείς ότι η καθημερινή μας έκθεση σε πληροφορίες ισοδυναμεί με το περιεχόμενο 174 εφημερίδων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος τα τελευταία χρόνια επεξεργάζεται καθημερινά 100GB πληροφορίας και «καταναλώνει» 105.000 λέξεις μέσω οθονών, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 200 με 300 σελίδες εφημερίδων κάθε μέρα.

Η πραγματικότητα αυτή, σύμφωνα με τους ειδικούς, έχει οδηγήσει στο φαινόμενο του «digital fatigue», μια μορφή πνευματικής και συναισθηματικής κόπωσης, η οποία προκαλείται από τη συνεχή παραμονή σε online περιβάλλον, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε άγχος και μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης. Οι ίδιες έρευνες δείχνουν ότι μπορεί η οθόνη να ευνοεί την ταχύτητα της ανάγνωσης, ωστόσο αποδυναμώνει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, το βάθος της κατανόησης αυτών που διαβάζουμε. Από την άλλη, το ξεφύλλισμα των σελίδων δημιουργεί το λεγόμενο «endowment effect» και αυξάνει υποσυνείδητα την αξία που αποδίδουμε στο περιεχόμενο που διαβάζουμε. Σύμφωνα με Αμερικανούς νευροεπιστήμονες, η πληροφορία στο χαρτί συγκρατείται έως και 70% καλύτερα και απαιτεί 21% λιγότερη γνωστική προσπάθεια σε σχέση με το ψηφιακό περιεχόμενο. Όπως αναφέρει ανάλυση του Business Week, το έντυπο έχει μετατραπεί σε αγαθό κύρους, «ενώ σε μια αγορά που η ψηφιακή διαφήμιση υποφέρει από δυσπιστία, το χαρτί προσφέρει επενδυτική απόδοση που ακόμα και σε χαλεπούς καιρούς αγγίζει το 112%».

Η Wall Street Journal, η μεγαλύτερη σε έντυπη κυκλοφορία, εφημερίδα στις ΗΠΑ διατηρεί σήμερα περισσότερους από 412.000 αναγνώστες και όπως φάνηκε από σχετική έρευνα, το κοινό της γνωρίζει καλά ότι «η πληροφορία που μπορείς να πιάσεις στα χέρια σου έχει άλλο ειδικό βάρος». Παρά τη φθορά των δύο τελευταίων δεκαετιών, η αξία της παγκόσμιας αγοράς εκδόσεων υπολογίζεται σε 202 δισ. δολάρια και η τάση είναι ανοδική. Η επιμονή στο χαρτί μεγάλων εφημερίδων και περιοδικών, όπως είναι οι New York Times, Financial Times, Economist, Time, Vice, κ.ά. δείχνει να επιβραβεύεται, ενώ ήδη έχει ανακοινωθεί και η έντυπη επιστροφή του εμβληματικού περιοδικού Life, που είχε διακοπεί το 2000.

To χαρτί βέβαια δεν θα επιστρέψει στις ένδοξες εποχές του. Θα παραμείνει ωστόσο ζωντανό για να θυμίζει ότι η σκέψη χρειάζεται χρόνο και η ανάγνωση συγκέντρωση και σιωπή.

Dynamic Adaptability

Σε μια εποχή όπου τα ερεθίσματα που δέχεται ο καταναλωτής καθημερινά, δοκιμάζουν τα όρια της μνήμης του – τα περισσότερα δεν προλαβαίνει καν να τα επεξεργαστεί -, το brand loyalty δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο. Αν μάλιστα στην εξίσωση προσθέσει κανείς και το ζήτημα της διαρκούς ανόδου των τιμών, το οποίο εξελίσσεται σε βραχνά για τα τμήματα πωλήσεων και marketing, τότε η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο επιβαρυντική για τα επώνυμα brands.

Και έρχεται η νέα παγκόσμια έρευνα, «Meaningful Brands 2025» της Havas, η οποία διεξήχθη σε βάση 450.000 καταναλωτών, για να δείξει ότι το πρόβλημα είναι πλέον εκρηκτικό. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει το γεγονός ότι, σύμφωνα με αυτή, μόνο το 3% των brands θεωρούνται πραγματικά ζωτικής σημασίας για τους καταναλωτές, ενώ 7 στους 10 δηλώνουν ότι δεν θα τους έλειπε καθόλου εάν κάποιο έπαυε να υπάρχει. Είναι ξεκάθαρο ότι η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στα brands έχει υποχωρήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό, καθιστώντας εν αμφιβόλω ακόμα και την ύπαρξή τους. Το 69% των καταναλωτών που συμμετείχαν στην έρευνα της Havas δηλώνουν ότι αλλάζουν brands αμέσως αν βρουν πιο οικονομική ή πιο βολική επιλογή, ενώ το 41% αποκαλύπτουν ότι θα μοιραστούν άμεσα στα social media μία αρνητική εμπειρία με ένα brand. Aπό την άλλη – και εδώ κρύβεται μια ακόμα πρόκληση για τα brands -, περισσότεροι από τους μισούς καταναλωτές έχουν σταματήσει να αγοράζουν brands τα οποία δεν ευθυγραμμίζονται με τις δικές τους αξίες.

H έρευνα ωστόσο δεν στέκεται απλά στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά προχωρεί και σε πρόταση. Kι αυτή είναι η επένδυση στο λεγόμενο «Dynamic Adaptability», δηλαδή «στη δυναμική προσαρμοστικότητα ενός brand να κατανοεί την αλλαγή, να αντιδρά με ταχύτητα και να εξελίσσεται με ουσιαστικό τρόπο, όχι μόνο στο τι λέει ή πουλάει αυτό, αλλά και στον τρόπο που είναι παρόν στη ζωή των ανθρώπων». Προχωρώντας δε ένα βήμα παραπέρα, δίνει και τα 4 χαρακτηριστικά που πρέπει να έχουν τα δυναμικά προσαρμοστικά brands, προσφέροντας τροφή για σκέψη σε marketers και διαφημιστές. Κι αυτά είναι η ερμηνευτική ευφυΐα, η ανθεκτικότητα, η αυθεντική δράση και η ευρεία κάλυψη συνδυασμένη με την στοχευμένη υπεραπόδοση. Το πιο ανησυχητικό ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα, είναι το γεγονός ότι μόλις το 13% των brands μπορούν να χαρακτηριστούν ως πραγματικά δυναμικά. Άρα ο δρόμος είναι μακρύς και η δουλειά που πρέπει να γίνει σημαντική και πολυεπίπεδη. Διαφορετικά η κατάληξη δεν θα είναι απλά η καθήλωση των brands, αλλά η μη επιβίωσή τους.

«Ήταν ένα καλό μάθημα»…

Η ανησυχία -και- του κλάδου της Επικοινωνίας για την ταχύτατη διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) είναι μεγάλη και κορυφώνεται όσο προκύπτουν γεγονότα που την επιβεβαιώνουν. Ένα τρανταχτό παράδειγμα ήρθε, πρόσφατα, από την Ολλανδία και τη χιουμοριστική χριστουγεννιάτικη διαφήμιση της McDonald’s, η οποία προκάλεσε τόσο έντονες αντιδράσεις, κυρίως στα social media, που ανάγκασαν τη διαφημιστική εταιρεία που τη δημιούργησε, την ΤΒWA/Neboco, να την αποσύρει. Αιτία; Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.

Η διαφήμιση είχε τίτλο «Η χειρότερη εποχή του χρόνου» και παραφράζοντας το διάσημο κλασικό χριστουγεννιάτικο τραγούδι του 1963, με τίτλο «It’s the most wonderful time of the year», παρουσίαζε, υποθετικά ευτράπελα ατυχήματα και αναποδιές που θα μπορούσαν να συμβούν κατά τη διάρκεια των γιορτών των Χριστουγέννων, με στόχο να πείσει τους καταναλωτές ότι για να τα αποφύγουν, θα ήταν καλύτερα να επισκεφθούν ένα εστιατόριο της γνωστής αλυσίδας. Το σενάριο, με χρήση τεχνητής νοημοσύνης, παρουσιάζει τον Άγιο Βασίλη παγιδευμένο σε μποτιλιάρισμα, έναν ποδηλάτη φορτωμένο με χριστουγεννιάτικα δώρα να γλιστράει στο χιόνι, ένα χριστουγεννιάτικο δένδρο που πιάνει φωτιά μετά από βραχυκύκλωμα στα λαμπάκια του και γενικά ένα χριστουγεννιάτικο χάος, όπου τίποτα δεν πάει καλά. Οι αντιδράσεις ξεκίνησαν από την πρώτη στιγμή της προβολής της και οι πολέμιοί της τη χαρακτήριζαν αποκρουστική, ανατριχιαστική, με κακό χιούμορ, αλλά και πρόχειρο μοντάζ. Τα περισσότερα σχόλια εστίαζαν στην ατυχή χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία, όπως έλεγαν, θα οδηγήσει σε μεγάλες απώλειες θέσεων εργασίας στον κλάδο της διαφήμισης.

To αποτέλεσμα ήταν η διαφήμιση που δημοσιεύθηκε σε πρώτη φάση στο κανάλι YouTube της McDonald’s Ολλανδίας, στις 6 Δεκεμβρίου, να αποσυρθεί άμεσα. Μάλιστα, όπως ανέφερε το ΒΒC, εκπρόσωποι της αμερικανικής εταιρείας παραγωγής Τhe Sweetshop, που υλοποίησε το τηλεοπτικό σποτ, δήλωσαν ότι από τη συγκεκριμένη διαφήμιση πήραν ένα καλό μάθημα στο πλαίσιο της προσπάθειάς τους να ανακαλύψουν νέους τρόπους αποτελεσματικής αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης. Βέβαια, η Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρείας, υποστήριξε ότι η διαφήμιση δεν ήταν δημιουργία τεχνητής νοημοσύνης, «αλλά μια ταινία που χρειάστηκε 7 εβδομάδες και άπειρες ώρες δουλειάς για να δημιουργηθεί και είναι κρίμα που δεν έγινε αποδεκτή από το κοινό».

Όπως και να ‘χει, το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει με ξεκάθαρο τρόπο ότι οι προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο διαφημιστικός κλάδος -για την ακρίβεια, που ήδη αντιμετωπίζει-, δεν θα είναι ούτε λίγες, ούτε απλές. Και δεδομένης της απουσίας κανόνων, τουλάχιστον για το προσεχές διάστημα, δεν θα πρέπει να είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι η αξιοποίησή της θα προάγει τη δημιουργικότητα.

Η πολιτική διαφήμιση αλλάζει(;)

Νέους, ενιαίους κανόνες διαφάνειας και δεοντολογίας για κάθε μορφή διαφημιστικής προβολής, από τα τηλεοπτικά σποτ μέχρι τα πολιτικά μηνύματα στα social media, θέτει η κυβέρνηση σε νομοσχέδιο που προωθείται στη Βουλή, με το οποίο θα ενσωματώνεται στο εθνικό δίκαιο ο κανονισμός 2024/900 της ΕΕ. Παράγοντες της νομοθετικής εξουσίας από τις Βρυξέλλες, σχολιάζοντας τους στόχους του κανονισμού, τονίζουν ότι ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει ποιος είναι αυτός που του επικοινωνεί μηνύματα, καθώς η δημοκρατία χρειάζεται μηχανισμούς αυτοπροστασίας απέναντι σε αθέμιτες πρακτικές, όπως είναι η παραπληροφόρηση, αλλά και η ξένη επιρροή από χώρες που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόσφατα είναι τα φαινόμενα προβολής αμφιβόλου γεωπολιτικής και οικονομικής προέλευσης διαφημιστικών μηνυμάτων σε εκλογικές αναμετρήσεις εντός της ΕΕ, τα οποία προήλθαν από τη Ρωσία και την Κίνα, τουλάχιστον όπως ισχυρίζονται οι Βρυξέλλες.

Αυτό που επιχειρεί να αλλάξει ο κανονισμός είναι την αδιαφάνεια στο ποιος κρύβεται πίσω από ένα πολιτικό μήνυμα. Κάθε πολιτική διαφήμιση στην ΕΕ θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι φέρει πολιτικό μήνυμα, ενώ είναι υποχρεωτικό πλέον να υπάρχει διαθέσιμη η πληροφορία για το ποιος είναι ο χορηγός, ποιο είναι το διαφημιστικό κονδύλι, σε ποιο κοινό απευθύνεται, αλλά και – το πλέον σημαντικότερο – με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένοι πολίτες ώστε να λάβουν το μήνυμα. Οι πληροφορίες αυτές θα δημοσιεύονται σε ελεύθερο δημόσιο ηλεκτρονικό αρχείο, ώστε να είναι προσβάσιμες από όλους.

Ο κανονισμός θα επιχειρήσει να σταματήσει τη χρήση προσωπικών δεδομένων για πολιτική διαφήμιση, αφού οι πάροχοι διαφήμισης θα είναι υποχρεωμένοι να έχουν τη ρητή συγκατάθεση του πολίτη, ενώ και σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο στοιχεία που ο ίδιος έχει δημοσιοποιήσει. Και το σημαντικότερο, δεν θα μπορούν πλέον οι τελευταίοι να χρησιμοποιούν πληροφορίες, όπως ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η θρησκεία ή η καταγωγή, για να δημιουργήσουν εξατομικευμένα μηνύματα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, από κανέναν υγιώς σκεπτόμενο πολίτη, ότι οι προθέσεις είναι καλές και ότι οι πρωτοβουλίες αυτές θα έπρεπε να έχουν ληφθεί εδώ και πολύ καιρό, προτού το φαινόμενο της παραπληροφόρησης ενταθεί τόσο πολύ. Ο προβληματισμός έγκειται στο εάν οι πρωτοβουλίες αυτές είναι αρκετές και εάν είναι τόσο ξεκάθαρες ώστε να μην αφήνουν «παραθυράκια» σε κάποιους πονηρούς να τις παρακάμψουν. Η εμπειρία δείχνει ότι αυτό, μόνο εύκολο δεν είναι. Προσωπικά, έχω πολλές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των κινήσεων αυτών, αφού έχει αποδειχθεί ότι οι πονηροί βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά. Ας περιμένουμε ωστόσο το αποτέλεσμα για να μην αδικήσουμε την όλη προσπάθεια.

Μarketing και δημογραφική κρίση

Μια από τις ιδιότητες που έχει -ή πρέπει να έχει- το marketing είναι να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τις τάσεις της κάθε εποχής και να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις ανάγκες που αυτή δημιουργεί. Ήταν η πρώτη σκέψη που έκανα όταν διάβασα ανακοίνωση γνωστής αλυσίδας καταστημάτων, η οποία ξεκίνησε ως αλυσίδα παιχνιδιών, αλλά επεκτάθηκε με το πέρασμα του χρόνου και σε προϊόντα που αφορούν μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες. Στο ενημερωτικό της δελτίο προς το Χρηματιστήριο Αθηνών ανέφερε ότι τον Σεπτέμβριο, κατεξοχήν μήνα σχολικών ειδών, η αύξηση των πωλήσεων δεν ξεπέρασε το 4%, πολύ μικρό ποσοστό για τα δεδομένα της αλυσίδας. Αιτιολογώντας την εξέλιξη, η αλυσίδα επισήμανε ότι η κατηγορία των σχολικών ειδών επηρεάζεται δομικά από τη συνεχιζόμενη υπογεννητικότητα, καθώς ο αριθμός των γεννήσεων παραμένει σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που τα τελευταία χρόνια διαφοροποίησε το προϊοντικό της μίγμα, προσθέτοντας προϊόντα που απευθύνονται σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ωστόσο, το πρόβλημα εντείνεται. Στην οικονομική χρήση 2008-2009, το 56,14% του τζίρου της προέρχονταν από είδη που αφορούσαν στο παιδί, ενώ το 2024, το ποσοστό αυτό έπεσε κάτω από το 30%. Υπάρχει, όμως, και η άλλη οπτική, σύμφωνα με την οποία η αύξηση των πωλήσεων μπορεί να προκύψει εάν επεκτείνεις το ίδιο προϊόν σε άλλες ηλικιακές ομάδες. Κάτι που ακολούθησε άλλη σημαντική εταιρεία παιχνιδιών, η οποία, πλέον, έχει ενισχύσει την προϊοντική της γκάμα με επιτραπέζια παιχνίδια ενηλίκων αλλά και είδη γραφείου, διακοσμητικά κ.ά.

Η εικόνα δεν είναι διαφορετική ούτε διεθνώς και οδηγεί μεγάλες πολυεθνικές σε αντίστοιχες κινήσεις αλλαγής κατεύθυνσης. Η Nestle, το 2023, έκλεισε το εργοστάσιο παραγωγής βρεφικού γάλακτος στην Ιρλανδία, ενώ στρατηγική της προτεραιότητα είναι, πλέον, η ανάπτυξη σκευασμάτων που απευθύνονται σε μεγαλύτερες ηλικίες, ακόμα και ηλικιωμένους. Η Danone δε, αναπτύσσει νέα κατηγορία φυτικών προϊόντων και προϊόντων ειδικής διατροφής για να αντισταθμίσει τις απώλειες από τις πωλήσεις βρεφικού γάλακτος.

Μια άλλη νέα τάση στο λιανεμπόριο θέλει να κλείνουν καταστήματα παιδικών ειδών και στη θέση τους να ανοίγουν pet shops. Tην τάση επιβεβαιώνει πρόσφατη μελέτη της McKinsey, με θέμα την αντιμετώπιση των συνεπειών της δημογραφικής κρίσης, περιγράφοντας μια κατάσταση όπου τα καταστήματα σε λίγο θα χρειάζεται να έχουν περισσότερα καρότσια για σκύλους παρά για παιδιά. Στη χώρα μας δε, η φροντίδα των ζώων συντροφιάς αποτελεί αγορά που ξεπερνάει τα 500 εκατ. ευρώ τον χρόνο και αναπτύσσεται με ρυθμούς άνω του 7% ετησίως. Η δημογραφική κρίση δοκιμάζει τις αντοχές του marketing, το οποίο, ωστόσο, φαίνεται να ανταποκρίνεται σωστά.

«Έφυγε» ο Κώστας Γκόμπλιας

Βαρύ πένθος βιώνει ο κλάδος της Επικοινωνίας και της Διαφήμισης στη χώρα μας. Ο Κώστας Γκόμπλιας, ένας από τους πρωτεργάτες της ελληνικής διαφήμισης, απεβίωσε σήμερα, σκορπώντας θλίψη σε όσους τον γνώρισαν από κοντά και είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί του.

Ο Κώστας Γκόμπλιας ανήκει στην ιστορική γενιά της ελληνικής διαφήμισης που από τη δεκαετία του 60’ και μετά, την ανέδειξε σε μια από τις πλέον δημιουργικές σχολές επικοινωνίας. Μάλιστα, δύο από τα σημαντικότερα βιβλία του αποτελούν εκδόσεις-σταθμούς για την ιστορία της ελληνικής διαφήμισης. Πρόκειται για τα βιβλία «Πολιτική Διαφήμιση» (1981) και «Διαφημίζοντας» (1982), τα οποία ανέδειξαν άγνωστες πτυχές της ελληνικής δημιουργικότητας, σε μια εποχή που η ελληνική διαφήμιση προσπαθούσε να διαμορφώσει ένα δικό της ξεχωριστό στίγμα και να αποενοχοποιηθεί από τον χαρακτηρισμό της ως δημιουργός εικονικών αναγκών και παράγοντας επιβάρυνσης του κόστους των προϊόντων.

Ο Κώστας Γκόμπλιας γεννήθηκε στην Άρτα και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Ξεκίνησε την καριέρα του στη διαφήμιση το 1966 όταν εντάχθηκε ως κειμενογράφος στην ΑΔΕΛ. Το 1983 ανέλαβε τη διεύθυνση της ιστορικής διαφημιστικής εταιρείας Mass, ενώ υπήρξε δημιουργός στις πολιτικές καμπάνιες του ΠΑΣΟΚ, τις δεκαετίες του 80’ και του 90’. Μερικά από τα σλόγκαν που δημιούργησε και έμειναν στην ιστορία είναι το «Η θεία Όλγα ξέρει», «Μια κατσαριδούλα, η μικρή Τερέζα», «Δώστε και σώστε» κ.ά.

Planned obsolescence: Συνωμοσία ή ευκαιρία;

Το «planned obsolescence», η σκόπιμη σχεδίαση ενός προϊόντος ώστε να έχει περιορισμένη διάρκεια ζωής ή να ξεπερνιέται γρήγορα από την τεχνολογία, δεν είναι απλά μια αμφιλεγόμενη στρατηγική, αλλά αποτελεί πολιτισμικό και περιβαλλοντικό ζήτημα. Περιλαμβάνει πολλαπλές μορφές, τεχνική (σκόπιμη αποτυχία), ψυχολογική (μόδα/ σχεδιασμός που ωθεί σε αντικατάσταση) και λειτουργική/τεχνολογική (μη υποστήριξη λογισμικού ή spare parts). Στο σύγχρονο marketing, η έννοια δεν σημαίνει μόνο «πουλήστε περισσότερο», αλλά περιλαμβάνει και μια σειρά αποφάσεων για το προϊόν, το after sales service, καθώς και την επικοινωνία του. Στην πράξη, εταιρείες μπορούν – εσκεμμένα ή όχι – να συνδυάζουν ταχύτητα καινοτομίας, περιορισμένη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών ή κλειστά οικοσυστήματα λογισμικού, με αποτέλεσμα πιο σύντομη διάρκεια χρήσης. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να συγχέεται η αναπόφευκτη αντικατάσταση με την «προγραμματισμένη» φθορά.

Τα δεδομένα δείχνουν ότι σε ορισμένες κατηγορίες λευκών συσκευών, η διάρκεια ζωής έχει μειωθεί, ειδικά μετά τη δεκαετία του 1990. Παράλληλα, έρευνες καταναλωτικών οργανώσεων αναδεικνύουν την πεποίθηση από τους καταναλωτές ότι τα προϊόντα «δεν φτιάχνονται πια όπως παλιά». Αυτά τα ευρήματα τροφοδοτούν και πολιτικές κινήσεις όπως π.χ. τα μέτρα που προωθεί η ΕΕ για το λεγόμενο «right to repair».

Τελικά, οι κατασκευαστές εφαρμόζουν το «planned obsolescence» συνειδητά; Η απάντηση δεν είναι «ναι» ή «όχι». Υπάρχουν πράγματι, τεχνικές και επιχειρηματικές πρακτικές που συνεισφέρουν στο φαινόμενο, αλλά υπάρχουν και πρωτοβουλίες που δείχνουν ότι πολλές εταιρείες αντισταθμίζουν το πρόβλημα με εγγυήσεις, υπηρεσίες αναβάθμισης και προγράμματα επισκευής. Παράλληλα, η αυξημένη ρυθμιστική πίεση και η καταναλωτική ευαισθητοποίηση ωθούν πολλούς «παίκτες» να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους, η οποία από την έμφαση στην πώληση προϊόντος θα εστιάζει στην παροχή βιώσιμων υπηρεσιών. Για τον marketer οι προκλήσεις και οι ευκαιρίες είναι σαφείς. Η πρόκληση είναι να αντισταθεί στη βραχυπρόθεσμη λογική κερδών, που ανταγωνίζεται τη μακροπρόθεσμη εμπιστοσύνη, αλλά και την εταιρική φήμη. Η ευκαιρία όμως είναι μεγαλύτερη. Επικοινωνία για διαφάνεια στη διάρκεια ζωής, υπηρεσίες συντήρησης/ ενοικίασης, εγγυήσεις με αξία (warranties) και οικοσυστήματα που ενθαρρύνουν το loyalty μέσω επισκευής και αναβάθμισης, μετατρέπουν τη βιωσιμότητα σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Το «planned obsolescence» δεν είναι μονοδιάστατο κακό, ούτε απαραίτητα συνειδητή συνωμοσία. Για τους marketers είναι κρίσιμο να το προσεγγίσουν στρατηγικά, μειώνοντας το ρίσκο μέσω της διαφάνειας και του after sales service, αξιοποιώντας παράλληλα την τάση προς ανακύκλωση, ως εργαλείο διαφοροποίησης. Όσοι το κάνουν, θα κερδίσουν την προτίμηση των καταναλωτών και την ανθεκτικότητα στις ρυθμιστικές αλλαγές που έρχονται.

ΑΙ, πολυφωνία και ανταγωνισμός στα media

Ήταν κάτι παραπάνω από αναμενόμενο ότι η ταχύτατη διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) στη μιντιακή και ψηφιακή πραγματικότητα θα προκαλέσει αναταράξεις. Η έλλειψη θεσμικού πλαισίου και δεοντολογίας αποτελεί ήδη μια τεράστια πρόκληση, κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί – ή θα πρέπει να οδηγήσει – τους αρμόδιους φορείς σε άμεση κινητοποίηση. Στον χώρο των media και ειδικότερα των ψηφιακών εκδοτών, μια από τις πρώτες αντιδράσεις ξεκίνησε πριν μερικές ημέρες, με αφορμή την απόφαση της Google να εντάξει στη μηχανή αναζήτησής της τις λειτουργίες του AI Mode και των AI Επισκοπήσεων (Overview), λειτουργίες που οι ψηφιακοί εκδότες εκτιμούν ότι περιορίζουν δραματικά την επισκεψιμότητα στις ιστοσελίδες τους, καθώς θεωρούν πως η εισαγωγή του AI Mode θα εξαλείψει σχεδόν εντελώς την παραπομπή επισκεψιμότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, έξι ευρωπαϊκοί Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης (από τη Δανία, τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, την Πολωνία και την Ισπανία), μεταξύ αυτών και ο ΟΣΔΕΛ, ζητούν άμεσες ρυθμιστικές παρεμβάσεις και αυστηρή εφαρμογή της Πράξης για τις Ψηφιακές Αγορές (Digital Markets Act/ DMA) για τη διασφάλιση της πολυφωνίας και του ανταγωνισμού στα ΜΜΕ. Τη σχετική επιστολή απέστειλαν στην Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, προειδοποιώντας για σοβαρές επιπτώσεις στον τομέα των ΜΜΕ και ζητώντας την άμεση λήψη ουσιαστικών μέτρων.

Στην επιστολή τους, οι πέντε ευρωπαϊκοί οργανισμοί εκτιμούν ότι η Google αξιοποιώντας τις πλατφόρμες που κατέχουν κυρίαρχη θέση στην αγορά της (Google Search, Android, Chrome) συγκρατεί ολοένα και περισσότερο την επισκεψιμότητα εντός του δικού της οικοσυστήματος. Μάλιστα, επικαλούνται εμπειρικά δεδομένα και μελέτες αγοράς (π.χ. από το Bloomberg, τον Απρίλιο 2025), που αναφέρουν μειώσεις άνω του 70% για εκδότες στις ΗΠΑ από τότε που παρόμοια εργαλεία κυκλοφόρησαν εκεί, ενώ άλλες προβλέψεις δείχνουν ακόμα πιο σοβαρές επιπτώσεις, έως και 97%. Σύμφωνα με τους ίδιους, η ρυθμιστική παρέμβαση σε άλλα κράτη μέλη, ιδίως στη Γαλλία, όπου οι AI Επισκοπήσεις δεν έχουν κυκλοφορήσει λόγω αποτελεσματικής εποπτείας, δείχνει ότι υπάρχουν ρεαλιστικές και αποτελεσματικές εναλλακτικές λύσεις.

Η ΕΕ, ωστόσο, έχει κάνει κάποια πρώτα βήματα, αφού ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη εκτενείς έρευνες για μη συμμόρφωση. Το πρόβλημα, εάν και εφόσον αποδειχθεί ότι υφίσταται, είναι σαφές ότι θα επηρεάσει αρνητικά τους ψηφιακούς εκδότες, δεδομένου ότι χάνοντας επισκεψιμότητα θα χάσουν και διαφημιστικά έσοδα. Οι αρμόδιοι φορείς θα πρέπει να κινηθούν άμεσα και να λάβουν αποτελεσματικές αποφάσεις που θα διασφαλίζουν τη διατήρηση ενός πολυφωνικού, ανεξάρτητου τοπίου των ΜΜΕ, αλλά και δίκαιο ανταγωνισμό στους τομείς της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν θα είναι καθόλου εύκολο.

«Immer Besser»

Μαθήματα marketing παρέδωσε σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή» ο Δρ. Ράιχαρντ Ζίνκαν, Εκτελεστικός Διευθυντής και Συνιδιοκτήτης της γερμανικής Miele. Η Miele είναι μια ιστορική μάρκα με εξαιρετικής ποιότητας προϊόντα, τα οποία εξακολουθούν να κατασκευάζονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία στη Γερμανία, ενώ, την ίδια στιγμή, είναι ακριβότερα σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Ωστόσο, οι πωλήσεις της παραμένουν διαχρονικά υψηλές, παρά τις κρίσεις που εμφανίζονται στο ευρύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.

«Μπορούμε να επιβιώσουμε μόνο εάν είμαστε διαφορετικοί και καλύτεροι. Αυτό βεβαίως έχει ένα τίμημα. Οι άνθρωποι που θέλουν να διαφοροποιούνται, που θέλουν να έχουν το καλύτερο, είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το τίμημα. Κι εμείς είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε το τίμημα», ανέφερε ο Ζίνκαν, επισημαίνοντας κάτι που γνωρίζουν οι marketers, αλλά δεν το εφαρμόζουν. Η διαφορά εδώ είναι ότι η γερμανική εταιρεία έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δύσκολα συναντάς στο σύγχρονο επιχειρηματικό πεδίο. Συγκεκριμένα, παραμένει οικογενειακή επιχείρηση εδώ και 126 χρόνια, παρά το μέγεθός της, ενώ επενδύει στρατηγικά και ουσιαστικά στη διαφοροποίηση και στην παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Όλα τα προϊόντα της, ελέγχονται από ανθρώπους σε κάθε στάδιο της παραγωγής, από τη συναρμολόγηση μέχρι τον ποιοτικό έλεγχο. Η επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα είναι βασική στρατηγική της γερμανικής εταιρείας, την οποία έχει μετατρέψει σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Και πώς αντιμετωπίζει η Miele τις μεγάλες διεθνείς κρίσεις, όπως είναι π.χ. σήμερα, οι δυσοίωνες γεωπολιτικές εξελίξεις και οι δασμοί Τραμπ; «Παραμένουμε ήρεμοι και συγκεντρωμένοι σε αυτό που είναι γραμμένο στον γενετικό μας κώδικα: “Πάντα καλύτερα” (“Immer Besser”). Οι κρίσεις αυξάνονται μεν, αλλά η επίδρασή τους μειώνεται γρήγορα, διότι σε μια διασυνδεδεμένη παγκόσμια οικονομία δεν συμφέρει κανέναν να υπάρχει μακροχρόνια κρίση. Όταν έχεις βιώσει δε, διαδοχικές κρίσεις, όπως αυτές που ζούμε ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια, η επίπτωση δεν είναι τελικά τόσο μεγάλη όσο νόμιζες αρχικά ότι θα ήταν, διότι λες, εντάξει συμβαίνει ξανά και ξανά». Τόσο απλά, τόσο συνειδητοποιημένα. Κι, όμως, αυτή η απλή λογική δεν είναι κατανοητή απ’ όλους, με αποτέλεσμα να μην είναι λίγες οι φορές που βλέπουμε κινήσεις πανικού, διότι οι marketers δεν έχουν το «mentalité» που περιγράφει ο Ζίνκαν, μη γνωρίζοντας την ιστορία και την «ψυχή» του brand που αναλαμβάνουν. Και, έτσι, βλέπουμε στην πρώτη κρίση, αυξήσεις τιμών, μειώσεις παραγωγής, αποχώρηση από segments της αγοράς, περιορισμό της διαφήμισης, ακόμα και περικοπές ανθρώπινου δυναμικού. Μένουν, με άλλα λόγια, προσκολλημένοι στους τεχνοκρατικούς κανόνες που μαθαίνουν στις σχολές. Αλίμονο, όμως, εάν το marketing ήταν μόνο νούμερα και όχι «ψυχή».

Όλα είναι στιγμές…

Πρόσφατη έρευνα της ιστοσελίδας ερευνών αγοράς Statista, εστίαζε στον χρόνο που αφιερώνουμε κάθε ημέρα στο κινητό τηλέφωνο. Ναι, λίγο κλισέ πλέον το θέμα, αλλά τα στοιχεία γίνονται ολοένα και πιο ανησυχητικά. Η έρευνα ανέφερε ότι κοιτάμε το smartphone μας περίπου 1.500 φορές μέσα στην εβδομάδα, που σημαίνει περίπου 214 φορές την ημέρα. Αν υποθέσουμε ότι καθημερινά έχουμε ανάγκη από 8 ώρες ύπνο, κοιτάμε το κινητό μας 14 φορές κάθε ώρα, ήτοι κάθε 4 λεπτά. Οι αριθμοί τρομάζουν, καθώς η συνήθεια αυτή μπορεί να προκαλέσει διάσπαση προσοχής, άγχος, φόβο, μέχρι και εθισμό. Αυτή , όμως, είναι η μια πλευρά του νομίσματος.

Τη δεύτερη πλευρά του, την έκανε ορατή μελέτη της KPMG, όπου καταγράφονται οι 10 κορυφαίες τάσεις στο marketing για το 2025, μια από τις οποίες είναι η ενίσχυση του micro-moment marketing, το οποίο αφορά στη σχεδόν αντανακλαστική κίνηση των χρηστών να καταφύγουν στο smartphone τους, όταν θέλουν να καλύψουν σε real time μια ανάγκη τους, να βρουν ένα κατάστημα κοντά τους, ένα προϊόν ή μια υπηρεσία.

Συνδυάζοντας τις δύο αυτές πλευρές, διαπιστώνει κανείς ότι το marketing έχει μπροστά του «πεδίο δόξης λαμπρό» προς αξιοποίηση, το smartphone. Έρευνες δείχνουν ότι το 82% των χρηστών smartphones αναζητούν πληροφορίες μέσω των συσκευών τους ακόμα και όταν βρίσκονται μέσα σε φυσικά καταστήματα. Κι αυτή ακριβώς η πραγματικότητα έχει μετεξελίξει τα smartphones σε «πολιορκητικούς κριούς» για τη διαφήμιση.

Κορυφαία brands όπως η Nestlé, η L’Oréal, η Fiat, η Nike, ήταν από τα πρώτα που αντιλήφθηκαν τη δύναμη του smartphone και επένδυσαν εκατομμύρια δολάρια σε micro-moments campaigns, με αποτελέσματα που ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Η Nestlé, για παράδειγμα, έκανε το σχεδόν αδιανόητο, να δημιουργήσει στη Βόρεια Αμερική συνδρομητικό τηλεοπτικό κανάλι μόνο για ροφήματα, όπως το Nestea, ο καφές και το τσάι, προσπαθώντας να συνδεθεί άμεσα με τους πελάτες της, μέσα από προσφορές και εκπτώσεις. Το αποτέλεσμα ήταν να συνδεθεί με περισσότερους εξειδικευμένους καταναλωτές και με την αξιοποίηση του micro marketing να αυξήσει τους καταναλωτές της στην περιοχή κατά 10%. Από την άλλη, η L’Oreal λάνσαρε την εφαρμογή «Makeup Genius», η οποία σκάναρε το πρόσωπο και εμφάνιζε πώς διάφορα προϊόντα προσώπου και μείγματα αποχρώσεων πετύχαιναν διαφορετικές εμφανίσεις, σε πραγματικό χρόνο. Οι καταναλωτές μπορούσαν να παραγγείλουν τα προϊόντα που δοκίμασαν, πατώντας απλά ένα κουμπί.

Η εφαρμογή παρακολουθούσε τις αγορές τους και προσέφερε εξατομικευμένες συστάσεις, καθώς μάθαινε τις προτιμήσεις τους. Αυτό το λογισμικό έχει σήμερα πάνω από 20 εκατ. χρήστες και συνεχίζει.

Τελικά, όλα είναι στιγμές και όλα έχουν δύο όψεις…

The last chance…

Aρχίζει να γίνεται κουραστική η διαρκής αναφορά στην Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), ωστόσο, οι αλλαγές που φέρνει είναι κοσμογονικές. Εδώ, θα μιλήσουμε για τις αλλαγές που θα επιφέρει στον Τύπο και ιδιαίτερα στις εφημερίδες, για τις οποίες εδώ και χρόνια ακούμε ότι «θα πεθάνουν», αλλά παραμένουν πάντα εδώ, σίγουρα με μικρότερη δυναμική, αλλά πάντα εδώ. Η είδηση έρχεται από τη Μεγάλη Βρετανία και αφορά στο ότι οι Financial Times απέκτησαν το δικό τους generative AI chatbot, που λέγεται Ask FT.

Με απλά λόγια, μια από τις σημαντικότερες εφημερίδες του κόσμου δημιούργησε τμήμα ΤΝ, αποδεχόμενη έμπρακτα ότι η τελευταία θα επηρεάσει τις εφημερίδες και την ίδια τη δημοσιογραφία, που ήδη δοκιμάζεται από πλευράς αξιοπιστίας. Ο Economist, σε άρθρο της περασμένης εβδομάδας, καταγράφει τις σημαντικότερες επιρροές που θα βιώσουν οι εφημερίδες από την ΤΝ, όπως είναι η αυτόματη παραγωγή περιεχομένου, η ταχύτερη ανάλυση και επεξεργασία δεδομένων, το προσωποποιημένο περιεχόμενο που θα μπορούν αυτές να προσφέρουν, η βελτίωση της διαδικασίας ελέγχου πληροφοριών, η δημιουργία «εικονικών» δημοσιογράφων, που αφορά έξυπνα chatbots και εικονικούς βοηθούς, καθώς και η εφαρμογή διαδραστικών, πολυμέσων και εξατομικευμένων αφηγήσεων, εμπλουτίζοντας έτσι την εμπειρία του αναγνώστη.

Όλα αυτά ακούγονται εξαιρετικά, ωστόσο, οι προκλήσεις και τα ηθικά ζητήματα υπάρχουν και είναι σοβαρά. Η αυτοματοποίηση μπορεί να απειλήσει θέσεις εργασίας δημοσιογράφων, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος διάδοσης ψευδών ειδήσεων μέσω των αλγορίθμων. Η ανάγκη για διαφανείς και αξιόπιστες πρακτικές στη χρήση της ΤΝ είναι απολύτως απαραίτητη, αλλά είμαι πεπεισμένος ότι δυστυχώς, η δημοσιογραφία δεν είναι έτοιμη να την καλύψει. Τα δύσκολα είναι μπροστά μας. Ωστόσο, η ΤΝ μπορεί να δημιουργήσει νέους τρόπους διασύνδεσης των εφημερίδων με το αναγνωστικό κοινό για την παροχή εξατομικευμένου περιεχομένου ή για τη μεγαλύτερη και ενεργητικότερη εμπλοκή των αναγνωστών, με βάση το περιεχόμενο του Μέσου. Και κάπως έτσι, θα τις βοηθήσει να κερδίσουν το χαμένο έδαφος. Οι εφημερίδες δεν θα πάψουν να υπάρχουν.

Σκεπτόμενος όλα αυτά, ωστόσο, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στα εξαιρετικά απογοητευτικά για το μέλλον του έντυπου Τύπου στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για τις πωλήσεις εφημερίδων στη χώρα μας, το 2024. Οι συνολικές πωλήσεις τους, κατέγραψαν πτώση 12,4% σε σύγκριση με το 2023. Μάλιστα, η πτώση των πωλήσεων επιταχύνθηκε, αφού κατά τη σύγκριση του 2023 με το 2022, παρατηρήθηκε μείωση κατά 10,2% στις συνολικές πωλήσεις. Είναι φανερό, δεν υπάρχει χρόνος ούτε για καθυστερήσεις, ούτε για λάθη. Η ΤΝ είναι εδώ και μένει στις εφημερίδες να αποδείξουν εάν θα αποδειχθεί ευχή, κατάρα ή η τελευταία ευκαιρία.

Ghibli, ΑΙ και δεοντολογία

Έντονη κριτική δέχθηκε την προηγούμενη εβδομάδα η McDonald’s Μεξικού για posts που ανέβασε στο Facebook με ΑΙ-generated εικόνες τύπου Studio Ghibli, oι οποίες δημιουργήθηκαν με το νέο GPT-4o image generation, ένα εργαλείο που ακόμα και ο Hayao Miyazaki, ο ιδρυτής του Studio Ghibli, έχει απορρίψει δημόσια.

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, οι εικόνες αυτές ακολούθησαν το viral trend των τελευταίων ημερών που έχει κατακλείσει τα social media, το οποίο θέλει τους χρήστες να μετατρέπουν φωτογραφίες τους σε καρτούν. Άλλο όμως είναι να μετατρέπεις μια φωτογραφία σου σε καρτούν και να την ανεβάζεις στα social media και άλλο να το κάνεις για εμπορικούς σκοπούς, κάτι που δεν κατάλαβε η McDonald’s Μεξικού, ή μάλλον το κατάλαβε αργά, όταν δέχθηκε πολλαπλές επιθέσεις από χρήστες που έκαναν λόγο για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και ενδεχόμενης νομικής έκθεσης. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι η χρήση τέτοιων φωτογραφιών από brands για διαφημιστικούς λόγους δεν θα γίνει αποδεκτή ούτε από καταναλωτές, αλλά ούτε και από τη διαφημιστική αγορά. Πολύ απλά διότι υπάρχουν νομικά κενά, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα για την πνευματική ιδιοκτησία και το AI-generated περιεχόμενο.

Το παραπάνω περιστατικό ανέδειξε μόλις μια παράμετρο των προβλημάτων που θα επιφέρει η αξιοποίηση του ΑΙ από τη διαφημιστική βιομηχανία. Αξιοποίηση ασφαλώς που είναι καλοδεχούμενη, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα υπάρξει και θα εφαρμόζεται αυστηρά μέσα από ένα ξεκάθαρο και ρεαλιστικό νομικό πλαίσιο. Τονίζω τη φράση «θα εφαρμόζεται», διότι είναι γνωστό ότι νόμοι υπάρχουν, απλά δεν εφαρμόζονται, τουλάχιστον με την έννοια που τους έχει δώσει ο νομοθέτης. Προσωπικά δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος ότι αυτό θα συμβεί. Και όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά διεθνώς. Οι πειρασμοί για τη δημιουργία «εξωφρενικά δημιουργικών» διαφημίσεων με τη χρήση του ΑΙ θα είναι – ήδη είναι – πολλοί.

Πέρα από το νομικό πλαίσιο όμως, φαίνεται ότι για την αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων και οι ίδιοι οι marketers θα πρέπει να διαθέτουν στρατηγική σκέψη και δημιουργικότητα, αλλά -πλέον- έχοντας παράλληλα και σημαντική τεχνική επάρκεια. Πέρα δηλαδή από τα παραδοσιακά skills του marketing, θα πρέπει να διαθέτουν βασικές γνώσεις προγραμματισμού και design, τις οποίες όμως θα αξιοποιούν στο πλαίσιο ενός σοβαρού Κώδικα Δεοντολογίας Χρήσης ΑΙ, ο οποίος θα πρέπει να δημιουργηθεί… χθες. Τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό, αλλά και διεθνές επίπεδο. Εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς ότι εδώ υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει, η οποία όμως είναι απολύτως απαραίτητο να προχωρήσει ώστε να μην φθάσουμε σε μερικά χρόνια να απαξιώσουμε την Ιδέα και τη Δημιουργικότητα, βασικά συστατικά της Διαφήμισης.

Take it Εasy

To real-time marketing αποτελεί σημαντική πρόκληση για τον κλάδο της Επικοινωνίας, πρόκληση που γίνεται ακόμα πιο δυναμική με την τεχνητή νοημοσύνη στην εξίσωση. Μια χαρακτηριστική πτυχή των δυνατοτήτων της συνεργασίας τεχνητής νοημοσύνης και marketing δίνει το νέο project της Coca-Cola HBC στη Βουδαπέστη, που αναπτύσσεται στα γραφεία της Yettel, του δεύτερου μεγαλύτερου τηλεπικοινωνιακού παρόχου της Ουγγαρίας, στα οποία απασχολούνται 900 εργαζόμενοι.

Το project αφορά στη δημιουργία ενός πλήρως αυτοματοποιημένου καταστήματος με ψιλικά είδη, στο οποίο δεν απασχολείται προσωπικό. Εκ πρώτης δεν είναι κάτι καινούργιο, αφού τέτοιου είδους καταστήματα έχουμε ξαναδεί. Η διαφορά είναι ότι η λειτουργία του καταστήματος αυτού – shop in shop ουσιαστικά – είναι εγγυημένη από την τεχνητή νοημοσύνη όχι μόνο στις διαδικασίες, αλλά και στην προσέγγιση του καταναλωτή. Η τεχνητή νοημοσύνη επιβλέπει τη σωστή λειτουργία των καμερών και των αισθητήρων στο κατάστημα, ενώ συλλέγει σε real time δεδομένα που αφορούν στις συνήθειες αγορών, τα ποσοστά τζίρου ανά προϊόν, τον χρόνο παραμονής στο κατάστημα και άλλες πληροφορίες, τις οποίες συλλέγει και αξιοποιεί η Coca-Cola HBC. Έτσι, η εταιρεία έχει τη δυνατότητα να στείλει προσωποποιημένες προσφορές στον καταναλωτή όσο αυτός κάνει τις αγορές του στο κατάστημα.

H λειτουργία του καταστήματος αυτού, που ονομάζεται «Take it Easy», είναι συνδεδεμένη με ειδική εφαρμογή, την οποία θα πρέπει οι πελάτες να «κατεβάσουν» στα κινητά τους τηλέφωνα, ώστε να έχουν πρόσβαση στα προϊόντα του. Όταν ένας καταναλωτής εμφανιστεί στο κατάστημα, οι κάμερες πιστοποιούν ότι πρόκειται για πελάτη του «Take it Easy» και του παρέχουν πρόσβαση. Εισερχόμενος αυτός στο κατάστημα και ενόσω μετακινείται από ράφι σε ράφι, οι ενσωματωμένοι αισθητήρες παρακολουθούν το περιεχόμενο του καλαθιού του και καταγράφουν το κόστος του.

Όταν ολοκληρώσει τις αγορές του, απλά αποχωρεί από το κατάστημα και ο λογαριασμός έρχεται στο κινητό του τηλέφωνο και χρεώνεται στο προφίλ του. Όπως αναφέρουν οι δημιουργοί του, η τεχνολογία αυτή κινείται σε πλήρη συμμόρφωση με το ρυθμιστικό πλαίσιο GDPR. Σύμφωνα δε με την εταιρεία, θα δημιουργηθούν 15 ανάλογα σημεία πώλησης στην Ουγγαρία την επόμενη τριετία, τα οποία όπως λέει, δεν ανταγωνίζονται ευθέως τα άλλα σημεία λιανικής πώλησης, αφού αντικαθιστούν τους αυτόματους πωλητές που λειτουργούν κυρίως σε χώρους εργασίας. Όπως και να ‘χει, το project αποτελεί ένα μικρό δείγμα του που θα οδηγήσει η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης το marketing. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εφαρμογές της θα μας εκπλήξουν ακόμα περισσότερο. Η πρόκληση είναι να μην ξεπεραστούν τα όρια προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Εδώ θα χρειαστεί πολλή δουλειά…

Brand fishing

Κατά τη διάρκεια της εορταστικής περιόδου, ίσως και εσείς να διαπιστώσατε στο διαδίκτυο κάποιες online καμπάνιες από δήθεν επώνυμα brands (ένδυσης, καταστημάτων ηλεκτρονικών συσκευών, ειδών σπιτιού κ.ά.), οι οποίες προέτρεπαν τους καταναλωτές να αγοράσουν προϊόντα των brands αυτών σε εξωπραγματικά χαμηλές τιμές, μέσα από συγκεκριμένες ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Προφανής στόχος τέτοιων παράνομων πρακτικών είναι η εξαπάτηση των χρηστών και η απόσπαση ευαίσθητων προσωπικών τους δεδομένων. Πρόκειται για το λεγόμενο «brand fishing», το οποίο χρησιμοποιούν οι επιτήδειοι αξιοποιώντας επώνυμα brands, εν αγνοία των τελευταίων. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις εορταστικές περιόδους, αλλά πλέον εμφανίζεται σχεδόν καθημερινά, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στα brands, τα οποία πρέπει να διαχειριστούν τέτοια ζητήματα. Το περίεργο είναι ότι, παρά το οφθαλμοφανές του πράγματος, οι χρήστες που πέφτουν στην παγίδα δεν είναι λίγοι. Κι αυτό κάνει το πρόβλημα για τα brands και την εικόνα τους ακόμα πιο έντονο.

Σύμφωνα με την τελευταία κατάταξη Βrand Fishing της Check Point Research για το 4ο τρίμηνο του 2024, θύματα αυτής της προβληματικής κατάστασης έχουν πέσει πολύ μεγάλα brands, όπως Microsoft, Apple, Google, LinkedIn και Alibaba, που συμπληρώνουν την πρώτη πεντάδα. Ωστόσο, το πρόβλημα εντείνεται και πλέον αφορά και καταναλωτικά brands, όπως π.χ. Adidas, Hugo Boss, Guess, Ralph Lauren κ.ά. Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι οι κλάδοι με τις περισσότερες απομιμήσεις είναι της τεχνολογίας, των social media και του λιανεμπορίου.

Η λύση του προβλήματος απαιτεί σύνθετες πρωτοβουλίες απ’ όλες τις πλευρές. Tων brands, των διαφημιστικών εταιρειών, αλλά και των ίδιων των καταναλωτών. Ξεκινώντας από τους καταναλωτές, είναι σαφές ότι θα πρέπει να είναι περισσότερο επιφυλακτικοί σε τόσο μεγάλες «εκπτώσεις», να μελετούν προσεκτικά όλα τα δεδομένα τέτοιων «προσφορών», αλλά και να υιοθετούν προληπτικά τις βέλτιστες πρακτικές ασφαλείας, με την εγκατάσταση ενημερωμένου λογισμικού προστασίας. Όσον αφορά στα brands και στις διαφημιστικές τους εταιρείες, πέρα από τη θωράκιση της διαδικτυακής παρουσίας τους με την αξιοποίηση προηγμένων υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας, θα πρέπει με επικοινωνιακές δράσεις να ενημερώνουν τους καταναλωτές, ενώ είναι αναγκαίο να επενδύσουν στρατηγικά σε εργαλεία crisis management. Διαχρονικά, και όχι αποσπασματικά, όταν δηλαδή εμφανιστεί το πρόβλημα.

Όπως αναφέρει η Check Point Research, το πρόβλημα του brand fishing αναμένεται να ενταθεί τα προσεχή χρόνια, με τους επιτήδειους να χρησιμοποιούν ολοένα και πιο προηγμένες στρατηγικές εξαπάτησης. Τα επώνυμα brands θα είναι οι χαμένοι της υπόθεσης αυτής, αφού έχει αποδειχθεί ότι οι καταναλωτές πολλές φορές δυσκολεύονται να αποδεχθούν ότι τα αγαπημένα τους brands δεν προσπάθησαν και δεν κατάφεραν να τους προστατέψουν από τέτοιες απάτες, αποδίδοντάς τους μέρος της ευθύνης. Πόσο άδικο, μα και πόσο πραγματικό…

Αλλαγή ρότας

To 2025 ξεκινάει με δύσκολες προκλήσεις για τον κλάδο της Επικοινωνίας. Μία από αυτές ωστόσο μοιάζει σταυρόλεξο για πολύ δυνατούς λύτες. Πρόκειται για τη μέτρηση τηλεθέασης, η οποία είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να αναμορφωθεί, να διαφοροποιηθεί εκ βάθρων και να λάβει υπόψη της όλα τα νέα δεδομένα που έχουν επιφέρει οι συνδρομητικές πλατφόρμες (Netflix, Cosmote TV, Nova, Vodafone TV, Disney, Cinobo κ.ά.), αλλά και η στροφή του ηλικιακού κοινού 18-24 στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η συζήτηση έχει ανοίξει μάλλον διακριτικά τους τελευταίους μήνες, ωστόσο η πραγματικότητα ίσως θα πρέπει να επισπεύσει τις όποιες πρωτοβουλίες των θεσμικών φορέων, αλλά και της Πολιτείας.

Δύο είναι τα βασικά δεδομένα: Το target group 18-24 που κάποτε ήταν το πιο δυναμικό κοινό για διαφημιστές και διαφημιζόμενους, έχει εγκαταλείψει τα ελεύθερα τηλεοπτικά κανάλια και κινείται ξεκάθαρα προς κοινωνικά μέσα, όπως π.χ. το TikTok. Μια ματιά σε ένα νεανικό δωμάτιο θα δείξει ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού αυτού διαθέτει μόνον υπολογιστή και όχι συσκευή τηλεόρασης. Το δεύτερο δεδομένο είναι ότι πλέον το ηλικιακό κοινό των 55+, άνδρες και γυναίκες, είναι περισσότερο ενεργό από ποτέ, διαθέτοντας σημαντική καταναλωτική ισχύ, ενώ είναι ιδιαίτερα δραστήριο σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Η κατάσταση αυτή σημαίνει ότι η παραδοσιακή, ελεύθερη τηλεόραση χάνει τηλεθεατές, οι οποίοι κατευθύνονται προς τις streaming υπηρεσίες.

Και εδώ τίθενται δύο ερωτήματα: Πόσο αποτελεσματικό μπορεί να είναι ένα media plan σε ένα τόσο δαιδαλώδες σκηνικό; Και, εάν πάμε ένα βήμα παραπέρα, πόσο αξιόπιστο και δίκαιο είναι το σύστημα κατανομής της κρατικής διαφημιστικής δαπάνης με βάση τα στοιχεία των μετρήσεων; Πολλά τα ερωτήματα, δύσκολες οι απαντήσεις.

Οι πληροφορίες από τα media agencies λένε ότι το κοινό στο οποίο εστιάζει πλέον το marketing είναι διευρυμένο και αφορά στις ηλικίες 25-59 ετών, το «νέο» δυναμικό κοινό. Παράλληλα, η σκέψη είναι να καταργηθεί η μέτρηση τηλεθέασης στο κοινό 18-24, αφού η «τηλεοπτική» συμπεριφορά του με τις σημερινές συνθήκες δεν είναι αξιόπιστη, ούτε προβλέψιμη.

Είναι όμως ώριμη η διαφημιστική αγορά για μια τέτοια συζήτηση και για τέτοιες πρωτοβουλίες; Θεωρώ πως όταν οι εξελίξεις σε προσπερνούν, δεν υπάρχει η πολυτέλεια για τέτοιους προβληματισμούς. Η διαφημιστική πίτα των 400 εκατ. ευρώ, περίπου, τον χρόνο είναι μεγάλο δέλεαρ για διαφημιστές και διαφημιζόμενους, ωστόσο ο τρόπος της διανομής της πρέπει να είναι απολύτως αξιόπιστος και αποτελεσματικός. Διαφορετικά οι στρεβλώσεις θα είναι ακραίες και επίπονες για μια αγορά που δεν έχει περάσει και λίγα τα τελευταία χρόνια.

Στη δίνη του woke marketing…

Το ιστορικό αυτό γεγονός για το χώρο της διαφήμισης το θυμήθηκα βλέποντας τη νέα τηλεοπτική διαφήμιση της Jaguar, η οποία με το ανατρεπτικό της μήνυμα και την έλλειψη αναφοράς στο ίδιο το προϊόν, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η διαφήμιση της Apple που προβλήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1984 ήταν διάρκειας 60 δευτερολέπτων και κόστισε 1,5 εκατ. δολάρια, ενώ οι τηλεθεατές εκείνη την ημέρα δεν είδαν ποτέ κανένα προϊόν να διαφημίζεται. Ωστόσο, η διαφήμιση αφορούσε στην προαναγγελία λανσαρίσματος του Macintosh, ενός υπολογιστή που άλλαξε την ιστορία της πληροφορικής. Μικρή λεπτομέρεια είναι πως ο σκηνοθέτης της διαφήμισης ήταν… ο Ρίντλεϊ Σκοτ.

Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε ώσπου κάποιο προϊόν να τολμήσει να κάνει διαφήμιση χωρίς να εμφανίζεται. Και στην πορεία των χρόνων φάνηκε ότι όποιο brand τολμούσε κάτι τέτοιο ήταν απόλυτα σίγουρο για τη δυναμική, την ποιότητα, την αξιοπιστία και το κύρος του. Πριν μερικές ημέρες, η Jaguar επέλεξε να κάνει το ίδιο, με μια διαφορετική ωστόσο φιλοσοφία, η οποία ακολουθούσε την στρατηγική επανατοποθέτησή της, τόσο σε επίπεδο branding, όσο και αξιών. Η διαφήμιση δείχνει μοντέλα με πολύχρωμα και εντυπωσιακά ρούχα, τα οποία περνούν μπροστά από φωτεινά και ζωηρά φόντα, ενώ πάνω τους προβάλλονται φράσεις όπως «σπάσε τα καλούπια», «ζήσε ζωντανά», και «μην αντιγράψεις τίποτα».

Είναι ξεκάθαρο ότι η Jaguar στοχεύει να αφήσει πίσω της το παραδοσιακό προφίλ του premium αυτοκινήτου, που απευθύνεται σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν να δώσουν αρκετά χρήματα για να το αποκτήσουν και να επαναπροσδιοριστεί ως ένα brand που είναι πέρα από σύγχρονο και δυναμικό, ανοικτό και σε διαφορετικές κοινωνικές ταυτότητες και αξίες. Η τάση αυτή που αρχίζει να επεκτείνεται αργά αλλά σταθερά διεθνώς, έχει να κάνει με το λεγόμενο «woke marketing», αφού αξιοποιεί στοιχεία της λεγόμενης «woke κουλτούρας», όπου η συμπερίληψη, η ισότητα και η διαφορετικότητα κυριαρχούν σε κάθε έκφανση της ζωής.

Οι δημιουργοί της νέας στρατηγικής τοποθέτησης της Jaguar θέλησαν να δείξουν την ανάγκη ενίσχυσης των κοινωνικών αξιών και την καταπολέμηση των διακρίσεων σε όλα τα επίπεδα. Νομίζω όλοι συμφωνούμε ότι η πρώτη σκέψη είναι σωστή. Ωστόσο, οι επικριτές της καμπάνιας δεν είναι λίγοι. Οι περισσότεροι επιμένουν ότι η αυτοκινητοβιομηχανία θα έπρεπε να εστιάσει στα χαρακτηριστικά των αυτοκινήτων της και μόνο. Ενώ κάποιοι, άλλοι, οι πλέον συνειδητοποιημένοι, μιλούν για υποκρισία, αφού όπως λένε, η προσέγγιση αυτή γίνεται απλώς για να καλύψει μια ανάγκη επικοινωνιακής διαφοροποίησης, αφού δεν υπάρχει ουσιαστική υποστήριξη από την ίδια, στις πραγματικές κοινωνικές προκλήσεις.

Εδώ υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η όλη προσπάθεια, εάν αποδειχθεί πρόσκαιρη και μη ουσιαστική, να γυρίσει μπούμερανγκ για τη μάρκα, έστω και εάν η αφετηρία της είναι αξιέπαινη. Διότι πόσο εύκολο είναι για μια μάρκα με τα χαρακτηριστικά της Jaguar να απομακρυνθεί από την παραδοσιακή εικόνα της ελίτ και την ίδια στιγμή να επανακαθορίσει τις αξίες που πραγματικά ενσαρκώνει και να συνδεθεί με τις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας; Μοιάζει λίγο με τετραγωνισμό του κύκλου. Και τελικά, είχε ανάγκη η Jaguar ένα τέτοιο rebranding;

Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, θα δοθούν σε βάθος χρόνου. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αναμφισβήτητα θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για το σύγχρονο marketing.

μ-ιζέρια…

Οι αντιδράσεις για την οπτική ταυτότητα του Μετρό Θεσσαλονίκης, με άλλα λόγια για τον λογότυπο του νέου έργου, που απεικονίζεται με το γράμμα “μ”, ήταν ακραίες, Και το χειρότερο ήταν ότι γιγαντώθηκαν μέσα από τα social media, τα οποία κατακεραύνωσαν τους δημιουργούς της. Προφανώς είναι η άγνοια του απλού πολίτη για το τι σημαίνουν λογότυπος, οπτική ταυτότητα, εταιρική ταυτότητα, branding. Προφανώς και έχει κάθε δικαίωμα να κρίνει, έστω και με τα δικά του κριτήρια. Δεν δικαιούται όμως να καταδικάζει, να αναθεματίζει και να μιλά για σκάνδαλα χωρίς να γνωρίζει. Για ένα σημαντικό έργο, την οπτική ταυτότητα ενός μεγάλου δημόσιου οργανισμού, η οποία μάλιστα κόστισε το… δυσθεώρητο ποσό των 30.000 ευρώ.

Ας σκεφτούμε κάτι απλό: Ποιος λογότυπος -έτσι είναι η σωστή λέξη- έκανε τη διαφορά με το που εμφανίστηκε; Ποιος προκάλεσε θετικές αντιδράσεις; Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς. Μάλλον κανένας. Λογότυποι που σήμερα κυριαρχούν στις ζωές μας, όταν πρωτοεμφανίστηκαν ήταν μάλλον αδιάφοροι. Τη δύναμή τους την απέκτησαν σε βάθος χρόνου. Από την άλλη, η άποψη των ειδικών του χώρου προφανώς και έχει άλλη βαρύτητα και μπορεί να αποτελέσει βάση συζήτησης. Αυτό είναι και λογικό και αναμενόμενο. Αλλά να παρουσιάζονται όλοι οι πολίτες ειδικοί στο branding, μάλλον είναι παράδοξο.

Προσωπικά το “μ” μου αρέσει, εάν μάλιστα δει κανείς τη μεγάλη εικόνα και του τι θέλει να αποτυπώσει. Όπως ανέφεραν οι δημιουργοί του, το ζητούμενο ήταν η δημιουργία μιας ταυτότητας, ενός λογότυπου που θα προσδώσει την ιστορικότητα της Θεσσαλονίκης και θα συνδυάζει την παράδοση με την μοντέρνα αισθητική και τη λειτουργικότητα. Το “μ” επιλέχθηκε προκειμένου να παραπέμπει άμεσα στο μετρό, αλλά να διαφέρει από το κεφαλαίο “Μ”. «Είναι το “μ” απλοποιημένο από το βυζαντινό “μ” ώστε να συνδυάζει την αυθεντικότητα, την καθαρότητα και την αναγνωρισιμότητα σε ένα σύγχρονο μέσο μεταφορών, ώστε να είναι ευανάγνωστο σε κάθε του χρήση» δήλωσε ο αρμόδιος Υπουργός. Από την πλευρά της, η Χρυσούλα Κρουστένη, επικεφαλής του αρχιτεκτονικού τμήματος της «Ελληνικό Μετρό», που εμπνεύστηκε τον λογότυπο εξήγησε ότι αντλήθηκαν στοιχεία από το μετρό της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου και άλλων. «Πάρθηκαν κάποιες απόψεις και σίγουρα η διαδικασία της έρευνας στάθηκε και στο απόθεμα της τέχνης και της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας της Θεσσαλονίκης», τόνισε χαρακτηριστικά.

Μετά, αφού ο πολίτης «εκτονώθηκε» στην κριτική του λογοτύπου, ασχολήθηκε με τη διαδικασία. «Γιατί έγινε απευθείας ανάθεση;» ήταν το ερώτημα. Χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι ο νόμος δίνει το δικαίωμα απευθείας ανάθεσης για ποσό μέχρι 60.000 ευρώ. Πάλι σενάρια, πάλι συνομωσίες, πάλι γκρίνια. μ-ιζέρια! Η «Ελληνικό Μετρό» έδωσε στη δημοσιότητα μια εμπεριστατωμένη απάντηση για την διαδικασία, η οποία για εκείνους που γνωρίζουν την αγορά, έχει λογική. Κάποιοι μίλησαν ακόμα για καθυστέρηση του διαγωνισμού. «Γιατί ολοκληρώθηκε λίγες ημέρες πριν ξεκινήσει τη λειτουργία του το μετρό;». Άραγε, πώς θα μπορούσε κάποιος να δημιουργήσει οπτική ταυτότητα ενός έργου που δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν έχει μπροστά του όλη την εικόνα του ώστε να εμπνευσθεί και να δημιουργήσει; Λεπτομέρειες. Σε αυτή τη χώρα, μας αρέσει η γκρίνια, ο εξυπνακισμός και η συνωμοσιολογία. Όλοι είμαστε ειδικοί, όλοι γνωρίζουμε κάποιον «από μέσα», όλοι κοιτάμε την καμπούρα του άλλου. Κι όλο αυτό δημιουργεί μια ατέλειωτη μ-ιζέρια που ανακυκλώνεται στην καθημερινότητα. Ας το σταματήσουμε επιτέλους…

Εσείς είστε εξοικειωμένοι με τον ΕΚΔ-Ε;

Στη χώρα μας η υιοθέτηση και η εφαρμογή του Κώδικα αυτού προβλέπεται με τον νόμο 2863/2000, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α262 τον Νοέμβριο του 2000. Ο Κώδικας βασίζεται ως προς το περιεχόμενο και τη δομή του στον Marketing Communications Code του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC). Η δημιουργία και η υιοθέτησή του εκείνη την εποχή προέκυψε ως ανάγκη επιβολής ηθικών κανόνων σε μια διαφημιστική αγορά που αναπτυσσόταν ανεξέλεγκτα, με την εμφάνιση νέων μέσων, αλλά και την ολοένα και πιο ενισχυμένη διείσδυση του διαδικτύου και των εφαρμογών του.

Το 2023 ο Κώδικας ανανεώθηκε, καλύπτοντας πλέον όλες τις διαφημιστικές επικοινωνίες, με την ευρεία έννοια, ανεξάρτητα από το είδος, τη μορφή ή το μέσο. Σύμφωνα δε με το ΣΕΕ, η νέα έκδοση του Κώδικα ορίζει τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και ηθικής συμπεριφοράς, που πρέπει να τηρούνται απέναντι στον καταναλωτή, από όλους τους ασχολούμενους με τη διαφήμιση, δηλαδή διαφημιζόμενους, διαφημιστές και διαφημιστικά μέσα, τους εντολείς και τους εντολοδόχους τους, καθώς και από άλλους συμμετέχοντες στο οικοσύστημα του marketing, συμπεριλαμβανομένων των influencers, των bloggers, vloggers κ.α.

Τα τελευταία χρόνια η διαφήμιση κυρίως στα «νέα μέσα» στα οποία δραστηριοποιούνται οι παραπάνω κατηγορίες χρηστών λειτουργεί πολλές φορές χωρίς όρια και ηθικούς περιορισμούς, ενισχύοντας τη σύγχυση του καταναλωτή, ο οποίος «βομβαρδίζεται» με διαφημίσεις ακόμα και με αθέμιτους τρόπους και εν αγνοία του. Το χειρότερο από όλα είναι ότι αυτή η κατάσταση λειτουργεί εις βάρος και των διαφημίσεων που ακολουθούν τους κανόνες, αφού ο καταναλωτής μη έχοντας το χρόνο και τη διάθεση να διακρίνει τις διαφορές, τις βάζει όλες στο ίδιο τσουβάλι. Αυτό βέβαια συνέβαινε – και συμβαίνει – όχι πάντα εκ προθέσεως, αλλά και λόγω άγνοιας των κανόνων. Αυτό το πρόβλημα έρχεται να λύσει – ή τουλάχιστον να προσπαθήσει να λύσει – η πρωτοβουλία του ΣΕΕ, η οποία έχει στόχο «να μάθουν όλοι όσοι ασχολούνται με το marketing και τη διαφήμιση τι προβλέπει ο Ελληνικός Κώδικας Επικοινωνίας, πως μπορεί να εφαρμοστεί σωστά και πως τελικά όλο αυτό είναι χρήσιμο σε agencies και brands για τη δημιουργία υπεύθυνων διαφημίσεων, αλλά και υπεύθυνου διαφημιστικού mindset γενικότερα».

Τα workshops αναμένεται να ασχοληθούν με καίρια ζητήματα, όπως το πως εφαρμόζονται στην πράξη οι βασικές αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας, ποιοι κανόνες διέπουν το Influencer Marketing, best practices και do’s & don’ts, εξειδικευμένο υλικό για κατηγορίες όπως τρόφιμα, αλκοολούχα ποτά, συμπληρώματα διατροφής, καλλυντικά, gambling κ.α. Όπως ενημερώνει το ΣΕΕ, τα workshops αυτά απευθύνονται σε marketers, agencies και σε στελέχη που ασχολούνται με τη διαφημιστική επικοινωνία, θα έχουν διάρκεια 3 ώρες και σε αυτά θα μπορούν να συμμετάσχουν μέχρι 18 άτομα ανά συνάντηση.

Είναι σίγουρο ότι ακόμα και όσοι θεωρούν ότι γνωρίζουν τις αρχές του Κώδικα θα μάθουν και νέα στοιχεία που δεν τα ήξεραν. Όλοι θα έχουν να κερδίσουν κάτι από τη συμμετοχή τους σε αυτή την αξιέπαινη πρωτοβουλία. Ωστόσο, είναι σαφές ότι δεν φτάνει μόνο η γνώση, χρειάζεται και η θέληση να ακολουθηθούν οι κανόνες. Όπως όλοι γνωρίζουμε, στην Ελλάδα δεν πάσχουμε από έλλειψη κανόνων, αλλά από την αδυναμία ή τη μη διάθεση εφαρμογής τους, για λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναλυθούν. Σε κάθε περίπτωση, η πρωτοβουλία πρέπει να στηριχθεί και να ενταθεί.

Ο “θάνατος” του εφημεριδοπώλη…

Η άποψη αυτή ανήκει στον Πρόεδρο της Βουλής Κωνσταντίνο Τασούλα, την οποία διατύπωσε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο 2ο ετήσιο συνέδριο της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ), με θέμα το μέλλον και το παρόν των έντυπων μέσων. Κατά τη γνώμη μου αποτελεί μια από τις πιο ουσιαστικές προσεγγίσεις που έχει ακουστεί τα τελευταία χρόνια για τις εφημερίδες.

Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της Πολιτείας, φορέων του Τύπου, μεγάλων εκδοτικών οργανισμών από την Ελλάδα και το εξωτερικό (La Repubblica, Le Figaro) και πλήθος δημοσιογράφων. Η ανησυχία για το μέλλον του έγχαρτου Τύπου περίσσευε, κάτι που ανέδειξε ακόμα περισσότερο τη σημασία του συνεδρίου. Στα σημαντικά της εκδήλωσης ήταν και η ανακοίνωση του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργό και κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη ότι υπάρχει σε τελική μορφή μια ολοκληρωμένη πρόταση για την ενίσχυση των εφημερίδων, η οποία θα σταλεί στον Πρωθυπουργό προς μελέτη και αξιοποίηση.

Όπως είπε, η πρόταση αυτή δίνει έμφαση στην ψηφιοποίηση των εφημερίδων, στο περιβαλλοντολογικό αποτύπωμα, αλλά και στις προσλήψεις δημοσιογράφων. Την ίδια στιγμή ο Π. Μαρινάκης άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μείωσης του ΦΠΑ στις εφημερίδες.

Τα στοιχεία ωστόσο είναι αμείλικτα. Η μείωση των κυκλοφοριών, η πτώση των διαφημιστικών εσόδων, η αύξηση της πρώτης ύλης, η ακρίβεια, η κρίση στην ενέργεια, αλλά και η συνεχιζόμενη μείωση του δικτύου πώλησης Τύπου δεν αφήνουν περιθώριο για καθησυχασμό. Το τελευταίο ζήτημα δε, εξελίσσεται σε μεγαλύτερο πρόβλημα ακόμα και από την μείωση των κυκλοφοριών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, τα τελευταία 4 χρόνια η μεταβολή των σημείων πώλησης Τύπου στην Ελλάδα έχει αρνητικό πρόσημο, -31%, αφού από τα 5.440 σημεία πώλησης που υπήρχαν στη χώρα το 2020, σήμερα έχουμε μόνο 3.780. Από την άλλη πλευρά, η αρνητική μεταβολή της αξίας των πωληθέντων εντύπων το πρώτο 8μηνο του 2020 σε σχέση με το πρώτο 8μηνο του 2024 έφτασε το ίδιο ποσοστό, -31%.

Παρά το γεγονός όμως ότι η Πολιτεία εκφράζει σε κάθε ευκαιρία την πρόθεσή της να στηρίξει τις εφημερίδες, την ίδια στιγμή η φορολογική πολιτική προς αυτές κάθε άλλο παρά ευνοϊκή είναι. Τουλάχιστον σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει η Ένωση Εφημεριδοπωλών Αθηνών, η οποία σε σχετική της ανακοίνωση τονίζει ότι η επιβολή των τεκμηρίων φορολόγησης του ν.5073/2023, καθώς και οι φορολογικές επιβαρύνσεις που προκύπτουν εξαιτίας του νόμου αυτού είναι δυσβάσταχτες των πραγματικών εισοδημάτων των εφημεριδοπωλών. Όπως λέει, το ετήσιο εισόδημα στο 90% των τελευταίων δεν υπερβαίνει τα 9.000 ευρώ, ενώ φορολογείται για εισόδημα 15.000 ευρώ. Κι αυτό θα οδηγήσει, σύμφωνα με την Ένωση, την πλειονότητα των διανομέων Τύπου στο να υποβάλλουν αίτημα διακοπής διανομής εφημερίδων, με κίνδυνο να μείνουν δίχως έντυπη ενημέρωση 2.500 σημεία πώλησης σε Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Είναι ξεκάθαρο ότι απαιτούνται άμεσα ουσιαστικές και ξεκάθαρες λύσεις.

«Μια εκδοτική επιχείρηση δεν παράγει προϊόν, δημιουργεί προϊόν. Κι αυτό το προϊόν είναι η αγορά της δυνατότητας κάποιου να είναι μέλος μιας κοινωνίας που μοιράζεται τις ίδιες αξίες. Αυτό είναι η πιο δυνατή σχέση που πρέπει να φροντίσουμε». Με αυτή τη φράση έκλεισε την ομιλία του ο Filippo Davanazo, υψηλόβαθμο στέλεχος της La Repubblica, που συμμετείχε στο συνέδριο. Ας την κρατήσουμε…

Βιωσιμότητα: Υπό αμφισβήτηση ελέω επικοινωνίας

Για τους οικονομικούς αναλυτές δεν αποτέλεσαν έκπληξη τα ευρήματα της έρευνας της Bain & Company με τίτλο «Visionary CEO’s Guide to Sustainability 2024”, η οποία έδειξε ότι η βιωσιμότητα αποτελεί λιγότερο σημαντική προτεραιότητα για τους CEOs, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη και ο πληθωρισμός βρίσκονται πλέον στην κορυφή της ατζέντας τους. Το πιο περίεργο είναι το γεγονός ότι οι καταναλωτές ανά τον κόσμο ανησυχούν περισσότερο απ’ ότι στο παρελθόν για θέματα βιωσιμότητας, γεγονός που προφανώς αποτελεί αντίφαση σε σχέση με τους στόχους των CEOs. H έρευνα που διεξήχθη σε 19.000 καταναλωτές ανά τον κόσμο, έδειξε ότι περίπου το 60% ανησυχεί περισσότερο για την κλιματική αλλαγή απ’ ότι πριν από δύο χρόνια, συχνά λόγω προσωπικών εμπειριών με ακραίες καιρικές συνθήκες. Την ίδια στιγμή δε, το 36% των αγοραστών B2B, δηλώνει ότι θα εγκατέλειπε έναν προμηθευτή που δεν ανταποκρίνεται σε προσδοκίες βιωσιμότητας.

Κι όμως οι CEOs φαίνεται να αλλάζουν προτεραιότητες. Υπάρχει άραγε εξήγηση; Μία απάντηση θα μπορούσε να είναι το ολοένα και υψηλότερο κόστος που απαιτούν από τις επιχειρήσεις οι στρατηγικές στήριξης της βιωσιμότητας. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι οι εταιρείες δυσκολεύονται να εκπληρώσουν τις υπάρχουσες δεσμεύσεις τους για τη βιωσιμότητα. Συγκεκριμένα, το 30% των εταιρειών που γνωστοποιούν την πρόοδό τους σε δείκτες βιωσιμότητας μέσω του CDP (Customer Data Platform) απέχουν σημαντικά από τους στόχους μείωσης των εκπομπών Scope 1 και 2, και σχεδόν οι μισές υστερούν στις εκπομπές Scope 3. Παράλληλα, πολλές εταιρείες επαναξιολογούν, προσαρμόζουν και σε ορισμένες περιπτώσεις ανακαλούν, τις δεσμεύσεις τους για το κλίμα.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι πολλές βιώσιμες τεχνολογίες ενδέχεται να ωριμάσουν και να φτάσουν στο σημείο καμπής τους πολύ πιο σύντομα απ’ ότι θα περίμεναν κάποιοι κι αυτό εάν επαληθευτεί, θα επιβαρύνει τις επιχειρήσεις. Εδώ υπάρχει ένα ακόμα πρόβλημα, το οποίο αφορά κυρίως στους καταναλωτές, οι οποίοι συνεχίζουν να αξιολογούν τη βιωσιμότητα ως σημαντικό κριτήριο αγοράς, αλλά την ίδια στιγμή δεν κατανοούν πλήρως τι καθιστά ένα προϊόν ή μια υπηρεσία βιώσιμη. Προφανώς και πρόκειται για έλλειμμα επικοινωνίας, το οποίο πρέπει να καλυφθεί άμεσα από τους stakeholders, τα media και τους επικοινωνιολόγους. Η έρευνα της Bain δείχνει ότι για τους καταναλωτές οι εταιρείες λιανικού εμπορίου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιλογή βιώσιμων αγορών, ωστόσο η ενημέρωσή τους για το θέμα αυτό προέρχεται περισσότερο από άρθρα και ντοκιμαντέρ (35%) και λιγότερο από καμπάνιες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης που κάνουν οι ίδιες οι εταιρείες (28%). Αυτό πρέπει οπωσδήποτε να αλλάξει και κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει παρά με συλλογικές πρωτοβουλίες των άμεσα εμπλεκόμενων φορέων (ενώσεων επιχειρήσεων, ενώσεων επικοινωνιολόγων, marketers κ.α.).

Στην ίδια κατεύθυνση, η έρευνα της Bain τονίζει πως οι εταιρείες πρέπει να δώσουν προτεραιότητα σε ανακυκλωμένες και ανακυκλώσιμες συσκευασίες και να δημιουργήσουν συνεργασίες σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα με στόχο την ενίσχυση της διαθεσιμότητας βιώσιμων προϊόντων. Σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια, κατά την Bain, μπορεί να είναι η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία διευκολύνει πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις για την επικοινωνία σχετικά με τα βιώσιμα προϊόντα και τις υπηρεσίες. «Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γεφυρώσει αυτό το χάσμα, βελτιώνοντας την επικοινωνία και κάνοντας την πληροφόρηση για τα βιώσιμα προϊόντα πιο σαφή και αποτελεσματική», επισημαίνει η εταιρεία. Οι προκλήσεις στο κομμάτι της βιωσιμότητας ωστόσο είναι πολλές και βρίσκονται μπροστά μας.


Παρότι το 85% των προμηθευτών δηλώνουν ότι ενσωματώνουν σε κάποιο βαθμό τη βιωσιμότητα στα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, μόλις το 27% θεωρούν ότι γνωρίζουν καλά τις ανάγκες βιωσιμότητας των πελατών τους

Υοu ‘ve got mail…

Τις προηγούμενες ημέρες το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα, όταν υποψήφιος για την προεδρία πολιτικού κόμματος, αλλά και εν ενεργεία δήμαρχος, έκανε ακριβώς το ίδιο, στέλνοντας σε εκατοντάδες e-mail ανυποψίαστων πολιτών ενημέρωση για τις πολιτικές του θέσεις. Η πρωτοβουλία αυτή έφερε εκ νέου στην επικαιρότητα το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων στην πολιτική επικοινωνία. Οι συζητήσεις που ακολούθησαν από επικοινωνιολόγους, νομικούς, πολιτικούς και δημοσιογράφους ανέδειξαν την ανάγκη επαναξιολόγησης των όρων της πολιτικής επικοινωνίας και την προσαρμογή τους στα σημερινά δεδομένα. Από τη μία είναι σαφές ότι δεν μπορεί η πολιτική επικοινωνία να ξαναγυρίσει στην αφισοκόλληση και στην ντουντούκα, αλλά από την άλλη, οι δυνατότητες της τεχνολογίας και του διαδικτύου προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να διέπονται από αυστηρούς όρους και κανόνες. Ειδικά από τη στιγμή που στην εκλογική διαδικασία συμμετέχουν πλέον και Έλληνες του εξωτερικού, είναι σαφές ότι θα πρέπει και οι υποψήφιοι να έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνήσουν με κάποιο τρόπο μαζί τους. Και νομίζω όλοι συμφωνούμε, πως το να τους στέλνουν ενημέρωση μέσω… ταχυδρομείου είναι διαδικασία ακριβότερη, ξεπερασμένη, αναποτελεσματική αλλά -το κυριότερο- επιβαρυντική για το περιβάλλον.

Πώς ορίζεται όμως ο όρος «προσωπικά δεδομένα»; Σύμφωνα με τον Κανονισμό της Ε.Ε (2016/679), ως «προσωπικό δεδομένο» ορίζεται οποιαδήποτε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο, άμεσα ή έμμεσα, με τη χρήση οποιουδήποτε αναγνωριστικού στοιχείου ταυτότητας, εν ζωή φυσικό πρόσωπο. Αντιστοίχως, «επεξεργασία» ορίζεται κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που διενεργείται σε προσωπικά δεδομένα. Βάσει των ανωτέρω, τα e-mail στα οποία περιλαμβάνεται το ονοματεπώνυμο του χρήστη, είτε ολόκληρο είτε τα αρχικά, συνιστούν προσωπικά δεδομένα. Εξαίρεση αποτελούν διευθύνσεις όπως π.χ. [email protected]. Mέχρι το 2022, η πολιτική επικοινωνία συμπεριλαμβάνονταν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 3471/2006, ο οποίος ρύθμιζε την «αζήτητη» επικοινωνία για σκοπούς «απευθείας εμπορικής προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών για κάθε είδους διαφημιστικούς σκοπούς». Από το 2022 όμως το Συμβούλιο της Επικρατείας έβγαλε την πολιτική επικοινωνία από το νόμο αυτό, καθώς εκτίμησε ότι αυτή ως λειτουργία «διενεργείται στο πλαίσιο του γενικού δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας, του δικαιώματος των πολιτών στην πληροφόρηση και της εκπλήρωσης της συνταγματικής αποστολής των πολιτικών κομμάτων». Ο νομοθέτης επισήμαινε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική επικοινωνία θα είναι ανεξέλεγκτη, αλλά ότι «θα υπόκειται και θα εναρμονίζεται με το πρωτογενές και παράγωγο ενωσιακό δίκαιο».

Επί του πρακτέου, αυτό σημαίνει ότι η ενημέρωση των δύο παραπάνω πολιτικών που στάλθηκε ηλεκτρονικά, θα έπρεπε να συνοδεύεται από έτερο ενημερωτικό σημείωμα στο οποίο θα περιέχονταν όλες οι κανονιστικά προβλεπόμενες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν στην πηγή των δεδομένων τους. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Επισημαίνεται πως οι ποινές για τη μη τήρηση των προβλεπόμενων ξεκινούν από την επιβολή διοικητικού προστίμου και φτάνουν μέχρι και σε ποινική δίωξη.
Σε κάθε περίπτωση, τα παραπάνω γεγονότα θα πρέπει να προβληματίσουν επικοινωνιολόγους και πολιτικούς, όσον αφορά στους όρους με τους οποίους γίνεται η πολιτική επικοινωνία. Είναι σαφές ότι το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο έχει ξεπεραστεί από τις εξελίξεις και πρέπει να αναθεωρηθεί άμεσα. Ίσως και η ΕΔΕΕ θα έπρεπε να αναλάβει σχετική πρωτοβουλία. Μάλιστα το timing είναι καλό δεδομένου ότι οι επόμενες εκλογικές διαδικασίες αργούν χρονικά, οπότε υπάρχει ο χρόνος για συζήτηση και αποφάσεις.

Εφημερίδες, ώρα μηδέν…

Πηγαίνοντας στον τόπο καταγωγής μου, σε μεγάλο χωριό -κωμόπολη σχεδόν-, νησιού του ΒΑ Αιγαίου, διαπίστωσα με μεγάλη έκπληξη και λύπη, ότι για πρώτη φορά δεν υπήρχε κανένα τοπικό κατάστημα ή περίπτερο που να πουλάει εφημερίδες. Σε μια κωμόπολη 2.000 κατοίκων, -που το καλοκαίρι διπλασιάζονται-, δεν πουλιούνταν εφημερίδες. Για πρώτη φορά στην ιστορία. Και δυστυχώς το ίδιο διαπίστωσα ακόμα και στην πρωτεύουσα του νησιού, όπου τα σημεία πώλησης εφημερίδων είχαν περιοριστεί στο ελάχιστο και η εύρεσή τους ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Σε σχετική ερώτηση «γιατί δεν υπάρχουν εφημερίδες», η απάντηση ήταν ότι ελάχιστοι αγοράζουν, ενώ τα logistics που απαιτούνται από τα πρακτορεία καθιστούν μη συμφέρουσα τη διανομή τους, αφού το κέρδος για τα σημεία πώλησης είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Με άλλα λόγια, δεν συμφέρει πλέον η πώλησή τους.

Σύμφωνοι, όλοι γνωρίζουμε ότι η κυκλοφορία των εφημερίδων κατρακυλάει διαρκώς και η απήχησή τους συρρικνώνεται. Ωστόσο, όταν διαπιστώνεις από πρώτο χέρι ότι απλά δεν υπάρχουν πλέον σημεία πώλησής τους σε μεγάλες πληθυσμιακές κοινότητες, δεν μπορείς παρά να αισθανθείς λύπη και απογοήτευση. Είναι σαφές ότι το διαδίκτυο έδωσε απεριόριστη και δωρεάν πρόσβαση στην ενημέρωση και η ανάγνωση εφημερίδων φαντάζει πλέον σχεδόν αναχρονιστική, ειδικά σε ηλικίες κάτω των 30-35 ετών. Οι εφημερίδες φαίνεται να απασχολούν πλέον μόνο τους «επαγγελματίες» της πολιτικής, τα κόμματα, αλλά και τα ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι την τελευταία 10ετία το αναγνωστικό κοινό των εφημερίδων έχει συρρικνωθεί απελπιστικά και οι συνολικές πωλήσεις εφημερίδων μειώθηκαν περίπου κατά 75%. Μάλιστα, αυτό αφορά όχι μόνο τις πολιτικές και οικονομικές εφημερίδες, αλλά και τις αθλητικές, οι οποίες τα προηγούμενα χρόνια είχαν δείξει αξιοθαύμαστα σημάδια αντοχής. Από περίπου 80.000 φύλλα που ήταν η μέση ημερήσια κυκλοφορία τους προ 10ετίας, πλέον έχει πέσει κάτω από 6.500 φύλλα. Στις ημερήσιες δε οικονομικές εφημερίδες έχει μείνει μόνο η ιστορική Ναυτεμπορική, με χαμηλή ωστόσο κυκλοφορία, παρά το εξαιρετικό της περιεχόμενο.

Ας δούμε κάποια νούμερα. Σύμφωνα με την έρευνα ημερήσιου και περιοδικού Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ οι συνολικές πωλήσεις των εφημερίδων το 2023 μειώθηκαν κατά 3.217.900 φύλλα ή 10,2% σε σχέση με το 2022. Πτώση υπήρξε σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες και ειδικότερα σε πολιτικές -2.268.672 φύλλα ή 9,4%, οικονομικές -76.011 φύλλα ή 13,8%, αθλητικές -660.418 φύλλα ή 10,4% και λοιπές -212.707 φύλλα ή 45,3%. Σημειώνεται ότι και μεταξύ 2022 και 2021 είχε καταγραφεί μείωση 14,1% στις συνολικές πωλήσεις των εφημερίδων. Η εικόνα είναι αποκαρδιωτική. Το χειρότερο από όλα όμως είναι η μεγάλη πτώση κυκλοφοριών και των εφημερίδων του σαββατοκύριακου, κατηγορία που θεωρούνταν ως η «Γραμμή Μαζινό» των εφημερίδων. Μια Γραμμή που «έπεσε» πλέον με τη σειρά της, καθιστώντας το μέλλον των εφημερίδων εξαιρετικά επισφαλές.

Ασφαλώς δεν θα εκλείψει η ύπαρξή τους. Ωστόσο το ερώτημα είναι με ποια μορφή και ποιο περιεχόμενο θα παραμείνουν στα περίπτερα. Ποιο θα είναι το κοινό που θα τις διαβάζει; Και πως το επιχειρηματικό τους μοντέλο θα είναι βιώσιμο; Οι απαντήσεις δεν είναι ούτε εύκολες, ούτε αυτονόητες. Και δεν αφορά μόνο εκδότες και δημοσιογράφους, αλλά και την Πολιτεία, η οποία πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες. Η προσπάθεια πρέπει να είναι κοινή, στρατηγική και αποφασιστική. Από όλους τους εμπλεκόμενους. Και να ξεκινήσει… χθες.

Η “οικονομία των εμπειριών” στο σύγχρονο marketing

Αυτό αποτυπώνεται σταθερά σε κάθε σχετική έρευνα διεθνώς. Η τελευταία δε, έρευνα της Mastercard, αποδεικνύει ότι η τάση αυτή επεκτείνεται και στα λεγόμενα “άυλα brands”, όπως είναι το τουριστικό προϊόν. Δείχνει δε, ότι η Ευρώπη το 2023 υποδέχθηκε 700 εκατομμύρια τουρίστες, ενώ φέτος τόσο οι Ευρωπαίοι όσο και οι ξένοι επισκέπτες θα επικεντρωθούν σε δαπάνες για εμπειρίες. Μάλιστα, σχεδόν 9 στους 10 ερωτηθέντες (88%) δήλωσαν ότι σκοπεύουν να ξοδέψουν τα ίδια ή περισσότερα χρήματα για δραστηριότητες αναψυχής το 2024, σε σύγκριση με το 2023. Όπως αναφέρει ο Raja Rajamannar, Chief Marketing & Communications Officer της Mastercard, «η συγκεκριμένη έρευνα βοηθά να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που οι άνθρωποι θέτουν ως προτεραιότητα το 2024 και μετά, και πώς μπορούμε να φέρουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο χαρά στις ζωές τους».

Αναμφίβολα ρόλο έπαιξε σε αυτή την εξέλιξη και η πανδημία Covid-19, που επηρέασε την κοσμοθεωρία των ανθρώπων ανά τον κόσμο. Εξάλλου, τα στοιχεία του Οικονομικού Ινστιτούτου της Mastercard αποκαλύπτουν ότι το μερίδιο των δαπανών για εμπειρίες, όπως τα ταξίδια ή το φαγητό σε όλη την Ευρώπη, αυξήθηκε το 2023, αγγίζοντας το 22% των συνολικών δαπανών, έναντι 19% το 2019, ενώ συγκριτικά το ποσοστό των δαπανών για υλικά αγαθά παρέμεινε σταθερό.

Η έρευνα αποκαλύπτει ότι οι εμπειρίες που οι άνθρωποι περιμένουν με ανυπομονησία σχετίζονται με τα ταξίδια, ενώ ακολουθούν μουσικά γεγονότα, εμπειρίες σε εξωτερικούς χώρους, γαστρονομικές εκδρομές και αποδράσεις με στόχο την ευεξία. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους οι καταναλωτές επικεντρώνονται σε τέτοιου είδους επενδύσεις χρημάτων, το “άυλο” όφελος των εμπειριών αναφέρεται ως βασικός παράγοντας. Σχεδόν 4 στους 5 (78%) δήλωσαν ότι οι δαπάνες αυτές συνήθως ή πάντα αξίζουν τον κόπο, σε πλήρη αντίθεση με το 4% που θεωρεί ότι σπάνια ή ποτέ δεν αξίζουν. Παράλληλα, το 40% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι οι εμπειρίες είναι αυτές που εξασφαλίζουν τις καλύτερες αναμνήσεις τους, με πάνω από το ένα τρίτο (35%) να εκφράζει ότι αυτές τους βοήθησαν να δουν τον κόσμο υπό νέο πρίσμα, και το 33% να υποστηρίζει ότι οι κοινές εμπειρίες με άλλους είναι ιδιαίτερα εποικοδομητικές, είτε πρόκειται για την εξερεύνηση ενός νέου προορισμού, είτε για την παρακολούθηση μιας πολιτιστικής εκδήλωσης, είτε απλώς για την απόλαυση ενός γεύματος μαζί.

Πάνω από 4 στους 10 (41%) δήλωσαν ότι καθοριστικό ρόλο στην απόφαση να “επενδύσουν” σε μια εμπειρία διαδραματίζει η μοναδικότητά της. Η επιθυμία αυτή δίνει ώθηση στα ταξίδια, με το 26% των καταναλωτών να αναφέρουν ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος που ταξιδεύουν και πάνω από 4 στους 10 (41%) ότι θα ταξίδευαν σε άλλη χώρα ή ήπειρο μόνο και μόνο για να ζήσουν μια ξεχωριστή εμπειρία που τους ενθουσιάζει.

Τα παραπάνω οδηγούν το marketing στην λεγόμενη “οικονομία των εμπειριών”, η οποία απαιτεί περαιτέρω αναπροσαρμογή στην προσέγγιση των brands, άυλων και μη, όπου η έννοια της “εμπειρίας” κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Πρόκειται για μια διαρκή άσκηση, την οποία εκτιμώ ότι το marketing θα λύσει, αρκεί να είναι σε εγρήγορση για να αποκωδικοποιεί τα μηνύματα των καιρών. Tα δεδομένα αλλάζουν πλέον κυριολεκτικά από μέρα σε μέρα κι αυτό σημαίνει ότι το marketing πρέπει να λειτουργεί σε real time διαρκώς.

Η πρόκληση του «ανεξάρτητου καταναλωτή»

Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι οι ανάγκες του marketing σήμερα είναι πολύ διαφορετικές από τις αντίστοιχες 20 μόλις χρόνια πριν. Η νέα παγκόσμια έρευνα της ΕΥ, Future Consumer Index, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 23.000 καταναλωτές από 30 χώρες, δείχνει ότι οι καταναλωτές είναι πλέον πιο συνειδητοποιημένοι και έμπειροι, ενώ εμφανίζονται πιο ικανοί στην αντιμετώπιση των κρίσεων.

Η σημαντικότερη πρόκληση για τους marketers είναι η αντιμετώπιση των «ανεξάρτητων καταναλωτών», εκείνων δηλαδή που μελετούν προσεκτικά κάθε τους καταναλωτική κίνηση, αναζητούν ενεργά πληροφορίες, αποφασίζουν και δρουν αυτόνομα, χωρίς να επηρεάζονται από τις παραδοσιακές πηγές επιρροής και πληροφόρησης. Από εδώ ξεκινούν οι κίνδυνοι για τα brands.

Γνωρίζουμε ότι πλέον οι καταναλωτές επηρεάζονται λιγότερο από τα παραδοσιακά μέσα, όπως είναι η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και τα έντυπα, έχοντας στραφεί σε νέα, ψηφιακά κανάλια επικοινωνίας, όπως π.χ. τα social media, στα οποία υπάρχει έντονη αλληλεπίδραση, αφού εκεί καταγράφουν οι ίδιοι τις εμπειρίες από τις αγορές τους και τα brands που χρησιμοποιούν, διαβάζουν αξιολογήσεις άλλων καταναλωτών, ενώ προβαίνουν άμεσα σε ψηφιακές αγορές. Στη συγκεκριμένη έρευνα της ΕΥ δε, το 61% των συμμετεχόντων δήλωσαν ότι αγόρασαν ένα προϊόν κατόπιν σύστασης ή προώθησης από influencer, ενώ μόλις το 21% “κλίκαραν” σε διαφήμιση στα “παραδοσιακά” -ναι, έγιναν κιόλας “παραδοσιακά”!- social media, όπως π.χ. το Facebook. Και κάπως έτσι προκύπτει η ανάγκη επένδυσης των brands και των marketers σε νέα κανάλια και εμπειρίες που συνάδουν με τις αξίες και τις προτιμήσεις του εκάστοτε καταναλωτή, αντί να βασίζονται σε οριζόντιες προσεγγίσεις.

«Ωραία, δεν είναι δύσκολο αυτό» θα έλεγε κανείς, αφού υπάρχουν πλέον τα data που συλλέγονται από τις κινήσεις των καταναλωτών στις ιστοσελίδες και τις αλληλεπιδράσεις τους με άλλους καταναλωτές στα social media. Το πρόβλημα είναι ότι, όπως δείχνει η ίδια έρευνα, οι καταναλωτές θα ήταν ευχαριστημένοι εάν αφαιρούνταν τα third-party-cookies, καθώς πλέον έχουν αρχίσει να τους εκνευρίζουν και να τους φοβίζουν. Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο για τα νεότερα brands ή τα brands που δεν διαθέτουν κανάλια άμεσης πώλησης και έτσι δεν λαμβάνουν αρκετά first-party-cookies ώστε να προσεγγίσουν τους καταναλωτές προσωποποιημένα.

Κάποιος θα μπορούσε να σκεφθεί π.χ. ότι μια λύση θα ήταν οι προσφορές και οι εκπτώσεις. Πλέον, η στρατηγική αυτή δεν είναι αποτελεσματική, αφού τα στοιχεία δείχνουν ότι η αφοσίωση των καταναλωτών διαρκεί όσο και τα οφέλη που λαμβάνουν από τις προσφορές αυτές. Εδώ, οι μεγάλες εταιρείες και τα μεγάλα brands έχουν πλεονεκτήματα έναντι των μικρότερων, αφού μπορούν να επενδύσουν στα δικά τους δίκτυα διανομής και σε συνεργασίες, συλλέγοντας περισσότερα δεδομένα.

Οι προκλήσεις όμως δεν σταματούν εδώ, αφού ένα νέο πρόβλημα έρχεται να προστεθεί και αυτό αφορά στις ανησυχίες των καταναλωτών για την ασφάλεια των προσωπικών τους δεδομένων. Στην έρευνα της ΕΥ, άνω του 60% των συμμετεχόντων δηλώνουν ότι ανησυχούν και η ανησυχία αυτή επηρεάζει την καταναλωτική τους συμπεριφορά. Κινήσεις αντιμετώπισης του προβλήματος έχουν γίνει η αλήθεια είναι, αλλά υπάρχουν ακόμα παγίδες. Αν όλα αυτά δεν συνιστούν ναρκοπέδιο για το marketing, τότε τι άλλο θα μπορούσε να συνιστά; Σε όλα αυτά όμως, ο marketer έχει έναν σύμμαχο, την τεχνολογία. Η λύση θα ξεκινήσει από εδώ. Με ποιο τρόπο θα το κρίνει ο ίδιος και το brand που εκπροσωπεί. Αρκεί να την σεβαστεί…

Η επιτυχία του ελληνικού Pledge

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Mediarisk (η εταιρεία στην οποία ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ) έχει αναθέσει το τεχνικό μέρος των ελέγχων για τις διαφημιστικές καμπάνιες που εθελοντικά οι συμμετέχουσες εταιρείες τροφίμων έχουν αποδεχθεί), κατά τη 2η αξιολόγηση του ελληνικού Pledge τα ποσοστά συμμόρφωσης στην τηλεόραση ανέρχονται στο 98,1%, ενώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις εταιρικές ιστοσελίδες και στους influencers φθάνουν το 100%.

Για όσους ακόμα δεν γνωρίζουν, το ελληνικό Pledge είναι ένα πλαίσιο κοινών εθελοντικών δράσεων και δεσμεύσεων, ένας Κώδικας Αυτοδέσμευσης με άλλα λόγια, από επιχειρήσεις τροφίμων, ο οποίος έχει στόχο να βελτιώσει τον τρόπο διαφήμισης των τροφίμων σε παιδιά κάτω των 13 ετών, με απώτερο σκοπό την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας και των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων. Η πρωτοβουλία προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία την ξεκίνησε με το ευρωπαϊκό EU Pledge. H υλοποίησή της στην Ελλάδα προέκυψε ως πρωτοβουλία του ΣΕΒΤ, έχει την υποστήριξη και του ΣΔΕ, ενώ στο ελληνικό Pledge συμμετέχουν 19 από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις τροφίμων της χώρας μας, με το ενδιαφέρον για ένταξη και άλλων να αυξάνεται όσο περνάει ο καιρός.

Η απόφαση του ΣΕΒΤ και του ΣΔΕ να προχωρήσουν στην υλοποίηση αυτού του Κώδικα Αυτοδέσμευσης συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, οι οποίες δείχνουν ότι το θέμα της υγιεινής διατροφής σε συνδυασμό με τη διαφήμιση των τροφίμων και ποτών στα παιδιά βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Μάλιστα ο ΣΕΒΤ στην ιστοσελίδα του εστιάζει και στη νέα στρατηγική με τίτλο «Από το αγρόκτημα στο πιάτο», η οποία θέτει μια σειρά από στόχους και προκλήσεις για τη μετάβαση σε πιο βιώσιμα συστήματα τροφίμων, που «είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον κλάδο, καθώς αγγίζει περιοχές στις οποίες ήδη δραστηριοποιείται ενεργά η Βιομηχανία μας».

Οι εταιρείες του ελληνικού Pledge δηλώνουν ότι δεσμεύονται στα εξής: Να μην πραγματοποιούν σε τηλεόραση και σε online μέσα διαφημίσεις που απευθύνονται σε παιδιά κάτω των 13 ετών, προϊόντων τα οποία δεν πληρούν συγκεκριμένα διατροφικά κριτήρια, όπως ορίζονται από το EU Pledge, είτε να μην διαφημίζουν καθόλου προϊόντα σε παιδιά κάτω των 13 ετών.

Επίσης, δηλώνουν ότι αποδέχονται την παρακολούθηση της συμμόρφωσης της συγκεκριμένης αυτοδέσμευσής τους από τους ανεξάρτητους φορείς που έχει επιλέξει ο ΣΕΒΤ. Αυτό σημαίνει πως εάν τους ζητηθεί, θα πρέπει να δίνουν στον ΣΕΒΤ κατάλογο με τα διαφημιζόμενα προϊόντα τους, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση ή όχι αυτών με τα διατροφικά κριτήρια του ελληνικού Pledge.

Η ελληνική βιομηχανία ήταν από τις πρώτες που έθεσε το θέμα της προώθησης μιας υγιούς και βιώσιμης διατροφής, δημιουργώντας τον Μάιο του 2021 τον «Κώδικα Δεοντολογίας για την υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική και πρακτική προώθησης των προϊόντων τροφίμων». Ο Κώδικας αυτός προβλέπει την εφαρμογή από τις εταιρείες τροφίμων υπεύθυνων πρακτικών για την προώθηση και διαφήμιση των προϊόντων τους, δίνοντας έμφαση στη σημασία της αυτοδέσμευσης. Οι μήνες που κύλισαν αποτέλεσαν μια ευχάριστη έκπληξη για την αποδοχή του ελληνικού Pledge, το οποίο όπως φαίνεται και από τα στοιχεία της Mediarisk, φέρνει αποτελέσματα. Μακάρι η συνέχεια να είναι ακόμα καλύτερη διότι οι πιέσεις του marketing θα εντείνονται όσο ο ανταγωνισμός κορυφώνεται.

Big Mac stories

Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο έκρινε ότι η αμερικανική αλυσίδα εστιατορίων δεν μπορεί πλέον να έχει τα αποκλειστικά δικαιώματα του brand name Big Mac στις χώρες μέλη της, διότι επί 5 συνεχή χρόνια δεν το είχε χρησιμοποιήσει «τόσο όσο έπρεπε». Το όλο ζήτημα ξεκίνησε το 2017, όταν η ανταγωνίστρια ιρλανδική αλυσίδα εστιατορίων Supermac είχε κάνει αίτηση για ανάκληση του εμπορικά κατοχυρωμένου από το 1996 σήματος της McDonald’s για προϊόντα κρέατος, πουλερικών και υπηρεσιών που παρέχονται στα εστιατόρια της αλυσίδας στην Ε.Ε. Κι αυτό διότι όπως υποστήριζε, η τελευταία δεν είχε θέσει το εν λόγο εμπορικό σήμα σε «πραγματική χρήση» στις χώρες της Ένωσης. Οι δύο ανταγωνίστριες εταιρείες είχαν προσφύγει στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ε.Ε. στην Ισπανία, καθώς και στο Εφετείο του ίδιου οργανισμού, ωστόσο δεν ήταν αρκετό αυτό για να υπάρξει μια συμβιβαστική λύση.

Σε πρώτο χρόνο το Γραφείο Πνευματικής Ιδιοκτησίας της Ε.Ε. (ΕUIPO) είχε απορρίψει την αίτηση ανάκλησης της Supermac και επιβεβαίωσε τη χρήση από την McDonald’s του brand name Big Mac για σάντουιτς με κρέας και κοτόπουλο, με αποτέλεσμα η ιρλανδική εταιρεία να αμφισβητήσει την απόφαση. Ωστόσο στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα της McDonald’s, ενώ ακύρωσε εν μέρει και τροποποίησε την απόφαση του EUIPO.

Όπως αναφέρει η απόφαση του δικαστηρίου, «τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η McDonald’s δεν παρέχουν καμία ένδειξη για την έκταση της χρήσης του εμπορικού σήματος Big Mac σε σχέση με τα προϊόντα πουλερικών, ιδίως όσον αφορά στον όγκο των πωλήσεων, τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε το σήμα και τη συχνότητα της χρήσης». Ουσιαστικά αυτό που λέει η απόφαση είναι ότι η McDonald’s δεν δικαιούται να ζητά αποκλειστική χρήση ενός εμπορικού σήματος το οποίο είναι αδρανές, έστω και αν αυτό αποτελεί δικό της δημιούργημα.

Ποιο σκεπτικό όμως κρύβεται πίσω από αυτή την απόφαση; Σύμφωνα με τη νομική ανάλυση, η απόφαση αυτή περιορίζει τη δυνατότητα των πολυεθνικών επιχειρήσεων να καρπούνται brand names κατά αποκλειστικότητα, τα οποία δεν τα χρησιμοποιούν αλλά τα διατηρούν απλά και μόνο για να μην δώσουν τη δυνατότητα σε μικρότερες εταιρείες να τα χρησιμοποιούν αυτές.

«Πρόκειται για μια σημαντική απόφαση που ακολουθεί μια προσέγγιση κοινής λογικής για τη χρήση εμπορικών σημάτων από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Aπόφαση που αποτελεί δικαίωση των μικρών επιχειρήσεων που αντιστέκονται σε παγκόσμιες οντότητες» δήλωσε σχετικά ο CEO της Supermac, Pat McDonagh.

Τα συμπεράσματα από την υπόθεση αυτή είναι σημαντικά. Ειδικά από τη στιγμή που αφορά ένα από τα πλέον διάσημα εμπορικά σήματα ανά τον κόσμο, όπως το Big Mac και μια πολυεθνική εταιρεία κολοσσό όπως η McDonald’s, όπου εύκολα θα μπορούσε να θεωρήσει κάποιος πως δεν υπάρχει περίπτωση αρνητικής για την εταιρεία αυτή εξέλιξη. Τα brand names ωστόσο συνιστούν δυναμικές οντότητες, στις οποίες οι εταιρείες θα πρέπει να επενδύουν σταθερά, αλλά πάνω απ’ όλα, στρατηγικά. Γιατί σε μια αγορά που «τρέχει» με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία και ο ανταγωνισμός είναι σκληρός, τα εμπορικά σήματα αποτελούν περιουσία και δεν θα πρέπει να παραμελούνται. Το πάθημα της ΜcDonald’s –έστω και αν αφορά μόνο στην αγορά της Ε.Ε.– θα πρέπει να μελετηθεί από τους ανθρώπους του marketing. Όποιο συμπέρασμα και εάν προκύψει σίγουρα θα είναι θετικό.

Δείτε το “αλλιώς”…

Η έρευνα διεξήχθη από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό The Marketing Hub και σε αυτή συμμετείχαν 118 μεσαίου και μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις της χώρας μας. Μελετώντας προσεκτικά τα ευρήματα διαπιστώνει κανείς ότι η θέση του marketing σήμερα είναι ισχυρή και οι προοπτικές να γίνει ακόμα σημαντικότερη στο εγγύς μέλλον είναι μεγάλες. Όπως φαίνεται, οι άνθρωποι του χώρου και ιδιαίτερα εκείνοι που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα marketing παραμένουν αισιόδοξοι αλλά και ρεαλιστές, τόσο για την πορεία της εταιρείας τους, όσο και της οικονομίας, έστω και εάν το ποσοστό αυτό εμφανίζεται λίγο μειωμένο σε σχέση με το 2023.

Τα θέματα που απασχολούν τους marketers είναι η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών, ο πληθωρισμός, αλλά και η γεωπολιτική αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή μας. Την ίδια στιγμή φαίνεται ότι οι ανησυχίες για την ενεργειακή κρίση μειώνονται, ενώ αυξάνεται ο προβληματισμός για την κλιματική αλλαγή. Από την άλλη πλευρά, μεγάλες προκλήσεις παραμένουν η βέλτιστη αξιοποίηση του marketing budget, η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και η ορθολογική και αποτελεσματική διαχείριση των δεδομένων. Όσον αφορά στις στρατηγικές marketing στις οποίες θα εστιάσουν οι εταιρείες στην Ελλάδα τους προσεχείς μήνες, θα είναι η διείσδυση σε υφιστάμενες αγορές, η ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και η ανάπτυξη συνεργασιών και συνεργιών. Από την άλλη πλευρά, οι βασικές προτεραιότητες των marketers θα είναι το brand building, το digital marketing και η διαφήμιση, η δημιουργία περιεχομένου και η ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών.

Και φθάνουμε ίσως στο σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου εύρημα: Οι επικεφαλής του marketing επισημαίνουν ότι αντιμετωπίζουν πρόβλημα στην εύρεση ικανότερων στελεχών, ενώ θέλουν να επενδύσουν περισσότερο στη διαρκή εκπαίδευση και κατάρτιση των στελεχών τους. Είναι προφανές ότι το marketing συνιστά εκ φύσεως μια λειτουργία όπου ο ανθρώπινος παράγοντας έχει τον πρώτο λόγο, αλλά κάνει και τη διαφορά. Όσο κι αν προχωρήσει η τεχνολογία, η δημιουργικότητα και η ευρηματικότητα του ανθρώπινου μυαλού θα παραμείνει αξεπέραστη. Εδώ λοιπόν, εντοπίζεται ένα παράδοξο. Από τη μια μιλούν για μη εύρεση κατάλληλων στελεχών και από την άλλη η ελληνική αγορά είναι γεμάτη με ικανότατα στελέχη που είτε παραμένουν ανενεργά, είναι δραστηριοποιούνται σε projects κατώτερα των ικανοτήτων τους. Θεωρώ ότι το πρόβλημα ξεκινά από τον “ηλικιακό ρατσισμό” που κυριαρχεί στον κλάδο.

Μετά από 30 και πλέον χρόνια στην Επικοινωνία, γνωρίζω ότι υπάρχουν δεκάδες ικανά και επιτυχημένα στελέχη marketing που παραμένουν εκτός αγοράς μόνο και μόνο επειδή είναι μεγαλύτερα σε ηλικία. Μιλάμε για επένδυση στο DEIB (Diversity, inclusion, equity, belonging), αλλά επί της ουσίας δεν το εφαρμόζουμε. Ενώ υπάρχει και η θεωρία ότι ένα στέλεχος marketing που δραστηριοποιείται σε έναν επιχειρηματικό κλάδο (π.χ. στα FMCGs) δεν μπορεί μετά να ασχοληθεί με έναν άλλο (π.χ. σε οικονομικούς οργανισμούς). Λες και οι αρχές του marketing δεν είναι ίδιες παντού. Τεράστιο λάθος! Το πρόβλημα έλλειψης στελεχών marketing κατά τη γνώμη μου είναι τεχνητό. Θα πρέπει οι εταιρείες να εμπιστευθούν την εμπειρία, τη γνώση, την οπτική των παλαιότερων στελεχών, “παντρεύοντάς” τα φυσικά με το “νέο αίμα”, τα νέα στελέχη. Αλλά ας μην αφήνουν στην άκρη την εμπειρία. Ας το δουν “αλλιώς”. Είμαι σίγουρος ότι όλοι θα βγουν κερδισμένοι.

Limits or no limits?

Είναι ξεκάθαρο ότι ένα τέτοιο σύστημα διαφήμισης μεταμορφώνει ριζικά την εμπειρία του πελάτη στο κατάστημα και διαμορφώνει νέα δεδομένα στη διείσδυση του διαφημιστικού μηνύματος στον τελικό αποδέκτη. Ας δούμε όμως τι ακριβώς προσφέρει το νέο αυτό λογισμικό. Πρώτα απ’ όλα, τη δυνατότητα απομακρυσμένης διαχείρισης του περιεχομένου των διαφημιστικών βίντεο που προβάλλονται στη βιτρίνα. Αυτό σημαίνει ότι επιτρέπει στους χρήστες να διαχειρίζονται και να ενημερώνουν το περιεχόμενο των βίντεο που προβάλλονται στις οθόνες του καταστήματος, από απόσταση. Την ίδια στιγμή ανιχνεύει και καταγράφει τον αριθμό των πελατών που παρακολουθούν τις διαφημίσεις, καθώς και το χρονικό διάστημα που δαπανούν παρακολουθώντας το περιεχόμενο. Παράλληλα, το σύστημα, με τη χρησιμοποίηση προηγμένων αλγορίθμων ανάλυσης εικόνας μπορεί να αναγνωρίσει και να αξιολογήσει τα συναισθήματα των πελατών, με βάση τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους. Μπορεί δε να αναγνωρίσει το φύλο του ανθρώπου που παρακολουθεί τη διαφήμιση στις οθόνες του καταστήματος. Αυτό σημαίνει ότι επί της ουσίας δίνει τη δυνατότητα εξατομικευμένης προβολής του περιεχομένου ανάλογα με τις διαφορετικές ανάγκες και προτιμήσεις των διαφορετικών φύλων.

Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι οι δυνατότητες που δημιουργεί η ΤΝ ξεπερνούν και τα όρια της φαντασίας. Για τη διαφήμιση φυσικά αυτό δεν είναι καθόλου κακό. Απεναντίας, διαμορφώνει ένα διαφημιστικό περιβάλλον που η ευρηματικότητα και η δημιουργικότητα μπορούν να ανθήσουν και να δώσουν δείγματα δουλειάς που να αφήσουν εποχή. Οι δυνατότητες αυτές αναμένεται να διαμορφώσουν μια νέα γενιά δημιουργικών διευθυντών, η σκέψη των οποίων δεν θα γνωρίζει όρια και σχεδόν ποτέ δεν θα ακούν τη φράση «αυτό δεν μπορεί να γίνει». Η νέα αυτή γενιά θα έχει μια άλλη κουλτούρα, έχοντας διαφορετικές προσλαμβάνουσες και θα σκέφτεται με έναν τρόπο που λίγο θα μοιάζει με τον σημερινό, ενώ ζώντας εξ ολοκλήρου σε ένα περιβάλλον Τεχνητής Νοημοσύνης, θα έχει εγγεγραμμένο στο DNA της τη φράση «Νο limits». Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό και που μπορεί να οδηγήσει τη διαφήμιση ως λειτουργία και τεχνική δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε ακόμα. Εάν ωστόσο όλα τα παραπάνω λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον που θα έχει σοβαρούς κανόνες και όρια, που θα τηρούνται και θα εποπτεύονται αυστηρά, ίσως η επιρροή της Τεχνητής Νοημοσύνης να έχει θετικό αποτύπωμα στον ευρύτερο κλάδο της διαφήμισης. Θυμόμαστε όλοι τη διαφήμιση οδοντόκρεμας στις ΗΠΑ, στην οποία εμφανίζονταν… ο Τομ Χάνκς, χωρίς ο ίδιος να έχει ιδέα! Η ΤΝ είχε κάνει και εκεί το… θαύμα της.

Στην εξίσωση ωστόσο είναι και ο καταναλωτής, ο αποδέκτης της διαφήμισης. Πόσο άνετα θα αισθάνεται εάν γνωρίζει ότι η ΤΝ μπορεί να τον «σκανάρει» εξονυχιστικά, να γνωρίζει πως αισθάνεται, τι του αρέσει τη δεδομένη στιγμή, ίσως-ίσως και ακόμα τον τρόπο σκέψης του; Μάλλον καθόλου άνετα.

Η εξέλιξη όμως δεν μπορεί να σταματήσει, είναι αναπόφευκτη. Δεν ωφελεί να κάνουμε πως δεν βλέπουμε, να απορρίπτουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη και να μένουμε «κολλημένοι» σε παλιότερες νοοτροπίες και συντηρητισμούς. Πρέπει ωστόσο να ενθαρρύνουμε, ο καθένας από την πλευρά του και στο μερίδιο που του αναλογεί, τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος κανόνων, νομικών και ηθικών, οι οποίοι θα ακολουθούνται πιστά. Γιατί η τεχνολογία είναι ευχή και κατάρα. Το πως θα αξιοποιηθεί εξαρτάται από εμάς και μόνο. Εάν τη δούμε ως ευχή, η δημιουργικότητα στη διαφήμιση, στην εποχή της ΤΝ, θα αφήσει εποχή. Η πρόκληση είναι μπροστά μας.

Ε.Ε.: Νέα δεδομένα για την πολιτική διαφήμιση

Διαβάζοντας κανείς τον Κανονισμό διαπιστώνει ότι η διαφημιστική αγορά βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο περιβάλλον πολιτικής επικοινωνίας, το οποίο διαμορφώνεται από σειρά παραμέτρων, όπως είναι τα social media και -κυρίως- η επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία απειλεί να διαμορφώσει ένα περιβάλλον «ναρκοπέδιο» παρα-πληροφόρησης. Ο Κανονισμός τονίζει ότι πρέπει να αναφέρεται με σαφήνεια αν μια διαφήμιση είναι πολιτική, ποιος την έχει πληρώσει, σε ποια τιμή, με ποια εκλογική ή νομοθετική διαδικασία συνδέεται και κατά πόσο είναι στοχευμένη. Όπως αναφέρει, «οι πολιτικές απόψεις και άλλο συντακτικό περιεχόμενο, ανεξάρτητα από το μέσο μέσω του οποίου εκφράζονται, που υπόκεινται σε συντακτική ευθύνη, δεν θεωρούνται πολιτική διαφημιστική προβολή, εκτός εάν προβλέπεται ειδική πληρωμή ή άλλη αμοιβή για την προετοιμασία, την τοποθέτηση, την προώθηση, τη δημοσίευση ή τη διάδοσή τους από τρίτους ή σε σύνδεση με αυτές. Οι πολιτικές απόψεις που εκφράζονται υπό προσωπική ιδιότητα δεν θεωρούνται πολιτική διαφημιστική προβολή».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει δε ο ορισμός της έννοιας «πολιτική διαφημιστική προβολή», ο οποίος για πρώτη φορά διαφοροποιείται από τον όρο «πολιτική επικοινωνία». Σύμφωνα με τον ορισμό της Ε.Ε., «πολιτική διαφημιστική προβολή ορίζεται η προετοιμασία, τοποθέτηση, προώθηση, δημοσίευση, παράδοση ή διάδοση, με οποιοδήποτε μέσο, ενός μηνύματος, που παρέχεται συνήθως έναντι αμοιβής ή μέσω εσωτερικών δραστηριοτήτων ή στο πλαίσιο εκστρατείας πολιτικής διαφημιστικής προβολής από πολιτικό παράγοντα, για λογαριασμό του ή εξ ονόματός του, εκτός εάν έχει καθαρά ιδιωτικό ή αμιγώς εμπορικό χαρακτήρα ή που ενδέχεται και έχει σχεδιαστεί με σκοπό να επηρεάσει το αποτέλεσμα εκλογών ή δημοψηφίσματος, τη συμπεριφορά κατά την ψηφοφορία ή νομοθετική ή κανονιστική διαδικασία, σε ενωσιακό, εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο».

Ωστόσο για να μην υπάρξει καμία παρερμηνεία επί των παραπάνω, ο νομοθέτης καταγράφει και το τι δεν είναι πολιτική διαφημιστική προβολή. Όπως αναφέρεται, πολιτική διαφημιστική προβολή δεν είναι μηνύματα από επίσημες πηγές κρατών μελών ή της Ένωσης που σχετίζονται αυστηρά με την οργάνωση και τις λεπτομέρειες της συμμετοχής σε εκλογές ή δημοψηφίσματα, συμπεριλαμβανομένης της ανακοίνωσης των υποψηφιοτήτων και του ερωτήματος που τίθεται σε δημοψήφισμα, ή της προώθησης της συμμετοχής σε εκλογές ή δημοψηφίσματα. Επίσης, «δεν είναι δημόσια επικοινωνία που αποσκοπεί στην παροχή επίσημων πληροφοριών στο κοινό από, για ή εξ ονόματος οποιασδήποτε δημόσιας αρχής ενός κράτους μέλους ή από, για ή εξ ονόματος της Ένωσης, μεταξύ άλλων από, για ή εξ ονόματος των μελών της κυβέρνησης ενός κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι δεν ενδέχεται να επηρεάσει και δεν έχει σχεδιαστεί με σκοπό να επηρεάσει το αποτέλεσμα εκλογών ή δημοψηφίσματος, τη συμπεριφορά κατά την ψηφοφορία ή νομοθετική ή κανονιστική διαδικασία». Και τέλος, δεν είναι παρουσίαση των υποψηφίων σε συγκεκριμένους δημόσιους χώρους ή μέσα ενημέρωσης που προβλέπεται ρητά από τον νόμο και προσφέρονται δωρεάν, διασφαλίζοντας παράλληλα ίση μεταχείριση των υποψηφίων.

Σε κάθε νομοθετική πρόβλεψη υπάρχουν τρόποι «διαφυγής», ωστόσο θεωρώ ότι στις ευρωπαϊκές εκλογές δεν θα έχουμε τέτοια φαινόμενα. Θα ήταν όμως ενδιαφέρον να δούμε τι ισχύει στην ελληνική νομοθεσία για την πολιτική διαφήμιση. Εδώ σίγουρα χρειάζεται δουλειά από τους αρμόδιους φορείς. Μέχρι τότε, για τις ευρωπαϊκές εκλογές θα ανησυχούμε για ένα πράγμα: ότι στη χώρα μας μόνο ευρωπαϊκές δεν είναι, αφού στην προεκλογική ατζέντα των κομμάτων απουσιάζουν εκκωφαντικά… τα ευρωπαϊκά θέματα…

Περί αυτονόητων…

Δηλώνουμε ότι θα παρακολουθήσουμε με προσοχή την υλοποίηση του προγράμματος και θα πράξουμε κάθε τι αναγκαίο για την τήρηση της νομιμότητας, αλλά και του συμφέροντος των μελών μας». Άραγε, αν κάποιος διάβαζε αυτή τη φράση χωρίς να γνωρίζει το ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο τοποθετείται, σε τι θα μπορούσε να φανταστεί ότι αναφέρεται; Δεν θα αναφέρω παραδείγματα, ας το σκεφθεί ο καθένας μας αυτό. Το σίγουρο είναι πως δεν θα πήγαινε στο μυαλό του στο ότι πρόκειται απλά για μια επιστολή συλλογικού θεσμικού φορέα ΜΜΕ, που «προειδοποιεί» διαφημιζόμενο οργανισμό δημοσίου να ακολουθήσει το νόμο στην επιλογή μέσων στα οποία θα «τρέξει» ένα συγκεκριμένο διαφημιστικό του πρόγραμμα. Το ύφος της φράσης σαφώς και δεν συνάδει με το «political correct» τέτοιων επιστολών. Εάν κάποιος προσπαθήσει να το ερμηνεύσει κατά γράμμα, θα μπορούσε να το θεωρήσει ακόμα και… απειλή. Η φράση αυτή αποτελεί κομμάτι επιστολής που στάλθηκε από σύνδεσμο περιφερειακών μέσων σε δημόσιο οργανισμό και ζητά το αυτονόητο: την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 του νόμου 2328/95 και της παρ. 2 του άρθρου 4 του Π.Δ. 261/97, οι οποίες ορίζουν υποχρεωτική συμμετοχή των περιφερειακών μέσων σε ποσοστό τουλάχιστον 30% επί της συνολικής δαπάνης.

Είναι προφανές ότι επί της ουσίας, η επιστολή έχει βάση και το θεσμικό όργανο που την έστειλε είχε κάθε λόγο να την απευθύνει στον εν λόγω οργανισμό, δεδομένου ότι στο παρελθόν έχουν γίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, ουκ ολίγες παρατυπίες εις βάρος κυρίως, περιφερειακών μέσων. Ωστόσο δεν παύει το ύφος της επιστολής να είναι σε ένα βαθμό προβληματικό, πολύ αυστηρό και σίγουρα αδικεί τα μέλη του συγκεκριμένου συνδέσμου. Γιατί υπάρχει και συνέχεια, όπου υποδεικνύει στον δημόσιο οργανισμό τι πρέπει να κάνει: «Παρακαλούμε να δώσετε τις δέουσες εντολές προς τα αρμόδια όργανα και τις υπηρεσίες σας που θα αναλάβουν την υλοποίηση του συγκεκριμένου προγράμματος διαφημιστικής προβολής προκειμένου να τηρηθούν τα όσα ο νόμος αλλά και η κοινή λογική και το συμφέρον της ίδιας της δράσης επιβάλλουν». Για το ίδιο διαφημιστικό πρόγραμμα ανάλογη επιστολή απέστειλε και άλλο συλλογικό θεσμικό όργανο ΜΜΕ, αυτή τη φορά όμως με περισσότερο ορθολογική προσέγγιση.

Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί να πρέπει θεσμικά κλαδικά όργανα να ζητούν τα αυτονόητα, ενώ υποτίθεται υπάρχει νόμος ακριβώς για να ρυθμίζει τέτοιες καταστάσεις. Η απάντηση είναι ότι οι νόμοι δεν εφαρμόζονται όπως πρέπει, έχουν “γκρίζες ζώνες”, με αποτέλεσμα τα media plans να έχουν ελλείψεις και να συντηρούν θεωρίες συνομωσίες, που όμως μόνο θεωρίες δεν είναι. Και δεν αναφέρομαι στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά γενικότερα. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, τέτοιου είδους επιστολές δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης. Τα media plans δημόσιων οργανισμών (και όχι μόνο) θα έπρεπε να αιτιολογούν με καθαρά τεχνοκρατικά κριτήρια (αναγνωσιμότητες, τηλεθεάσεις, επισκεψιμότητες, ακροαματικότητες, ποιοτικά στοιχεία μέσου, κοινό-στόχος κ.α.) τις επιλογές τους, μέσο προς μέσο. Επαναλαμβάνω: μέσο προς μέσο. Έχοντας εξ αρχής όμως θέσει τις προδιαγραφές που απαιτούνται για τη συγκεκριμένη καμπάνια. Και πάλι θα υπήρχαν βέβαια “παραθυράκια”, ωστόσο η κατάσταση θα ήταν καλύτερη. Οι γκρίνιες θα περιορίζονταν και η ανάγκη τέτοιου είδους επιστολών δεν θα υπήρχε. Θέλουμε να το κάνουμε όμως; Μπορούμε; Διότι τελικά, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Ιδού η Ρόδος λοιπόν.

Τα «Αποτυπώματα» δεν σβήνουν…

Μια τέτοια στιγμή βιώνω τώρα που θέλω, που αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω κάτι για τον Θαλή Π. Κουτούπη, έναν άνθρωπο που έγραψε ιστορία στα δρώμενα της Επικοινωνίας και των Δημοσίων Σχέσεων, ενώ αποτέλεσε συνοδοιπόρο μας στο Marketing Week, σε τούτη εδώ, την τελευταία σελίδα του περιοδικού μας, επί κοντά 20 χρόνια, με την στήλη του που είχε ονομάσει «Αποτυπώματα».

Μπορεί να έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι άνθρωποι που γνωρίζουμε, αγαπάμε, έχουμε συνεργαστεί για χρόνια, περάσαμε όμορφες και δύσκολες στιγμές, κάποια στιγμή θα “φύγουν”, ωστόσο όταν η στιγμή αυτή φθάνει δεν είμαστε ποτέ προετοιμασμένοι. Η είδηση της απώλειας του αγαπημένου μας Θαλή πόνεσε. Το σφίξιμο στην καρδιά έφερε στην επιφάνεια τα επιτεύγματα αυτού του ανθρώπου που θεωρείται -και δικαίως- ο πρωτεργάτης των Δημοσίων Σχέσεων, της Πολιτικής Επικοινωνίας και της Χορηγίας, ιδιαίτερα της Πολιτιστικής. Συντάκτης, σχολιαστής, αρθρογράφος, χρονογράφος, ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος, έγραψε βιβλία και μυθιστορήματα, για να τον κερδίσουν στη συνέχεια η Διαφήμιση και οι Δημόσιες Σχέσεις. Από το 1974 και μετά, σχεδίασε δεκάδες καμπάνιες πολιτικής επικοινωνίας για κόμματα, πολιτικούς, ιδρύματα και πολιτικούς φορείς. Είναι ο άνθρωπος που θεμελίωσε τον χορηγικό θεσμό στην Ελλάδα, έχοντας γράψει και το πρώτο σχετικό βιβλίο, με έμφαση στην πολιτιστική χορηγία, τη σημασία της, τις αξίες που πρέπει να πρεσβεύει και τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει ως λειτουργία στον πολιτισμό.

Δεν έχει νόημα να καταγράψουμε το βιογραφικό του. Λίγο-πολύ όλοι όσοι ασχολούμαστε με την Επικοινωνία το γνωρίζουμε. Έχει νόημα όμως να μιλήσουμε για έναν άνθρωπο που ήταν λάτρης της πολιτικής ορθότητας, καυτηρίαζε με έναν μοναδικά εύστοχο τρόπο τα κακώς κείμενα, με έναν τρόπο που η πολύπλευρη τεκμηρίωσή τους από τον ίδιο, δυσκόλευε τους διαφωνούντες συνομιλητές του να ανταπαντήσουν. Λάτρευε τη δουλειά του, ήταν απαιτητικός με τους συνεργάτες του – αλλά και με τον εαυτό του-, ενώ την ίδια στιγμή έκρυβε μέσα του έναν απύθμενο συναισθηματισμό που ξάφνιαζε όσους δεν τον ήξεραν. Ίσως αυτό να είναι το αποτύπωμα που αφήνει ο Θαλής, ότι μπορεί ένας άνθρωπος να διαπρέπει στον επαγγελματικό στίβο αλλά ταυτόχρονα να παραμένει απλός και ανθρώπινος.

Θυμάμαι την πολύχρονη συνεργασία μας σε τούτη εδώ τη σελίδα, στα «Αποτυπώματά» του. Ποτέ μα ποτέ, επί 20 ολόκληρα χρόνια δεν τον είχα πάρει τηλέφωνο για να του θυμίσω να στείλει το κείμενό του. Πάντα το είχε έτοιμο μέρες πριν πάμε στο τυπογραφείο. Από την άλλη πλευρά, όσες φορές συζητούσαμε για ένα θέμα που του πρότεινα να σχολιάσει στη στήλη του, πάντα άκουγε με προσοχή και «έπιανε» αμέσως το ύφος και την προσέγγιση που θέλαμε. Με δύο κουβέντες που άκουγε, μπορούσε μετά όχι απλά να γράψει σχόλιο, αλλά ολόκληρο βιβλίο.
Ο κλάδος της Επικοινωνίας και των Δημοσίων Σχέσεων του οφείλει πολλά. Δεν πρέπει να τον ξεχάσει. Ίσως κάποιο βραβείο στα Ermis Awards να πρέπει να έχει το όνομά του. Ίσως κάτι άλλο, που αυτή τη στιγμή η συναισθηματική φόρτιση δεν μου επιτρέπει να σκεφτώ. Όπως και να ’χει ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ του το οφείλουμε. Καλό ταξίδι Θαλή στη γειτονιά των αγγέλων. Σ’ ευχαριστούμε για όλα όσα μας δίδαξες…

Συν Αθηνά και χείρα κίνει…

Τα τελευταία χρόνια η εξέλιξη της τεχνολογίας και η ψηφιοποίηση υπηρεσιών και λειτουργιών της Πολιτείας έδωσαν τη δυνατότητα στους πολίτες να διεκπεραιώνουν γρήγορα και εύκολα υποθέσεις που απαιτούν άμεση επαφή με δημόσιους φορείς και οργανισμούς. Απαραίτητη προϋπόθεση βεβαίως είναι να γνωρίζουν τις δυνατότητες αυτές. Αφορμή για τον προβληματισμό αυτό στάθηκε η νέα διαφημιστική καμπάνια του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο «Κρατάμε την Ελπίδα. Κρατάμε το Σπίτι μας», η οποία επικοινωνεί επτά εργαλεία που έχει πλέον στην διάθεσή του ο πολίτης για να ρυθμίσει τα χρέη του και να μην κινδυνεύσει να χάσει το σπίτι του. Δεν πρόκειται για διαφήμιση υψηλής δημιουργικότητας, αφού εδώ στόχος είναι να ενημερωθεί ο πολίτης με απλό και κατανοητό τρόπο για τις δυνατότητες που έχει να ρυθμίσει τα χρέη του. Βλέποντάς την ωστόσο, αυθόρμητα προκύπτει ο προβληματισμός εάν ο πολίτης γνωρίζει γενικότερα τις υπηρεσίες και τα εργαλεία που έχει θέσει στη διάθεσή του η Πολιτεία για να διευκολύνει την καθημερινότητά του. Εκτίμησή μου είναι ότι υπάρχει μεγάλο κενό ενημέρωσης, με ευθύνη και των δύο πλευρών. Τόσο της Πολιτείας, που πρέπει να επικοινωνεί τέτοιες πρωτοβουλίες πιο συχνά και έντονα, όσο και του πολίτη που πρέπει να ενημερώνεται διαρκώς και να είναι ενεργός σε κάθε έκφανση της καθημερινότητάς του. Εάν η Πολιτεία δεν επικοινωνεί και εάν ο πολίτης δεν ενημερώνεται, όλα τα παραπάνω είναι ως μη γενόμενα. Και είναι άδικο για εκείνους που τα έχουν σχεδιάσει και έχουν επενδύσει χρόνο, κόπο, σκέψη για να τα υλοποιήσουν.

Και επανέρχομαι: Πόσοι πολίτες γνωρίζουν ότι υπάρχουν 7 εργαλεία ρύθμισης χρεών για το σπίτι τους; Πόσοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να ενημερώνονται διαρκώς για ζητήματα σχέσεων της καθημερινότητάς τους με την Πολιτεία; Νομίζω λίγοι. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να τους ενημερώνει. Και ναι, είναι σωστό αυτό. Όμως απαιτείται και η δική τους συμβολή. «Συν Αθηνά και χείρα κίνει». Και εδώ ακριβώς έγκειται η παθογένεια των πολιτών, χρόνια τώρα. Κοιτούν μόνο τα δικαιώματα και παραμελούν τις υποχρεώσεις τους. Ο ρόλος της διαφήμισης σε όλη αυτή την προσπάθεια είναι πολύ σημαντικός. Κατά τη γνώμη μου σε αυτήν επαφίεται το 50% της επιτυχίας κάθε νέας πρωτοβουλίας, υπηρεσίας ή νέου εργαλείου της Πολιτείας προς τους πολίτες.

Η καμπάνια «Κρατάμε την Ελπίδα. Κρατάμε το Σπίτι μας» έχει συνολικό προϋπολογισμό 4.588.000 ευρώ, ο οποίος εγκρίθηκε από την Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας (ΓΓΕΕ), από το οποίο ποσό το ένα εκατ. ευρώ θα καλυφθεί από τον τακτικό προϋπολογισμό και το υπόλοιπο από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του φορέα. Το ποσό μπορεί στον απλό πολίτη να φαίνεται μεγάλο. Δεν είναι όμως, εάν υπολογίσουμε τη σημασία του εγχειρήματος που είναι η ανακούφιση των ευάλωτων δανειοληπτών. Οι γκρίνιες για τα ποσά που επενδύονται σε τέτοιου είδους project της Πολιτείας είναι πάντα πολλές και μιλούν για σπατάλη χρημάτων, έτσι, χωρίς καμία τεκμηρίωση, πολλές φορές για αντιπολιτευτικούς και μόνο λόγους. Για να προχωρήσει όμως όλο αυτό, πρέπει να απενοχοποιηθεί η διαφημιστική δαπάνη της Πολιτείας. Η οποία τις προηγούμενες δεκαετίες βέβαια, είχε ενοχοποιηθεί και όχι άδικα. Σήμερα όμως, όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές έχουν ωριμάσει, ενώ και τα εργαλεία ελέγχου είναι περισσότερο αξιόπιστα. Σε συνδυασμό με έναν ενημερωμένο πολίτη, το αποτέλεσμα θα είναι ιδανικό.

Υπεύθυνη κατανάλωση, υπευθυνότερη επικοινωνία

Η περίοδος του εγκλεισμού κατά την πανδημία Covid19, πέρα από τα ήδη γνωστά δεινά που επέφερε στον κοινωνικό ιστό, οδήγησε και στην αύξηση της κατανάλωσης αλκοόλ, κάτι μάλλον αναμενόμενο λόγω των συνθηκών. Ωστόσο η επιμονή του προβλήματος αυτού και μετά τον εγκλεισμό ενίσχυσε τα φαινόμενα ενδοοικογενειακής -και όχι μόνο- βίας, ενώ οδήγησε και σε ευρύτερες κοινωνικές εντάσεις. Η λήξη της πανδημίας δεν επέφερε αποκλιμάκωση των φαινομένων, αντίθετα μάλλον όξυνε το πρόβλημα. Και κάπως έτσι επανήλθε στον δημόσιο διάλογο η ανάγκη της υπεύθυνης κατανάλωσης αλκοόλ και της υπεύθυνης επικοινωνίας των προϊόντων του. Οι πρωτοβουλίες που αναφέραμε αποδεικνύουν την συνειδητοποίηση της ανάγκης αυτής, τόσο από την πλευρά των παραγωγών, όσο και από τους ανθρώπους της Επικοινωνίας.

Όσον αφορά στον κλάδο της Επικοινωνίας, ο ΣΔΕ αποφάσισε να στηρίξει μαζί με το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας (ΣΕΕ) την πρωτοβουλία Global Standards Coalition για περαιτέρω μείωση της επιβλαβούς κατανάλωσης αλκοόλ και την ενθάρρυνση της υπεύθυνης εμπορικής επικοινωνίας αλκοολούχων ποτών. «Πιστεύουμε ότι η υιοθέτηση καλών πρακτικών, οικειοθελών περιορισμών και αυστηρών προδιαγραφών, ιδιαίτερα σε θέματα που έχουν να κάνουν με ευαίσθητες ομάδες κοινού, όπως παιδιά και νέοι, είναι υποχρέωση και δείγμα υπευθυνότητας των marketers και των brands και λειτουργεί προς το συμφέρον όλων» ανέφερε για το θέμα ο Πρόεδρος του ΣΔΕ, Γρηγόρης Αντωνιάδης μιλώντας στο Marketing Week. Στην ίδια συνέντευξη, ο Γρ. Αντωνιάδης υπενθύμισε και το παράδειγμα του ελληνικού Pledge, που αποτελεί κώδικα αυτοδέσμευσης από επιχειρήσεις για να αλλάξει ο τρόπος διαφήμισης των τροφίμων & ποτών σε παιδιά κάτω των 13 ετών, καθώς και τον Οδηγό Global Guidance on Environmental Claims, που αποτελεί μέρος του Planet Pledge. Πρόκειται για πρωτοβουλίες που αποδεικνύουν την απόλυτη κατανόηση της ανάγκης σύμπραξης της στρατηγικής marketing με την υπεύθυνη κατανάλωση.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η επικαιροποίηση των «Αρχών Αυτοδέσμευσης» από Εν.Ε.Α.Π. και Σ.Ε.Α.Ο.Π., που περιλαμβάνει οδηγίες για την υπεύθυνη επικοινωνία marketing ποτών με αλκοόλη, οι οποίες τίθενται υπό την εποπτεία του Συμβουλίου Ελέγχου Επικοινωνίας. Μάλιστα, η ανανεωμένη έκδοση των «Αρχών Αυτοδέσμευσης» λαμβάνει υπόψιν τις σύγχρονες πρακτικές marketing, καθώς και όλα τα κανάλια επικοινωνίας, έντυπα, ηλεκτρονικά και ψηφιακά, ενώ παράλληλα παρέχει κατευθύνσεις για την εμπορική προβολή που κάνει η βιομηχανία στα social media, τόσο απευθείας ή/και μέσω τρίτων (influencers). Οι δύο Ενώσεις ανανέωσαν δε την ιστοσελίδα apolafste.ypefthina.gr, η οποία εξελίσσεται σε εύχρηστη δεξαμενή πληροφοριών σχετικά με το αλκοόλ, που περιλαμβάνει έξυπνα εργαλεία όπως είναι ο «Αλκοολομετρητής», με τον οποίο μπορεί κάποιος να υπολογίσει το αλκοόλ που καταναλώνει, τον χρόνο που χρειάζεται ο οργανισμός να το επεξεργαστεί αλλά και τις θερμίδες που περιέχει το ποτό που πίνει, μύθους και αλήθειες που σχετίζονται με τα όσα παραδοσιακά πιστεύουμε για το αλκοόλ, ενημερωτικό υλικό για το αλκοόλ, τις ιδιότητές του, τι σημαίνει υπεύθυνη και υπερβολική κατανάλωση κ.ά. Όλα αυτά είναι απαραίτητα και μπράβο σε όλους για την προσπάθεια. Για να επιτευχθούν όμως οι στόχοι της υπεύθυνης κατανάλωσης χρειάζεται καλλιέργεια σωστής νοοτροπίας και κουλτούρας υπευθυνότητας, μαζί με κατάλληλη εκπαίδευση. Αυτά απαιτούν μακροχρόνια στρατηγική δράση και αρκετή επιμονή. Μόνο έτσι το αποτέλεσμα θα είναι εξασφαλισμένο. Σε αυτή την προσπάθεια, η συμβολή της Επικοινωνίας πρέπει να είναι καταλυτική και διαρκής.

Όλα είναι Επικοινωνία

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Η νοσηλευτική σχολή του ΓΝΑ Ευαγγελισμός προχώρησε σε μια καινοτόμα δράση, εντάσσοντας στο εκπαιδευτικό της πρόγραμμα το μάθημα της Επικοινωνίας. Μάλιστα το πρώτο σχετικό σεμινάριο διεξήχθη ήδη και είχε τίτλο «Δεξιότητες Επικοινωνίας στην Ογκολογική Νοσηλευτική: Θεραπευτική Παρέμβαση & Όχημα Ποιοτικής Φροντίδας». Σύμφωνα με τους εμπνευστές της εξαιρετικής αυτής πρωτοβουλίας, στόχος της δράσης είναι η ανάπτυξη των επικοινωνιακών δεξιοτήτων των νοσηλευτών προκειμένου να παρέχουν ασθενο-κεντρική φροντίδα «και αυτό να γίνεται με συμπόνοια και αποτελεσματικότητα, διατηρώντας ταυτόχρονα την αξιοπρέπεια και την ασφάλεια του ασθενή». Το συγκεκριμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης τελεί υπό την αιγίδα της Ένωσης Νοσηλευτών Ελλάδος (ΕΝΕ) και περιλαμβάνει 26 διαλέξεις, ενώ μοριοδοτείται με 12 μονάδες συνεχιζόμενης νοσηλευτικής εκπαίδευσης, προσφέροντας έτσι και ουσιαστικά κίνητρα στους νοσηλευτές που θα το παρακολουθήσουν.

Το εντυπωσιακό στην όλη πρωτοβουλία είναι το γεγονός ότι η δράση αυτή εξελίσσεται σε ένα δημόσιο νοσοκομείο και όχι σε κάποιο ιδιωτικό, όπως ίσως να περίμενε κάποιος. Και αυτό ακριβώς είναι που προσδίδει στην πρωτοβουλία τόση βαρύτητα. Ένα ιδιωτικό νοσοκομείο εκ φύσεως δεν μπορεί να αγνοεί τις επιταγές του marketing και της Επικοινωνίας, αφού προσφέρει μεν υπηρεσίες υγείας, αλλά μέσα από ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Πρόκειται με άλλα λόγια, για κερδοσκοπικό οργανισμό. Ένα δημόσιο νοσοκομείο όμως για ποιο λόγο να επενδύει στην Επικοινωνία; Η απάντηση είναι πολύ απλή: Γιατί όλα στη ζωή είναι Επικοινωνία. Ακόμα και σε τομείς που μπορεί να μην πηγαίνει το μυαλό μας. Τεχνικές Επικοινωνίας απαιτούνται στην οικογένεια, στην εργασία, στις κοινωνικές επαφές, παντού. Κι αυτό δείχνουν να το έχουν αντιληφθεί ακόμα και όσοι παλαιότερα ήταν πολέμιοι τέτοιων πρακτικών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το γεγονός ότι ένας πολίτης εκ των πραγμάτων είναι «αναγκασμένος» να απευθύνεται σε δημόσιες υπηρεσίες πάσης φύσεως (δικαστικές, υγείας, κοινωνικές, ασφάλειας, παιδείας κ.α.) δεν σημαίνει ότι δεν είναι παράλληλα και πελάτης αυτών. Είναι. Και ως πελάτη οφείλει η Πολιτεία να τον αντιμετωπίζει.

Πιστεύει κανείς ότι μέχρι σήμερα ο πολίτης αντιμετωπίζονταν από την Πολιτεία και τις υπηρεσίες της ως πελάτης; Σαφώς και όχι. Μάλλον το αντίθετο συνέβαινε. Tώρα βέβαια μπορεί για κάποιους η λέξη «πελάτης» να ακούγεται αδόκιμη μιλώντας για πολίτη και για δημόσιες υπηρεσίες, ωστόσο, ας μην κρυβόμαστε, αυτή είναι η ουσία. Ή μάλλον αυτή θα έπρεπε να είναι.

Εάν λοιπόν η ανάγκη απόκτησης δεξιοτήτων Επικοινωνίας έχει γίνει κατανοητή από τους νοσηλευτές, γιατί η πρωτοβουλία αυτή να μην επεκταθεί και σε άλλους τομείς του δημόσιου τομέα, βελτιώνοντας έτσι το επίπεδο και την ποιότητα εξυπηρέτησης του πολίτη; Και πέρα από αυτό, την ίδια στιγμή θα λειτουργήσει εποικοδομητικά και αναζωογονητικά και για τους ίδιους τους δημόσιους λειτουργούς, τόσο από πλευράς ψυχολογίας, όσο και από πλευράς βελτίωσης της παραγωγικότητάς τους.

Τα τελευταία χρόνια η δημόσια διοίκηση έχει κάνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση βελτίωσης των υπηρεσιών της με την αξιοποίηση της τεχνολογίας. Ωστόσο εάν αυτή η βελτίωση δεν συμβαδίζει με τη στοχευμένη κατάρτιση και εκπαίδευση των ανθρώπων της – με αιχμή τις τεχνικές Επικοινωνίας – το αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής θα έχει «ταβάνι», το οποίο μάλιστα θα είναι χαμηλό. Κάτι τέτοιο θα είναι άδικο για όλες τις πλευρές. Ας το καταλάβουμε λοιπόν: Όλα είναι Επικοινωνία.

D.E.I. στα χαρτιά;

Πρόσφατη μελέτη της Eurobank για την αγορά εργασίας, διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανεργίας παραμένουν αμετάβλητα, αφού αυτή πλήττει περισσότερο τις γυναίκες, τα άτομα νεαρής ηλικίας (15-29 ετών), καθώς και τα άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Οι γυναίκες στην Ελλάδα παραμένουν διαχρονικά ο «πιο αδύναμος κρίκος» στην αγορά εργασίας, καθώς στο 9μηνο του 2023 το ποσοστό ανεργίας σε εκείνες ανήλθε στο 14,8%, ενώ στους άνδρες στο 8,4%. Στην Ευρωζώνη τα αντίστοιχα ποσοστά διαμορφώθηκαν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, δηλαδή στο 6,9% στις γυναίκες και στο 6,2% στους άνδρες. Όπως αναφέρει η Eurobank, «οι τάσεις στην εξέλιξη της ανεργίας ως προς το φύλο και την ηλικία καθιστούν σημαντική την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας, ώστε μεσοπρόθεσμα να αντισταθμιστούν οι επιπτώσεις στο ΑΕΠ από τη μείωση του πληθυσμού. Έτσι θα είναι εφικτό για μία περίοδο ετών, όχι μεγάλη σε διάρκεια, ο παραγωγικός συντελεστής της εργασίας στην Ελλάδα να έχει θετική συνεισφορά στον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης, αφού υπάρχουν δυνατότητες για περαιτέρω αύξηση του ποσοστού συμμετοχής του ανθρώπινου δυναμικού στον πληθυσμό». Όλα αυτά συμβαίνουν παρά τις προσπάθειες κυβερνήσεων, θεσμικών φορέων, οργανώσεων και οργανισμών να αλλάξει η εικόνα αυτή και η θέση της γυναίκας να ενισχυθεί ουσιαστικά στην αγορά εργασίας και όχι μόνο.

Το D.E.I. βέβαια (Diversity, Εquity & Ιnclusion) – γιατί περί αυτού πρόκειται- είναι ευρύτερο, αφού αναφέρεται μεταξύ άλλων στην αποτελεσματική διαχείριση διαφορετικότητας στην εργασία (effective diversity management), καθώς και στην εξοικείωση με τις διαδικασίες δημιουργίας εργασιακών χώρων χωρίς αποκλεισμούς (inclusive workplaces). Πέρα από φύλα, αναφέρεται και σε άλλα είδη διακρίσεων, φυλετικής, σεξουαλικής, θρησκευτικής, αναπηρίας, ηλικιακής κ.α. Για να είμαστε δίκαιοι θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σε όλες τις παραπάνω διακρίσεις έχουν γίνει σημαντικά βήματα, ωστόσο στις ανισότητες κατά των γυναικών υπάρχει ακόμα θέμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση με νομοθετικές παρεμβάσεις προσπαθεί να βελτιώσει την κατάσταση, αλλά η πραγματικότητα είναι σκληρή. Μια ματιά στη διεθνή επιχειρηματική σκηνή το αποδεικνύει: Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οργανισμοί διατρανώνουν την πίστη τους στο D.E.I. ωστόσο ποσοστιαία η συμμετοχή των γυναικών στις ανώτατες διοικητικές θέσεις και στα Δ.Σ. παραμένει μικρή, ενώ οι μισθολογικές διαφορές από τους άνδρες σε πολλές περιπτώσεις είναι χαώδεις, φυσικά προς όφελος των ανδρών. Όταν πρόκειται δε για μαζικές απολύσεις, το ποσοστό των γυναικών είναι μεγαλύτερο -όπως και των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων.

Τι νόημα έχει λοιπόν να μιλάμε για D.E.I. αλλά στα δύσκολα να το ξεχνάμε; Ή να το ερμηνεύουμε κατά το δοκούν;
Στην Ελλάδα η κατάσταση είναι καλύτερη. Οι επιχειρήσεις προσπαθούν να ενσωματώσουν τη διαφορετικότητα στις πολιτικές και πρακτικές διαχείρισης, ενώ αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες με σκοπό οργανωσιακές αλλαγές προς μια πιο συμπεριληπτική κουλτούρα. Οι προσπάθειες που γίνονται από φορείς και οργανώσεις είναι φιλότιμες αλλά φαίνεται ότι δεν αρκούν, όσο η παλιά νοοτροπία αντιστέκεται. Τι πρέπει να γίνει λοιπόν;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη και δεν μπορεί να απαντηθεί σε δύο γραμμές. Απαιτείται συντονισμένη δράση, κοινές πρωτοβουλίες, εκπαίδευση, καλλιέργεια νέας νοοτροπίας και πάνω απ’ όλα ειλικρίνεια από τις διοικήσεις και τους managers.

O κλάδος της Επικοινωνίας και του Marketing σε όλη αυτή την προσπάθεια θα πρέπει να είναι πρωταγωνιστής. Και έχω την εντύπωση πως θα είναι…

ESG: Νέα κριτήρια από την Ε.Ε.

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, περίπου 50.000 μεγάλες εισηγμένες επιχειρήσεις, τράπεζες και ασφαλιστικές με περισσότερους από 500 εργαζόμενους είναι υποχρεωτικό να δημοσιεύσουν αναλυτικές εκθέσεις βιωσιμότητας με βάση συγκεκριμένα πρότυπα για τη χρήση του 2024. Από το 2025 μάλιστα η υποχρεωτικότητα επεκτείνεται και σε μικρότερες επιχειρήσεις. Όλα τα στοιχεία, επιβεβαιώνουν ότι η χώρα μας βρίσκεται ακόμη στο αρχικό στάδιο υιοθέτησης των κριτηρίων ESG, ωστόσο ελληνικοί θεσμικοί επενδυτές, όπως π.χ. τα συνταξιοδοτικά ταμεία, άρχισαν σταδιακά να ενσωματώνουν τις πτυχές αυτών στις επενδυτικές τους στρατηγικές. Μάλιστα, αρκετές εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στην Ελλάδα άρχισαν να προσφέρουν επενδυτικά προϊόντα με γνώμονα τη βιωσιμότητα, προκειμένου να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση των επενδυτών. Επιπλέον, οι ελληνικές τράπεζες έχουν αρχίσει να σχεδιάζουν παραμέτρους που να ενσωματώνουν ζητήματα ESG στις πρακτικές δανειοδότησής τους, λαμβάνοντας υπόψη τους περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, καθώς και τους κινδύνους λόγω αδιαφανών πλαισίων εταιρικής διακυβέρνησης. Τελευταίο παράδειγμα αυτό της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (HDB), η οποία έχει αναπτύξει πλατφόρμα καταγραφής του ESG αποτυπώματος των επιχειρήσεων.

Τα δεδομένα για την εφαρμογή των κριτηρίων ESG άρχισαν να αλλάζουν από τις αρχές του 2020 για να ενταθούν με τη λήξη της πανδημίας. Πλέον, το ESG αναφέρεται ολοένα και πιο συχνά ως κρίσιμος παράγοντας για τη βιώσιμη ανάκαμψη των εταιρειών, oι οποίες καλούνται να υιοθετήσουν ουσιαστικά τα κριτήρια ESG, να ενσωματώσουν σχετικές πρακτικές και να δημοσιεύουν τις επιδόσεις τους σε εκθέσεις βιωσιμότητας. Κι αυτό όχι μόνο επειδή είναι καλό, αναγκαίο και ηθικό, αλλά διότι σε πολλές περιπτώσεις τα κριτήρια ESG αποτελούν πλέον προϋπόθεση άντλησης χρηματοδότησης -άρα, από τη σκοπιά των επιχειρήσεων, επέκτασης της δραστηριότητάς τους και, τελικά, ανάπτυξης. Και κάπως έτσι, οι βιώσιμες επενδύσεις -δηλαδή εκείνες που πληρούν τα κριτήρια ESG- έχουν εξελιχθεί σε ραγδαία αναπτυσσόμενο κλάδο. Παράλληλα, για να καλυφθεί αυτή η ζήτηση έχει δημιουργηθεί μια αγορά γύρω από τα κριτήρια ESG, που περιλαμβάνει οργανισμούς έκδοσης προτύπων, εταιρείες αξιολόγησης και επενδυτικά funds με βάση το ESG.

Στην πράξη, οι επιχειρήσεις αποτυπώνουν τη συμμόρφωσή τους με τα κριτήρια ESG με τη σύνταξη σχετικών εκθέσεων βιωσιμότητας, δηλαδή κειμένων με βάση διεθνή πρότυπα στα οποία τεκμηριώνεται η συμμόρφωσή τους με σημαντικές πτυχές των ESG. Και όπως βλέπουμε όλοι όσοι ασχολούμαστε με τον επιχειρηματικό κλάδο, από χρόνο σε χρόνο οι εταιρείες και οι οργανισμοί που προχωρούν στην σύνταξη εκθέσεων βιωσιμότητα αυξάνονται ραγδαία, ενώ την ίδια στιγμή οι εκθέσεις αυτές αποκτούν περισσότερο βάθος ανάλυσης, εισερχόμενες σε περισσότερους τομείς του επιχειρείν του εκάστοτε οργανισμού. Οι αναλύσεις αυτές αφορούν ολόκληρη τη δραστηριότητα και την εφοδιαστική αλυσίδα των επιχειρήσεων, περιλαμβάνουν το ρίσκο και τις ευκαιρίες που προκύπτουν, καθώς και τους αντίστοιχους στόχους και σχέδια δράσης.

Μάλιστα, η ευρωπαϊκή οδηγία CSRD προβλέπει την κατάρτιση επιστημονικά τεκμηριωμένων στόχων και τη σύνταξη των εκθέσεων αυτών από ανεξάρτητους αξιολογητές. Με τη αυγή του 2024, τα νέα κριτήρια ESG που αποφάσισε η Ε.Ε. δημιουργούν νέες προκλήσεις για τις εταιρείες, η επιτυχής αντιμετώπιση των οποίων είναι μονόδρομος. Το αν οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί στη χώρα μας ανταποκριθούν σε αυτές, μένει να φανεί στην πράξη.

Κλάδος Επικοινωνίας: Ολική επαναφορά

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει όχι μόνο από τη γενικότερη αίσθηση που μπορεί να έχει κάποιος που δραστηριοποιείται στον κλάδο αυτό, αλλά και από τα σχετικά ευρήματα διεθνών ερευνών. Και πιο συγκεκριμένα από τη νέα έρευνα προοπτικών απασχόλησης της ManpowerGroup για το πρώτο τρίμηνο του 2024, αλλά και από την πρόσφατη έρευνα της Kaspersky για την Τεχνητή Νοημοσύνη με τίτλο «Gen AI Business Infiltration: C-Level executives are sitting on an AI timebomb, aware of the risks, but too complacent to act».

Aς πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Σύμφωνα με την Έρευνα Έλλειψης Ταλέντου του ομίλου ManpowerGroup, το πρώτο τρίμηνο του 2024 αποτυπώνεται ιστορικό υψηλό στο ποσοστό των εργοδοτών που αναφέρουν δυσκολία στην εύρεση ταλέντων (82% έναντι 77% το 2023), με το ποσοστό αυτό να είναι κατά 7% υψηλότερο από τον μέσο όρο παγκοσμίως (75%). Αυτό μάλλον δεν αποτελεί έκπληξη, δεδομένου ότι το τελευταίο διάστημα η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας – παρά τις μεγάλες προκλήσεις που έχει μπροστά της- έχει δημιουργήσει θετικές προσδοκίες κάτι που ευνοεί τις επενδύσεις και κατ’ επέκταση την αύξηση της ζήτησης ανθρώπινου δυναμικού.

Αυτό ωστόσο που προκύπτει ως σημαντικό εύρημα είναι το γεγονός ότι ο πιο ανταγωνιστικός κλάδος στην Ελλάδα είναι οι Υπηρεσίες Επικοινωνίας, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι οι προοπτικές προσλήψεων σε αυτές αυξάνονται κατά 39% από το τρίτο τρίμηνο του 2023 και κατά 33% από πέρυσι. Τα διαθέσιμα ταλέντα επισκιάζονται από τη ζήτηση, όπου το 85% των εταιρειών του κλάδου αναφέρουν δυσκολία στην εύρεση του ταλέντου που χρειάζονται. Και κάπως έτσι επιβεβαιώνεται η οικονομική θεωρία που λέει ότι ο κλάδος της Επικοινωνίας είναι αυτός που πρώτος βάλλεται από μια κρίση, αλλά και ο πρώτος που ανακάμπτει.

Aπό την άλλη πλευρά, ο εν λόγω κλάδος είναι και ο πρώτος ο οποίος δοκιμάζει τις τεχνολογίες αιχμής που εμφανίζονται, δείχνοντας τον δρόμο στους υπόλοιπους. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της νέας διεθνούς έρευνας της Kaspersky, η συντριπτική πλειονότητα (92%) των C-suite στελεχών (CEOs, CMOs, CHROs, CTOs, CIOs, CFOs κ.α.) μεγάλων ελληνικών εταιρειών παραδέχεται ότι οι εργαζόμενοί τους χρησιμοποιούν εφαρμογές Generative AI (όπως το ChatGPT, το bard της Google κ.λπ.). Μάλιστα, τέσσερις στους δέκα (40%) ανέφεραν ότι οι εφαρμογές αυτές αποτελούν βασικό εργαλείο για την υποστήριξη μιας σειράς καθηκόντων. Ταυτόχρονα, η μεγάλη πλειονότητα του δείγματος (72%) εκφράζει ανησυχία για τους πιθανούς κινδύνους ασφάλειας που προκύπτουν από τη συστηματική χρήση εφαρμογών Generative AI, καθιστώντας πιθανή τη διαρροή ευαίσθητων δεδομένων, αλλά ακόμη και την πλήρη απώλεια ελέγχου των λειτουργιών της επιχείρησης. Όπως αναφέρει η ίδια έρευνα, οι μισοί συμμετέχοντες (50%) σχεδιάζουν την ένταξη εφαρμογών Generative AI για την αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων καθημερινών εργασιών των εργαζομένων τους.

Παράλληλα, το 41% σκοπεύει να ενσωματώσει εφαρμογές Generative AI στην επαγγελματική του καθημερινότητα προκειμένου να αναβαθμίσει την παραγωγική διαδικασία. Και εδώ έρχεται το ενδιαφέρον στοιχείο, που λέει ότι τα τμήματα τα οποία θα μπορούσαν να αυτοματοποιηθούν αξιοποιώντας εφαρμογές Generative AI, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες, είναι το τμήμα Μάρκετινγκ (34%), το Οικονομικό τμήμα (15%), το τμήμα Επικοινωνίας (14%), ενώ στην τέταρτη θέση (11%) βρίσκεται το τμήμα Πωλήσεων. Όλα τα τμήματα – εκτός φυσικά από το οικονομικό- ανήκουν στον ευρύτερο κλάδο της Επικοινωνίας και του Marketing. Ο κλάδος αντεπιτίθεται και όλα δείχνουν ότι η αντεπίθεση αυτή θα έχει μεγάλη διάρκεια.

Ε.Ε.: Η πολιτική διαφήμιση στα social media

Τι εννοούμε όμως με τον όρο «μικροστόχευση»; Σύμφωνα με τον επικρατέστερο ορισμό των επικοινωνιολόγων, «μικροστόχευση» αποκαλείται η στοχευμένη διαφήμιση -τόσο προϊόντων και υπηρεσιών, όσο και πολιτικών κομμάτων-, η οποία απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών και ψηφοφόρων.

Πιο συγκεκριμένα, η «μικροστόχευση» αφορά στη συλλογή και ανάλυση προσωπικών δεδομένων -μεταξύ άλλων και από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης-, τα οποία χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των ομάδων-στόχων, προς τις οποίες απευθύνονται οι διαφημίσεις. Νομίζω όλοι θυμόμαστε τα αποτελέσματα που είχε η εφαρμογή της «μικροστόχευσης» στην προεκλογική εκστρατεία του Μπαράκ Ομπάμα το 2008, αλλά και στην αντίστοιχη καμπάνια του Ντόναλτ Τράμπ, όταν μέσω της Cambridge Analytica φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν παράνομα τα δεδομένα εκατομμυρίων χρηστών του Facebook.

Ο νέος νόμος που σχεδιάζει η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να απαγορεύσει εξ’ ολοκλήρου την «μικροστόχευση», αφού μετά τη συμφωνία του Συμβουλίου της Ε.Ε. και του Ευρωκοινοβουλίου, τα δεδομένα θα μπορούν να συλλέγονται μόνο εάν το εκάστοτε υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει ρητά στην αξιοποίησή τους για πολιτικές διαφημίσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, αναμένεται να απαγορευτεί τελείως η συλλογή ορισμένων δεδομένων σχετικά με την εθνικότητα, τις πολιτικές απόψεις ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό του χρήστη.

Ωστόσο, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Deutsche Welle, ο νέος νόμος δεν θα σημάνει και το οριστικό τέλος της «μικροστόχευσης». Όπως δηλώνει στο γερμανικό δίκτυο ο Μάρτιν Έμερ, καθηγητής Επιστημών Επικοινωνίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η «μικροστόχευση» αποτελεί ένα κομβικής σημασίας μέσο για τα πολιτικά κόμματα, μέσω του οποίου μπορούν να προσεγγίζουν ψηφοφόρους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Οι κανονισμοί αφορούν περισσότερο στην αποτροπή συγκεκαλλυμένων μεθόδων επηρεασμού των χρηστών, πίσω από τις οποίες δεν αναγνωρίζουν καν συγκεκριμένη κομματική ιδεολογία» αναφέρει ο ίδιος χαρακτηριστικά. Ο Μ. Έμερ αμφιβάλλει ότι ο νέος νόμος θα αποτρέψει τη συνέχιση του «πολέμου πληροφοριών», αν και θεωρεί ότι η εφαρμογή του θα αυξήσει τον έλεγχο που ασκεί η Ε.Ε. και οι χώρες-μέλη της. Παράλληλα επισημαίνει ότι θα πρέπει να διαμορφωθούν εργαλεία που θα δίνουν τη δυνατότητα επιστημονικής ανάλυσης της αποτελεσματικότητας των μέτρων.

Τι προβλέπει όμως ο νέος νόμος; Σύμφωνα με πληροφορίες από τις Βρυξέλλες, η πολιτική διαφήμιση θα πρέπει πλέον να επισημαίνεται ξεκάθαρα, ενώ βάσει των νέων κανόνων, θα καθίσταται δυνατή και η πληροφόρηση σχετικά με το ποιος βρίσκεται πίσω από την εκάστοτε διαφήμιση. Παράλληλα, σχεδιάζεται η μεσοπρόθεσμη διαμόρφωση ενός δημόσιου αρχείου για τις πολιτικές διαφημίσεις. Όπως αναφέρει η Deutsche Welle, η επιρροή που ασκούν οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. στις εκλογές εντός της Ένωσης θα μειωθεί, ενώ κατά τους τρεις τελευταίους μήνες πριν την διεξαγωγή των εκλογών ή ενός δημοψηφίσματος θα απαγορεύεται η χρηματοδότηση προεκλογικών διαφημίσεων από τρίτες χώρες. Με αυτό τον τρόπο, η Ε.Ε. εκτιμά ότι θα μειωθεί η παραπληροφόρηση, όπως και οι παρεμβάσεις στις δημοκρατικές διαδικασίες. Νομίζω όλοι θυμόμαστε ακόμα τις αιτιάσεις της Ε.Ε. για «μυστική» εμπλοκή της Ρωσίας στις ευρωεκλογές του 2019, μέσω της «μικροστόχευσης».

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η Ε.Ε. έχει πάρει «ζεστά» το ζήτημα και κινείται σχετικά γρήγορα, ο νέος νόμος για τη «μικροστόχευση» ίσως να μην προλάβει να ισχύσει πριν από τις επικείμενες ευρωεκλογές, στις αρχές του επόμενου καλοκαιριού.

Κι αυτό διότι προβλέπεται μια μεταβατική περίοδος 18 μηνών, η οποία θα ξεκινήσει όταν οι χώρες-μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον εγκρίνουν και επισήμως. Δεν έχουμε την αφέλεια να πιστέψουμε βέβαια ότι το πρόβλημα θα λυθεί. Σίγουρα όμως θα περιοριστεί. Κι αυτό είναι ένα βήμα…

Influencer marketing: Πεδίο προβληματισμού

Το Υπουργείο Ανάπτυξης ερευνά εάν οι δημιουργοί περιεχομένου τηρούν την καταναλωτική νομοθεσία, ενώ οι φορολογικές αρχές αναζητούν «μαύρες» πωλήσεις, αδήλωτα εισοδήματα και «μαϊμού» επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με το Υπουργείο, ο στόχος των ελέγχων είναι διττός: πρώτον, να εντοπιστούν αναρτήσεις των influencers οι οποίες περιέχουν μαρτυρίες, κριτικές ή καταχωρίσεις που ενδεχομένως να είναι παραπλανητικές για τους καταναλωτές, επηρεάζοντας την αγοραστική τους συμπεριφορά και προκαλώντας οικονομική ζημία, και δεύτερον να επαληθεύσουν εάν οι influencers ενημερώνουν με σαφήνεια τους ακολούθους τους σχετικά με την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας της εταιρείας τους.

Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ότι ένα πρόσωπο που επενδύει συστηματικά στα συγκεκριμένα social media ως influencer μπορεί κάθε μήνα να έχει εισοδήματα από 1.000 έως 20.000 ευρώ. Τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν δηλώνονται. Στο πλαίσιο πανευρωπαϊκών ελέγχων που διενεργούνται στα κράτη-μέλη της Ε.Ε με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (EU Sweeps), η Γενική Διεύθυνση Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου πρόκειται να πραγματοποιήσει ελέγχους στις εμπορικές πρακτικές που χρησιμοποιούν οι influencers στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προκειμένου να προωθήσουν ή να διαθέσουν προς πώληση αγαθά και υπηρεσίες εταιρειών (brands) με τις οποίες συνεργάζονται.

Τι σημαίνουν πρακτικά όλα τα παραπάνω; Ότι οι influencers έχουν πλέον μπει για τα καλά στο χώρο της επικοινωνίας και το influencer marketing αναδεικνύεται σε σημαντική παράμετρο του σύγχρονου marketing. Υπό αυτή την έννοια, η πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου Ελέγχου Επικοινωνίας (ΣΕΕ) να εντάξει το influencer marketing στον Ελληνικό Κώδικα Διαφήμισης & Επικοινωνίας είναι εξαιρετικά σημαντική και έρχεται ακριβώς την στιγμή που πρέπει. Και οφείλουμε να πούμε εδώ ότι το ΣΕΕ επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά.

Γιατί μπορεί ο Ελληνικός Κώδικας Διαφήμισης να προβλέπει ξεκάθαρα ότι οι κανόνες δεοντολογίας της επικοινωνίας είναι «technology neutral» και επομένως ισχύουν και πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα μέσα και σε κάθε τρόπο επικοινωνίας των μαρκών με τους καταναλωτές, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να ισχύσει για τα social media εάν δεν γίνονταν ειδική αναφορά. Όπως ακριβώς έκανε το ΣΕΕ.

Αυτό φυσικά δεν ισχύει μόνο στη χώρα μας, αλλά σε όλο τον κόσμο πλέον, αφού η συζήτηση για τους influencers είναι διεθνής και διεξάγεται τόσο σε επίπεδο θεσμικών φορέων της διαφημιστικής αγοράς, όσο και σε επίπεδο εθνικών και ευρωπαϊκών αρχών, με κοινή διαπίστωση όλων ότι η διαφάνεια στις εμπορικού περιεχομένου αναρτήσεις των influencers είναι πρωταρχικής και καθοριστικής σημασίας.

Για τους παραπάνω λόγους λοιπόν, το ΣΕΕ σε συνεργασία με τον ΣΔΕ και την ΕΔΕΕ, και με κοινό στόχο τη διαφύλαξη του υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, αλλά και της αξιοπιστίας των μαρκών και του διαφημιστικού λόγου, υιοθέτησε ειδικό Παράρτημα στον ΕΚΔ-Ε με λεπτομερείς και συγκεκριμένους κανόνες για το influencer marketing. Οι κανόνες στηρίζονται στις οδηγίες της European Advertising Standards Alliance (EASA), που εφαρμόζονται ήδη σε 22 χώρες της Ευρώπης.

Όπως και να’ χει, όλη η ουσία κρύβεται σε αυτό που είπε η Γενική Διευθύντρια του ΣΕΕ, Ελένη Δοντά: «Η διαφάνεια του εμπορικού σκοπού μιας επικοινωνίας marketing βρίσκεται στην καρδιά του σεβασμού προς τους καταναλωτές και της υπευθυνότητας της διαφημιστικής αγοράς. Είναι προς το συμφέρον όλων, οι influencers να είναι ειλικρινείς με το κοινό τους και διαφανείς όσον αφορά στις διαφημίσεις τους». Ρομαντισμός; Μπορεί, αλλά σίγουρα έπρεπε να ειπωθεί…

ΜΜΕ και στερεότυπα

Το αποτέλεσμα της παραπάνω «μίξης» προκύπτει από τη συσχέτιση των ειδήσεων με τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Οπότε το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι εάν τελικά οι ειδήσεις αυτές είναι αντικειμενικές, αληθινές ή παραποιημένες. Η απάντηση δεν είναι εύκολη. «Τα μόνα αισθήματα που έχει κάποιος για ένα γεγονός το οποίο δεν γεύεται, είναι τα αισθήματα που γεννάει για το γεγονός αυτό η διανοητική του εικόνα. Είναι παρεμβολή ενός ψευδο-περιβάλλοντος ανάμεσα στον άνθρωπο και στο πραγματικό περιβάλλον» ανέφερε ο Lippmann, ο θεωρητικός που εισήγαγε τον όρο «στερεότυπα» στις αρχές της δεκαετίας του 1920, θέλοντας να τονίσει ότι η συμπεριφορά του ανθρώπου είναι ανταπόκριση σε αυτό το περιβάλλον. Ένα τέτοιο ψευδο-περιβάλλον, εικόνα από την οποία απορρέει η συμπεριφορά του ανθρώπου, αποτελούν και οι ειδήσεις.

Η ΠΟΣΠΕΡΤ την προηγούμενη εβδομάδα εξέδωσε ανακοίνωση καυτηριάζοντας την τηλεοπτική ανταπόκριση δημοσιογράφου της ΕΡΤ από το Ισραήλ, την οποία θεώρησε υποκειμενική και «στρατευμένη» υπέρ της μιας πλευράς. Ζήτησε μάλιστα την παρέμβαση τόσο της ΕΣΗΕΑ, όσο και του ΕΣΡ, εκτιμώντας ότι τέτοιες προσεγγίσεις θα πρέπει να εκλείψουν. Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση, «η αντικειμενικότητα, η δημοσιογραφική δεοντολογία, η τραγικότητα του πολέμου, η ενσυναίσθηση και η ευαισθησία για την ανθρώπινη ύπαρξη, των αθώων θυμάτων και αμάχων ανεξαρτήτως προέλευσης, είναι τα βασικά στοιχεία που θα έπρεπε να διέπουν τους δημοσιογράφους που τιμούν το επάγγελμα, πολύ περισσότερο την πολεμική ανταπόκριση, όπως αρμόζει στη δημόσια τηλεόραση και τις παρακαταθήκες παλαιότερων και καταξιωμένων συναδέλφων σε ανάλογες περιπτώσεις».

«Αντί αυτού, παρακολουθούμε πολεμοχαρείς αναμεταδόσεις, χωρίς αιδώ, χωρίς καμία επαφή με την πραγματικότητα και το δράμα που βιώνουν οι λαοί της περιοχής και αναδύει η φρίκη του πολέμου. Ανταποκρίσεις που υποδηλώνουν χαρά για τον πόλεμο, σκηνές με χορούς και τραγούδια με τον στρατό για τις πολεμικές επιχειρήσεις που θα ακολουθήσουν σκοτώνοντας αμάχους και παιδιά, περιχαρείς αναδείξεις των οπλικών συστημάτων και στρατιωτικών επιτευγμάτων, περιγραφές που αντιμετωπίζουν το δράμα του πολέμου στο επίπεδο της παιδικής χαράς», συμπλήρωσε η ΠΟΣΠΕΡΤ στην ανακοίνωσή της.

Ωστόσο, εάν κάποιος δει το συγκεκριμένο ρεπορτάζ θα διαπιστώσει ότι όσα περιέγραφε η δημοσιογράφος ήταν ακριβώς αυτά που εκείνη τη στιγμή εξελίσσονταν δίπλα της. Αδιαμφισβήτητος μάρτυρας η τηλεοπτική εικόνα. Ωστόσο, η κριτική που έγινε στη δημοσιογράφο ήταν σκληρή διότι απλά, δεν συμφωνούσαν όλοι με όσα έλεγε. Άλλο όμως το γεγονός που εξελίσσεται και άλλο το εάν συμφωνείς με την κριτική του ή όχι. Αυτά τα δύο στοιχεία διαρκώς τα συγχέουμε, ακριβώς λόγω των στερεοτύπων. Αν π.χ. η δημοσιογράφος βρίσκονταν στο βομβαρδισμένο νοσοκομείο της Γάζας και μετέδιδε τα όσα θλιβερά εξελίσσονταν εκεί, οι αντιδράσεις δεν θα ήταν οι ίδιες. Η ίδια δημοσιογράφος θα αποσπούσε τα εύσημα. Μα τότε απλά θα μετέφερε τη μια πλευρά των γεγονότων.

Σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται για εύκολα ζητήματα. Κατά τη δική μου άποψη, το θέμα με την ελληνίδα δημοσιογράφο στο Ισραήλ προέκυψε ακριβώς επειδή ως ερμηνευτικό πλαίσιο του περιστατικού αξιοποιήθηκαν προκαταλήψεις που υπήρχαν πριν το περιστατικό και ενεργοποιήθηκαν από τους τηλεθεατές για να το ερμηνεύσουν και να γίνει κατανοητό στο δικό τους πολιτιστικό πλαίσιο. Και επιβεβαίωσε απλά ότι οι σχέσεις ΜΜΕ και στερεοτύπων είναι σχέσεις αγάπης και μίσους διαχρονικά. Ας μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε γεγονότα και να διαμορφώσουμε γνώμη.

Cherchez l’ homme

Τι συνέβη όμως στις ΗΠΑ; Με τη «βοήθεια» της τεχνητής νοημοσύνης εμφανίστηκε ένας «ψεύτικος» Τομ Χανκς να διαφημίζει οδοντιατρικές υπηρεσίες, με αρκετά αληθοφανή αποτελέσματα, για να λέμε την αλήθεια. Ίσως το όλο θέμα να μην είχε προκαλέσει τόσο θόρυβο εάν η διαφήμιση αυτή είχε γίνει με τη σύμφωνη γνώμη του διάσημου αμερικανού ηθοποιού. Ο τελευταίος όμως δεν είχε ιδέα και αναγκάστηκε με ανακοίνωσή του -και στα social media – να προειδοποιήσει το κοινό ότι δεν έχει καμία σχέση με τη συγκεκριμένη διαφήμιση. «Προσοχή! Κυκλοφορεί ένα βίντεο που προωθεί κάποιες οδοντιατρικές υπηρεσίες, με εμένα ως προϊόν τεχνητής νοημοσύνης. Δεν έχω καμία σχέση με αυτό», έγραψε ο ηθοποιός στον λογαριασμό του. Να σημειωθεί εδώ ότι ένας από τους λόγους που οι ηθοποιοί του Hollywood βρίσκονταν για πολύ καιρό σε απεργία ήταν και οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τις εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης στη δουλειά τους.

Και φθάνουμε λοιπόν στο γνωστό «φιλοσοφικό» ερώτημα: υπάρχει καλή και κακή τεχνολογία; Η απάντηση κατά τη γνώμη μου είναι μια και ξεκάθαρη: Δεν υπάρχει καλή και κακή. Υπάρχει η κακή εφαρμογή της, η οποία γίνεται από τους ανθρώπους. Είναι σα να λέμε ότι φταίει η πέτρα που χτύπησε έναν άνθρωπο και όχι το χέρι ενός άλλου ανθρώπου που την πέταξε. Οπότε αυτό το ξεκαθαρίσαμε. Ωστόσο στη συνέχεια εμφανίζεται ένα άλλο ερώτημα:

Μπορούμε να εμπιστευθούμε την τεχνητή νοημοσύνη; Πριν απαντήσουμε θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η τεχνητή νοημοσύνη, όπως και ένας υπολογιστής, ακολουθεί μόνο τις οδηγίες του ανθρώπου, οπότε αν ένα αίτημα ή μια οδηγία δεν είναι λεπτομερής ή είναι ανορθόδοξη, το αποτέλεσμα δεν θα είναι καλό.

Γι’ αυτό χρειάζεται ένα πλαίσιο που να καθορίζει τις ευθύνες τόσο του εντολέα όσο και της τεχνητής νοημοσύνης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τον Ιούνιο του 2023 την πρώτη παγκοσμίως ολοκληρωμένη σειρά κανόνων για τη διαχείριση των κινδύνων της τεχνητής νοημοσύνης. Αρκεί αυτό για να λυθεί το πρόβλημα; Σίγουρα όχι, αφού οι κανόνες ακολουθούνται (ή δεν ακολουθούνται) από ανθρώπους.

Η ευθύνη και πάλι εδώ βαραίνει τον άνθρωπο. Και κάπου εδώ εμφανίζεται ένα παράδοξο: Ενώ η ορθή εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης εναπόκειται στον άνθρωπο, η τελευταία απειλεί να εξαλείψει θέσεις εργασίας. Ο Arvind Krishna, CEO της IBM δήλωσε πρόσφατα ότι η εταιρεία του θα «παγώσει» τις προσλήψεις για ρόλους που πιστεύει ότι μπορούν να αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη τα επόμενα χρόνια, κάτι που σημαίνει ότι θα χαθούν περίπου 8.000 θέσεις εργασίας στην IBM. Οπότε τι γίνεται; Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να πάρει τη θέση των στελεχών που βρίσκονται στην ηγεσία ενός οργανισμού και λαμβάνουν τις καθοριστικές αποφάσεις; Δεν ξέρω εάν αυτό συμβεί κάποτε. Σίγουρα όμως η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει το έργο των CEOs σε πολλούς τομείς, όπως στη λήψη αποφάσεων, στην απελευθέρωση χρόνου, σε ηθικά ζητήματα και ζητήματα ανθρωποκεντρικής ηγεσίας κ.α. Αλλά μέχρι εκεί.

Και στη διαφήμιση; Εδώ είναι απολύτως απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο, ξεκάθαρο και ρεαλιστικό θεσμικό πλαίσιο εφαρμογής κανόνων αξιοποίησης του ΑΙ, η τήρηση των οποίων να ελέγχεται εξονυχιστικά. Παράλληλα θα πρέπει να προβλέπονται βαριές ποινές για τη μη τήρηση αυτών, οι οποίες όμως να επιβάλλονται όταν πρέπει και να μην είναι απλά τυπικές. Οπότε πάλι καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα: όλα εξαρτώνται από τον άνθρωπο…

«Εδοξάσθη κρυπτόμενος…»

Κάποτε οι πολέμιοι της ελεύθερης αγοράς έλεγαν ότι το marketing δημιουργεί πλασματικές ανάγκες τις οποίες στη συνέχεια καλείται να επικοινωνήσει η διαφήμιση. Με άλλα λόγια, έλεγαν ότι υπήρχαν στην αγορά προϊόντα που δεν κάλυπταν καμία ιδιαίτερη ανάγκη και ήταν θέμα χρόνου να εκλείψουν. Εγώ θα το έθετα διαφορετικά: η αγορά και οι καταναλωτές είναι εκείνοι που κρίνουν την ανάγκη ύπαρξης ενός προϊόντος. Αυτοί είναι οι υπέρτατοι κριτές. Οπότε, ακόμα και αν δεχθούμε ότι το marketing δημιουργεί ανάγκες – άποψη με την οποία διαφωνώ-, η αγορά «αυτορρυθμίζεται» κατά μια έννοια, διατηρώντας εν ζωή μόνο ότι έχει νόημα ύπαρξης και αξίζει.

Και ερχόμαστε στο «φαινόμενο Κασσελάκη», ο οποίος είναι και επίσημα ο νέος Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, μετά τις εσωκομματικές εκλογές των προηγούμενων δύο Κυριακών. Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι η εμφάνισή του στην ελληνική πολιτική σκηνή αποτελεί ένα ιδιαίτερο case study για την επιστήμη της πολιτικής επικοινωνίας. Ένας νέος άνθρωπος εμφανίστηκε κυριολεκτικά από το πουθενά και μέσα σε τρεις μήνες βρέθηκε να διεκδικεί τη θέση του Προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θέση που θεωρητικά θα μπορούσε να τον οδηγήσει και στη θέση του Πρωθυπουργού. Και το ακόμα πιο παράδοξο είναι το γεγονός ότι δεν έχει αριστερές καταβολές, μάλλον από την άλλη πολιτική «πλευρά» θα τον τοποθετούσε κανείς. Γιατί με ανώτατες σπουδές και μεταπτυχιακά στις ΗΠΑ, ενασχόληση με ναυτιλιακές επιχειρήσεις, τι άλλο θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς;

Πώς τα κατάφερε όλα αυτά ο Στέφανος Κασσελάκης; Απλούστατα διότι αξιοποίησε όλες τις δυνατότητες της πολιτικής επικοινωνίας σχεδόν με άριστο τρόπο. Social media και έξυπνες αναρτήσεις που έγιναν viral, περιοδείες, δηλώσεις «εκ βαθέων», ανακοινώσεις, ευρηματικά τηλεοπτικά σποτ, ενώ ακόμα και την σεξουαλική του ταυτότητα την πρόβαλε με αριστοτεχνικό τρόπο. Ας δεχθούμε λοιπόν ότι το πολιτικό marketing δημιούργησε ένα «προϊόν», το οποίο μένει να φανεί εάν έχει απήχηση στην «αγορά» (βλέπε «κοινωνία»). Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό.

Ο Αντώνης Παπαργύρης, Διευθυντής Ερευνών της GPO, έγραψε στην εφημερίδα «Τα Νέα» – πριν την εκλογή του κ. Κασσελάκη – ότι ο τελευταίος είναι ένα νέο προϊόν μάρκετινγκ, που δείχνει την αποστροφή του κόσμου για την παραδοσιακή πολιτική και αναφέρεται μάλλον απαξιωτικά για τον νέο Πρόεδρο, αλλά όπως γράφει, μένει να δούμε αν είναι αυτό που χρειάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ.

«Η μετεωρική πορεία του νέου υποψηφίου για την αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ κ. Κασσελάκη είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα της εποχής μας. Ένα πρόσωπο χωρίς οργανωτικούς δεσμούς και ιδεολογικές αναφορές στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς, χωρίς ξεκάθαρο πολιτικό υπόβαθρο, διεκδικεί την ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αποθέωση της εικόνας και του πολιτικού μάρκετινγκ ή απάντηση στην αποστροφή που δείχνει πλέον η πλειοψηφία των πολιτών στα ιδεολογικά στεγανά, τους ανούσιους και ακατανόητους πολιτικούς διαχωρισμούς; Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν αυτό που χρειαζόταν τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ και η ελληνική κεντροαριστερά ήταν ένας αμερικανοτραφής επικεφαλής που μιλάει καλύτερα αγγλικά από τον προκάτοχό του».

Συμπέρασμα: και στην πολιτική επικοινωνία, οι άγραφοι κανόνες της αγοράς κρίνουν ένα «προϊόν» εάν έχει λόγο ύπαρξης ή όχι. Οπότε, ας μην κατηγορούμε το marketing και την πολιτική επικοινωνία. Θα φανεί εάν ο Στ. Κασσελάκης «εδοξάσθη κρυπτόμενος και καταποντιστεί εμφανιζόμενος». Θα το κρίνει η «αγορά» που στην προκειμένη περίπτωση είναι η κοινωνία.

Η Διαφήμιση υπό πίεση

Προφανώς και ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι ακραίο και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όχι μόνο από εκπροσώπους του διαφημιστικού κλάδου, αλλά και από κανένα άνθρωπο με στοιχειώδεις γνώσεις της επιχειρηματικής πραγματικότητας. Ωστόσο υπάρχει και μια άλλη παράμετρος στην έρευνα αυτή, ιδιαίτερα ανησυχητική: σύμφωνα με ένα επιπλέον εύρημά της, την ίδια χαμηλή εκτίμηση για το επάγγελμα αυτό είχαν και… οι ίδιοι οι επαγγελματίες του κλάδου!

Έντεκα χρόνια μετά, η εικόνα δείχνει να μην έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά, ίσως μάλιστα να έχει γίνει ακόμα πιο επιβαρυντική για τον κλάδο της διαφήμισης. Πώς φτάσαμε λοιπόν από την «αστραφτερή» εικόνα του διαφημιστικού επαγγέλματος τη δεκαετία του 1990, στη σημερινή υποβάθμισή του;

Οι λόγοι είναι πολλοί και σύνθετοι και αφορούν τόσο στους ίδιους τους ανθρώπους του κλάδου, όσο και στις συνθήκες που διαφοροποιήθηκαν σε κοινωνικό, οικονομικό, επιχειρηματικό και πολιτισμικό επίπεδο. Υπάρχουν ευθύνες αναμφισβήτητα. Δεν θα τις αναλύσουμε εδώ, θα σταθούμε όμως σε εκείνες που έχουν να κάνουν με τις συνθήκες στις οποίες πλέον καλούνται οι άνθρωποι της διαφήμισης να δημιουργήσουν, να εμπνευστούν και να εμπνεύσουν. Συνθήκες που σε συνδυασμό με την πτώση των αμοιβών, δημιουργούν ένα «σπιράλ θανάτου» που σκοτώνει τη δημιουργικότητα. Και αναφέρομαι στην ασφυκτική πίεση κάτω από την οποία καλούνται οι άνθρωποι αυτοί να παράξουν έργο. Βέβαια, για να είμαστε και δίκαιοι, η πίεση υπάρχει σε όλους τους κλάδους και είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα απ’ ότι πριν 20 χρόνια. Ωστόσο για τη διαφήμιση η πίεση αυτή είναι καταστροφική.

Η δημιουργικότητα απαιτεί καθαρό μυαλό, απαλλαγμένο από τους μικρούς, καθημερινούς αντιπερισπασμούς. Απαιτεί ηρεμία, ελευθεριότητα, ριζοσπαστική σκέψη. Αντί αυτού, τι ισχύει σήμερα; Το ακριβώς αντίθετο.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα νέας έρευνας της Pitch, με δείγμα 1.029 εργαζόμενους σε agencies και marketers στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ, το 11% των εργαζομένων στον τομέα της διαφήμισης παραιτήθηκε από το agency όπου εργαζόταν λόγω του στρες που προκαλεί η διαδικασία του pitch. Είναι απλά το αποτέλεσμα του «σπιράλ θανάτου» στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω. Αναλυτικότερα, όπως επισημαίνεται στην ίδια έρευνα, το 50% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι βιώνει στρες ή υπερκόπωση (burnout) κατά τη διάρκεια της διαδικασίας pitching είτε σε προσωπικό επίπεδο, είτε σε επίπεδο ομάδας. Ως εκ τούτου, το 17% εξ αυτών χρειάστηκε να λάβει άδεια μετ’ αποδοχών, το 11% να λάβει αναρρωτική άδεια με την έγκριση ιατρού και ένα ακόμα 11% να παραιτηθεί.

Επιπρόσθετα, βάσει της εν λόγω έρευνας, 7 στους 10 εργαζόμενους αισθάνθηκαν επιπλέον πίεση κατά τη διάρκεια του pitch λόγω της κατάστασης της οικονομίας, ένα 35% λόγω μη διατήρησης μιας σταθερής δομής, ένα 34% λόγω διαχείρισης της προόδου άλλων συνεργατών και ένα 69% λόγω της απογοήτευσης από την αλλαγή περιεχομένου του pitch από άλλα μέλη της ομάδας.

Ο άνθρωπος που δουλεύει στη διαφήμιση σήμερα είναι ένας πολυμορφικός manager που αναπτύσσει στρατηγική, δημιουργικές ικανότητες αλλά και soft skills, «παντρεύοντας» το creative με το account. Η ίδια η φύση της δουλειάς αυτής εμπεριέχει την πίεση. Δεν μπορεί να αλλάξει αυτό. Ας μην εντείνουμε όμως την πίεση αυτή με ανούσιους τρόπους και για αλλότριους της Επικοινωνίας στόχους. Για να διαφυλάξουμε την εικόνα τόσο του επαγγελματία της διαφήμισης, όσο και του ίδιου του κλάδου.

Συναίσθημα και αλγόριθμοι στην Επικοινωνία

Οι απαντήσεις δόθηκαν στο πλαίσιο του advisory board Masters of Travel της Accor, μια διοργάνωση που στόχο είχε να μελετήσει εις βάθος την πραγματική αξία του ταξιδιού, αξιολογώντας τις απαιτήσεις που τίθενται περιβαλλοντικά, κοινωνικά και σε ζητήματα διακυβέρνησης (ESG), ενώ παράλληλα προσπάθησε να αναδείξει τις προτεραιότητες των επιχειρήσεων από το 2024 και έπειτα. Το συμπέρασμα ήταν ότι η πολιτική των επαγγελματικών ταξιδιών είναι πλέον «purposeful travel», ταξίδια δηλαδή που έχουν συγκεκριμένο σκοπό. Η ζήτηση για επαγγελματικά ταξίδια έχει επιστρέψει, με επιστροφή των δια ζώσης εταιρικών εκδηλώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιχειρηματικές ανάγκες εξισορροπούνται με κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς λόγους.

Στο πλαίσιο του advisory board παρουσιάστηκαν ευρήματα της τελευταίας σχετικής έρευνας της Accor, σύμφωνα με τα οποία οι δαπάνες για τα επαγγελματικά ταξίδια μειώθηκαν μόλις κατά 24% από το 2019 και αναμένεται να επιστρέψουν στα προ πανδημίας επίπεδα έως το 2024, σύμφωνα με άλλη έρευνα της Deloitte.

Η πρόσφατη παγκόσμια έρευνα της Accor για τα επαγγελματικά ταξίδια ευθυγραμμίζεται με την επιστροφή στις δαπάνες πριν από την πανδημία, καθώς το 57% των ερωτηθέντων αναμένει αύξηση του προϋπολογισμού για ταξίδια το 2024 έναντι των δαπανών του 2023. Οι ίδιες εταιρείες τοποθετούν την “εμπειρία ταξιδιώτη” ως το δεύτερο πιο κρίσιμο στοιχείο για το 2024, μετά την εξοικονόμηση κόστους. Kαι κάπου εδώ υπεισέρχεται το βασικότερο κατά τη γνώμη μου συμπέρασμα, που αναφέρει ότι η αξία της επικοινωνίας πρόσωπο με πρόσωπο είναι αναμφισβήτητη, με τους επαγγελματίες να υπολογίζουν 25% περισσότερα έσοδα όταν συναντώνται εκ του σύνεγγυς. Η καθαρή κερδοφορία δεν είναι το μόνο ζητούμενο όταν οι εργαζόμενοι χρειάζονται αλληλεπίδραση με συναδέλφους και συνεργάτες για την ψυχική τους υγεία και την επαγγελματική τους ικανοποίηση.

Κάθε ταξίδι αξιολογείται προσεκτικά σε όρους ROI και ROE – απόδοση επένδυσης και, ολοένα και περισσότερο, απόδοση της προσδοκίας. «Οι ψηφιακές συναντήσεις αποτελούν μια αποδεκτή πρακτική του εργασιακού τοπίου με τρόπους που δεν ήταν συνηθισμένοι πριν από τον Covid, αλλά μέχρι να προχωρήσει η τεχνολογία και τα ολογράμματα να μπορούν να χαμογελάσουν με αισθήματα, οι συμφωνίες εξακολουθούν να επισφραγίζονται με μια χειραψία», αναφέρει χαρακτηριστικά η έρευνα της Accor, δίνοντας το στίγμα της στρατηγικής που θα πρέπει να ακολουθήσουν οι επιχειρήσεις. Στην εποχή του Artificial Intelligence όλοι καταλαβαίνουμε τις προεκτάσεις του συγκεκριμένου συμπεράσματος.

Με άλλα λόγια, ενώ η τεχνολογία είναι το κλειδί και δίνει λύσεις σε όλους τους τομείς, θα πρέπει να είναι ανθρωποκεντρική, σχεδιασμένη να βελτιώνει τη διαδικασία, ενώ η ανθρώπινη επαφή δεν θα πρέπει να είναι απούσα. Μπορεί να φαίνεται ότι μιλάμε για τα αυτονόητα, αλλά όπως δείχνουν οι εξελίξεις, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Και για τον κόσμο της επικοινωνίας και του marketing είναι ακόμα σημαντικότερο να μην ξεχάσει ποτέ πως όσο κι αν προχωρήσει η τεχνολογία, η ανάγκη επικοινωνίας ανθρώπου με άνθρωπο θα παραμένει πάντα εκείνη που θα κάνει τη διαφορά. Για έναν ακόμα λόγο: Η ανθρώπινη επικοινωνία δεν στηρίζεται σε αλγόριθμους, αλλά στο συναίσθημα. Κάτι που η τεχνολογία δεν θα μπορέσει να αντιγράψει ποτέ. Και όλοι ξέρουμε ότι και στη διαφήμιση, η συναισθηματική προσέγγιση είναι το Α και το Ω.

Working with Cancer…

Η είδηση προέκυψε ξαφνικά και προκάλεσε αίσθηση: Στις Κάννες, κορυφαία δημιουργικά στελέχη από τους ομίλους Edelman, IPG, Omnicom, Publicis και WPP ένωσαν τις δυνάμεις τους, για να παραδώσουν ένα από τα πιο σημαντικά briefs που έχουν παρουσιαστεί στον κλάδο, που μπορεί να επηρεάσει τις ζωές έως και 4 δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Βασικό ζητούμενο είναι να εξαλειφθεί το στίγμα και η ανασφάλεια του καρκίνου στον εργασιακό χώρο. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Οι εργαζόμενοι που βιώνουν αυτό το τόσο σοβαρό πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζονται διαφορετικά στους χώρους εργασίας, από συναδέλφους και εργοδότες. Και δεν αναφέρομαι στο γεγονός ότι αντιμετωπίζονται ίσως πιο επιεικώς ή τους αναθέτονται λιγότερο επίπονα projects –κάτι που όχι μόνο δεν είναι μεμπτό, αντίθετα επιβάλλεται-, αλλά στον εργασιακό και κοινωνικό αποκλεισμό τους, ο οποίος αποτυπώνεται με την εκούσια ή ακούσια περιθωριοποίησή τους. Κάτι που είναι πολύ διαφορετικό και προκαλεί αρνητικά συναισθήματα στους εργαζόμενους αυτούς, επιβαρύνοντας την ψυχολογία τους και κατ’ επέκταση την σωματική υγεία τους, αλλά και το καθαυτό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζουν.

Η ιδέα είναι απλή, αλλά εξαιρετικά ευρηματική και σημαντική: Το brief καλεί επαγγελματίες από τον κλάδο της επικοινωνίας και της διαφήμισης, είτε μεμονωμένα, είτε σε ομάδες των δύο ατόμων από ένα ή περισσότερα agencies, να δημιουργήσουν μια καμπάνια που θα λανσαριστεί το 2024, στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας κατά του Καρκίνου. Μάλιστα, όπως ανέφερε και το Publicis Group σε σχετική του ανακοίνωση, στόχος είναι να δημιουργηθεί μια διεθνής multi-media καμπάνια που θα ενισχυθεί με 100 εκατομμύρια δολάρια, η διαδικασία της οποίας θα υποστηριχθεί από τα παγκοσμίου επιπέδου συστήματα αξιολόγησης των Cannes Lions. Ο τίτλος της καμπάνιας θα είναι «Working with Cancer».

Η όλη ιδέα δεν προέκυψε ξαφνικά, αφού η έννοια του «Working with Cancer» και όλα όσα εκφράζει υπάρχει εδώ και καιρό στο χώρο των επιχειρήσεων, και έχει ως στόχο να εξαλείψει πλήρως το στίγμα και την ανασφάλεια που προκαλεί ο καρκίνος στους χώρους εργασίας. Το πρόγραμμα αυτό ξεκίνησε αρχικά από το Publicis Groupe και σήμερα αποτελεί μια συμμαχία μεγάλων διεθνών εταιρειών, στην οποία συμμετέχουν περισσότερες από 600 επιχειρήσεις που απασχολούν έως και 20 εκατομμύρια εργαζόμενους. Πρόκειται για έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό, ο οποίος αποτυπώνει το γεγονός ότι ο επιχειρηματικός κλάδος αρχίζει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος του προβλήματος και τις επιπτώσεις του σε εργαζόμενους, επιχειρήσεις, αλλά και στην κοινωνία γενικότερα. Όπως αναφέρει το Publicis Groupe, οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις δεσμεύονται να δημιουργήσουν μια ανοιχτή, υποστηρικτική και προωθητική προς την ανάρρωση κουλτούρα για τους καρκινοπαθείς. Μάλιστα, το πρόγραμμα διακρίθηκε πρόσφατα στα Cannes Lions, αποσπώντας το βραβείο Grand Prix στην κατηγορία Good in Health.

Αναμένουμε με ενδιαφέρον την εξέλιξη του όλου εγχειρήματος. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το δημιουργικό αποτέλεσμα θα είναι εκπληκτικό και η διαφήμιση θα κάνει και πάλι τη δουλειά της. Για να φθάσουμε όμως στο επιθυμητό αποτέλεσμα χρειάζεται και η ίδια η κοινωνία να καλλιεργήσει την ανάλογη κουλτούρα και νοοτροπία. Η έκθεσή της σε τέτοια διαφημιστικά μηνύματα είναι απλά ένα πρώτο βήμα.


Περισσότερες πληροφορίες για το «Working with Cancer» μπορείτε να βρείτε εδώ.

«Κοινό νόμισμα» – Part 2

Ακόμα κι αν διαφωνείς με την άλλη πλευρά, είναι καλύτερα να μιλάς μαζί της έχοντας ανοικτό δίαυλο επικοινωνίας παρά να έχεις κόψει γέφυρες», αναφέρει μια βασική αρχή της πολιτικής. Νομίζω έχει λογική και όλοι μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της συζήτησης για την εύρεση ενός κοινά αποδεκτού «νομίσματος» μέτρησης της επισκεψιμότητας των sites, κάτι που επιτακτικά ζητά η διαφημιστική αγορά εδώ και χρόνια.

Η καθιέρωσή του μεταξύ άλλων, θα ξεχωρίσει «την ήρα από το στάχυ», θα επιβραβεύσει τα sites που κάνουν επαγγελματική δουλειά, διαθέτουν αξιόπιστο περιεχόμενο και ποιοτικό διαφημιστικό περιβάλλον, οδηγώντας εκτός αγοράς όσα δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα, παρά μόνο κιτρινισμό και διαπλοκή.

Η πρώτη σχετική συνάντηση στην ημερίδα του ΙΑΒ Hellas στο Civitel Attik, αφήνει ένα παράθυρο αισιοδοξίας ότι αυτή τη φορά θα υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα, αν μάλιστα σκεφθεί κανείς τα λόγια του Δημήτρη Μαύρου, Αντιπροέδρου του φορέα, ο οποίος δήλωσε αρχικά ότι «πρέπει να κληθούμε να πάρουμε αποφάσεις και να βάλουμε τα πράγματα σε τάξη», εξειδικεύοντας μάλιστα περαιτέρω τους στόχους, τονίζοντας ότι «το θέμα είναι αν η αγορά θέλει μια πραγματική μέτρηση ή ένα τυπικό εργαλείο». Αν μη τι άλλο, πρόκειται για δηλώσεις που δείχνουν συνειδητοποίηση και αποφασιστικότητα. Βέβαια, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι «it takes two to tango».

Σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκαν και οι τοποθετήσεις των θεσμικών οργάνων, σύμφωνα με ρεπορτάζ του DailyFax, με τον Πέτρο Μπελεσάκο, Μέλος της Επιτροπής Media Specialists της ΕΔΕΕ να αναφέρει ότι είναι σημαντική η επανεκκίνηση της συζήτησης και ότι η μέτρηση θα πρέπει να περιλαμβάνει νέα metrics (όπως δημογραφικά, κατανάλωση περιεχομένου, κ.λπ.) και περισσότερα sites. Την ίδια στιγμή βέβαια, δεν έκρυψε τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι το κόστος του συγκεκριμένου εργαλείου ενδέχεται να μην είναι ευκαταφρόνητο, καταλήγοντας ότι αυτό που θα μπορούσαν να «αντέξουν» τα agencies θα ήταν η απόδοση του 0,25% της διαφημιστικής δαπάνης. Από την άλλη πλευρά, ο Δημήτρης Ηλιόπουλος, Αντιπρόεδρος της ΕΝΕΔ ανέδειξε τη δυσκολία του πράγματος, αναφερόμενος σε προηγούμενη μέτρηση που είχε παρουσιάσει η Ένωση, η οποία τελικά δεν κατάφερε να γίνει «κοινό νόμισμα».

Τόνισε ότι οι λύσεις που προέκυψαν από την προκήρυξη του 2021 δεν ικανοποιήσαν όλα τα ζητούμενα, καταλήγοντας, ωστόσο, στο ότι ο IAB Hellas θα μπορούσε να προχωρήσει με αυτές χωρίς συμμετοχή της ΕΝΕΔ. Σε ενωτικό πνεύμα κινήθηκε από την πλευρά της, η Αντιπρόεδρος του ΣΔΕ, Μαριάνα Κορδοπάτη, η οποία τόνισε την επιτακτική ανάγκη εποικοδομητικής συνεργασίας που θα φέρει αυτή τη φορά κάποιο αποτέλεσμα. Όπως είπε, ζητούμενα για τους διαφημιζόμενους, πέρα από την επισκεψιμότητα, είναι το unduplicated reach και το frequency, καθώς «επενδύονται χρήματα στα τυφλά».

Πέρα από την συμφωνία των εμπλεκόμενων πλευρών για την εύρεση του πολυπόθητου «κοινού νομίσματος» και της διαχείρισης του – ενδεχομένως- υψηλού κόστους του (ο ΙΑΒ Hellas εκτιμά ότι θα κυμαίνεται από 250.000 έως 600.000 ευρώ), η μεγάλη πρόκληση είναι η απαρέγκλιτη υιοθέτησή του από όλους. Διότι έστω και ένας να αποκλίνει από την κοινή γραμμή, το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο και θα είναι η αποτυχία. Είναι θετική ένδειξη πάντως το γεγονός ότι η προσπάθεια θα συνεχιστεί από το σημείο που σταμάτησε την προηγούμενη φορά -με τις σχετικές επικαιροποιήσεις βέβαια-, ενώ προαναγγέλθηκε και η δημιουργία ομάδας εργασίας για τα επόμενα βήματα.

Branding: «Τriggering στο συναίσθημα»

Τι είναι όμως τα Branding Dialogues; Σύμφωνα με την ΕΔΕΕ, πρόκειται για μια νέα σειρά online συναντήσεων μεταξύ επαγγελματιών που συζητούν πάνω σε branding case studies, τα οποία αναδεικνύουν τον ρόλο, τη μεθοδολογία και την αξία του branding στην ανάπτυξη οργανισμών, προϊόντων και υπηρεσιών στη χώρα μας. «Τα Branding Dialogues αποτελούν, μεταξύ άλλων, μία από τις πρωτοβουλίες της ΕΔΕΕ που στοχεύουν στην εξωστρέφεια των branding και design agencies και στην ανάδειξη των υπηρεσιών τους ως εργαλείο επιχειρηματικής ανάπτυξης στην Ελλάδα» αναφέρει μεταξύ άλλων η σχετική ενημέρωση της Ένωσης.

Το πιο ενδιαφέρον ωστόσο εδώ είναι ότι δεν πρόκειται για μια θεωρητική ανάλυση του branding, μέσα από απλές και στατικές ομιλίες -που πλέον νομίζω είναι ξεπερασμένες-, αλλά για διαδραστικές συζητήσεις, που απαιτούν την αλληλεπίδραση των συμμετεχόντων. Πιο συγκεκριμένα, στα Branding Dialogues θα παρακολουθήσουμε μία σειρά από βιντεοσκοπημένους διαλόγους μεταξύ εκπροσώπου ενός branding agency και ενός πελάτη του, οι οποίοι με αφορμή τη συνεργασία τους πάνω σε ένα προϊόν ή υπηρεσία, συζητούν για τα εργαλεία του branding, την αναγνώριση των μεθόδων και των χαρακτηριστικών που οδηγούν στην επιτυχία των brand – τη δυναμική τους και την ανθεκτική στον χρόνο ανάπτυξή τους.

Πόσο απλή ιδέα και ταυτόχρονα πόσο χρήσιμη. Εάν μάλιστα η επιλογή των συμμετεχόντων είναι αντιπροσωπευτική της σημερινής πραγματικότητας στον κλάδο, με επαγγελματίες που ξεχωρίζουν, νομίζω το αποτέλεσμα θα είναι πολύ καλό. Αν κρίνω πάντως από το πρώτο επεισόδιο της σειράς που βγήκε «στον αέρα» στις 9 Μαϊου και το οποίο κινήθηκε σε υψηλά ποιοτικά standards, οι στόχοι θα επιτευχθούν. Για την ιστορία να πούμε ότι στο πρώτο επεισόδιο της σειράς συμμετέχουν η Εμμανουέλλα Μπιτσαξάκη, Founding Managing Partner της 2yοlk, και η Μαριαλένα Λημναίου, Marketing Director της Μelissa Kίκιζας. Η συζήτησή τους αφορούσε στο πρόσφατο rebranding των ζυμαρικών Melissa, «ως ένα case study που φωτίζει την ευαίσθητη ισορροπία του να επανασυστήσεις μία μάρκα, λέγοντας μία νέα ιστορία και διατηρώντας ταυτόχρονα ζωντανή τη σύνδεση με την κληρονομιά της», σύμφωνα με την ΕΔΕΕ. Αξίζει να βρείτε το επεισόδιο αυτό – αλλά και τα άλλα που θα ακολουθήσουν – στο κανάλι της ΕΔΕΕ στο YouTube.

Η πρωτοβουλία αυτή της ΕΔΕΕ ήταν μια αφορμή να επιβεβαιωθεί ξανά το υψηλό επίπεδό του branding στη χώρα μας. Μην ξεχνάμε ότι την τελευταία δεκαετία η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό εξαγωγέα υπηρεσιών branding και design, αφού επιχειρήσεις από όλο τον κόσμο επιλέγουν εταιρείες από τον Tομέα Branding & Design της ΕΔΕΕ. Δεκάδες εταιρείες ανά τον κόσμο, ειδικότερα από την Ευρώπη, μικρές και μεγάλες, έχουν εμπιστευθεί ελληνικές εταιρείες του κλάδου, για φιλόδοξα projects, τα οποία μάλιστα έχουν βραβευθεί στα σημαντικότερα διεθνή φεστιβάλ επικοινωνίας και marketing.

Διάβασα και παραθέτω εδώ έναν ενδιαφέροντα ορισμό του branding που δίνει η Δήμητρα Ζερβάκη, Business Coach, Project Manager και Adult Trainer, ο οποίος είναι διαφωτιστικός: «Branding είναι αυτό το κάτι που κάνει triggering στο συναίσθημα και στο μυαλό των ανθρώπων. Σχετίζεται με τη δημιουργία της ταυτότητας μιας εταιρείας, ταυτότητας με την έννοια του ποιοι είμαστε, ποιοι θέλουμε να γίνουμε και πώς θέλουμε οι άλλοι να μας βλέπουν. Είναι αυτό που διαφοροποιεί μία εταιρεία από μία άλλη. Είναι αυτό που μας λέει τι να περιμένουμε από μία εταιρεία. Είναι η αντίληψη, η εντύπωση που έχουν οι άνθρωποι για μία εταιρεία και φυσικά για τα προϊόντα/υπηρεσίες που παράγει». Mπράβο λοιπόν στην ΕΔΕΕ, αναμένουμε τη συνέχεια…

Απαγορεύονται οι απαγορεύσεις…

Με την επέλαση της πανδημίας Covid-19 όμως το όλο ζήτημα έμεινε πίσω, αφού οι προτεραιότητες ήταν πλέον άλλες. Πριν μερικές ημέρες ωστόσο, η ελβετική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ήρθε η ώρα να υλοποιήσει το σχετικό της πρόγραμμα, το οποίο άλλωστε ζήτησε η πλειοψηφία των Ελβετών.

Το υπουργικό συμβούλιο της χώρας ανέφερε ότι θα εντείνει τους περιορισμούς που έχει ήδη σχεδιάσει προκειμένου να απαγορεύσει τη διαφήμιση σε χώρους και μέσα ενημέρωσης στα οποία έχουν πρόσβαση οι νέοι. Βέβαια σύμφωνα με τα όσα ανακοίνωσε η ελβετική κυβέρνηση, θα υπάρξει μια μεγάλη περίοδος χάριτος σε διαφημιζόμενους και διαφημιστικές εταιρείες ώστε να προετοιμαστούν και να σχεδιάσουν τις εναλλακτικές στρατηγικές τους. Κι αυτό διότι οι νέοι νόμοι θα τεθούν σε ισχύ από τα μέσα του 2026 και θα ενισχύσουν τους περιορισμούς στη συσκευασία και διαφήμιση του καπνού και των ηλεκτρονικών τσιγάρων, οι οποίες αναμένεται να αρχίσουν να εφαρμόζονται από τον επόμενο χρόνο.

Έτσι, τα ελβετικά ΜΜΕ και ο διαφημιστικός κλάδος της Ελβετίας θα βρεθούν για άλλη μια φορά αντιμέτωποι με περιορισμούς και απαγορεύσεις, σε μια εποχή που όλοι θεωρούσαμε ότι δεν θα βιώσουμε ξανά περιορισμούς στην επικοινωνία. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, η νέα νομοθεσία που θα επηρεάσει τα έντυπα μέσα ενημέρωσης, τη διαδικτυακή διαφήμιση και τα μουσικά φεστιβάλ, έχει σχεδιαστεί ώστε να μειώσει την κατανάλωση καπνού και των σχετιζόμενων με το κάπνισμα θανάτους.

Αιτιολογώντας περαιτέρω την απόφασή της, η ελβετική κυβέρνηση ανέφερε ότι το κάπνισμα παραμένει σχετικά εκτεταμένο στην Ελβετία με 9.500 ανθρώπους να πεθαίνουν πρόωρα κάθε χρόνο ως αποτέλεσμα της κατανάλωσης καπνού. Μάλιστα χαρακτήρισε την κατανάλωση καπνού ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα δημόσιας υγείας στη χώρα. «Η χρήση καπνού προκαλεί πολλές μη μεταδοτικές ασθένειες και το κόστος της ιατρικής αντιμετώπισής τους ανέρχεται στα τρία δισεκατομμύρια ελβετικά φράγκα (3,37 δισ. δολάρια ΗΠΑ) ετησίως» ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι η διαφήμιση καπνού παίζει σημαντικό ρόλο στην απόφαση για έναρξη του καπνίσματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 2022, το 6,9% των Ελβετών ηλικίας 11-15 ετών είχαν καπνίσει τσιγάρα τις προηγούμενες 30 ημέρες, ενώ το 5,7% των νέων ηλικίας 15-24 ετών έχουν χρησιμοποιήσει το ηλεκτρονικό τσιγάρο τουλάχιστον μία φορά τον μήνα. Ως αποτέλεσμα, στο μέλλον δεν θα επιτρέπεται η διαφήμιση προϊόντων καπνού ή ηλεκτρονικών τσιγάρων στα έντυπα μέσα ενημέρωσης, στα καταστήματα ή σε εκδηλώσεις που μπορεί να επισκεφθούν ή να παρακολουθήσουν ανήλικοι. Τέλος, η χορηγία εκδηλώσεων όπου συμμετέχουν νέοι κάτω των 18 ετών θα απαγορευθεί. Ωστόσο, η διαδικτυακή διαφήμιση θα εξακολουθεί να επιτρέπεται, δεδομένου ότι εκεί λειτουργούν συστήματα ελέγχου της ηλικίας.

Και κάπως έτσι επανέρχεται το ερώτημα της αναγκαιότητας ή μη επιπλέον περιορισμών στη διαφήμιση καπνού. Φέρνoυν αποτέλεσμα; Σε μια εποχή που το κάπνισμα δεν θεωρείται «must» όπως κάποτε και τα πρότυπα υγιεινής ζωής ενισχύονται, είναι άραγε αναγκαίοι νέοι περιορισμοί στη διαφήμιση;

Όταν ακόμα και οι μεγάλες καπνοβιομηχανίες διαμορφώνουν ένα νέο αφήγημα όπου το κάπνισμα αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα, είναι δόκιμο να δούμε και νέο μπαράζ αντίστοιχων περιορισμών και σε άλλες χώρες της Ευρώπης; Και τελικά, η απάντηση κατά του καπνίσματος βρίσκεται στις απαγορεύσεις ή στην εκπαίδευση και στην ενημέρωση των νέων για τα βλαβερά του αποτελέσματα και στην καλλιέργεια μιας κουλτούρας υγιεινής προσέγγισης της ζωής; Προσωπικά είμαι υπέρ του δεύτερου…

Αντικειμενικότητα και ΜΜΕ

Ας επιλέξουμε ένα γεγονός που βιώσαμε κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο. Και ας προσπαθήσουμε να δούμε πως προσεγγίστηκε από τα ΜΜΕ, – τις εφημερίδες, τα sites, τα κανάλια ή τα ραδιόφωνα. Είναι σίγουρο ότι οι προσεγγίσεις που θα δούμε θα είναι αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, σε ορισμένες περιπτώσεις τόσο διαφορετικές που θα μας κάνουν να σκεφτούμε εάν μιλάμε για το ίδιο γεγονός ή εάν εμείς δεν το είδαμε σε όλη του την έκταση.

Τι συμβαίνει τελικά; Υπάρχει αντικειμενική αλήθεια; Αφού κάθε μέσο προσεγγίζει το γεγονός ανάλογα με την πολιτική του τοποθέτηση, πως μιλάμε για αντικειμενικότητα και αλήθεια; Μήπως τελικά έχει δίκιο ο Έκο;

Προσωπικά πιστεύω ότι έχει απόλυτο δίκιο. Η αλήθεια είναι σχετική. Και η ύπαρξη πολλών προσεγγίσεων το αποδεικνύει. Ο ανθρώπινος νους αντιλαμβάνεται ένα πολιτικό γεγονός ανάλογα με την ιδεολογική του τοποθέτηση, αλλά και τις δικές του, εντελώς προσωπικές και ιδιαίτερες προσλαμβάνουσες. Κατά τη γνώμη μου είναι απόλυτα ουτοπικό να αναζητάμε από τον άνθρωπο αντικειμενικότητα. Αλλά και είναι φασιστικό να του επιβάλλουμε τρόπο σκέψης, μόνο μεθοδολογία σκέψης μπορούμε να συγκροτήσουμε.

Γιατί κανένας άνθρωπος δεν έχει την απόλυτη γνώση, δεν είναι κάτοχος της απόλυτης αλήθειας, οπότε δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλλει στους άλλους τους τρόπους με τους οποίους θα την αντιλαμβάνονται. Ίσως ακριβώς σε αυτό το χαρακτηριστικό να οφείλεται και η ομορφιά της ζωής, στην ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάθε άνθρωπος σκέφτεται με ένα δικό του μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο και αυτό δεν πρέπει ποτέ να το ξεχνάμε. Η εικόνα ενός γεγονότος εξαρτάται καθαρά και μόνο από τη θέση του παρατηρητή ή με άλλα λόγια, από τον παρατηρητή, δηλαδή από το υποκείμενο.

Οπότε, ποιος ο ρόλος του δημοσιογράφου και των ΜΜΕ; Είναι να μεταδίδουν την αλήθεια ή όχι; Και ποια είναι η αλήθεια; Η απάντηση κατά τη γνώμη μου είναι σύνθετη: αντί να μιλάμε για την μετάδοση της αλήθειας είναι καλύτερα να μιλάμε για κοινωνικά αποδεκτές αποστάσεις του δημοσιογράφου και του μέσου από το γεγονός.

Κι ας πάμε μερικά βήματα πιο πίσω: οι άνθρωποι που διδάσκουν δημοσιογραφία θα πρέπει να δίνουν κατευθύνσεις σκέψης, μεθοδολογία για κάθε περίπτωση και να συνιστούν στους υποψήφιους δημοσιογράφους όταν κωδικοποιούν τα γεγονότα να έχουν στο μυαλό τους ότι το μήνυμα που θα φτάσει στον δέκτη πρέπει να είναι εύληπτο και όσο το δυνατόν απαλλαγμένο από διφορούμενες έννοιες – αν μπορούμε να ισχυριστούμε βέβαια ότι αυτό είναι εφικτό. Όπως αναφέρει ο Έκο, «ο δημοσιογράφος ως ανθρώπινο ον, δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει ένα μηχανιστικό φορέα απόψεων και πληροφοριών, αφού δεν καταγράφει μηχανικά, αλλά νοητικά. Δεν φωτογραφίζει, ζωγραφίζει». Οπότε η ζωγραφιά του θα περιέχει αποχρώσεις της δικής του διανοητικής ικανότητας, προσθέτω εγώ. Κατά τον Έκο, ο δημοσιογράφος δεν είναι υποχρεωμένος να είναι αντικειμενικός, χρέος του είναι να παίζει τον ρόλο του μάρτυρα.

Πρέπει να λέει ότι ξέρει και πρέπει – αφού εκθέσει τις απόψεις όλων των μερών μιας υπόθεσης – να λέει και τη δική του γνώμη. Πρέπει όμως να την τεκμηριώνει με επιχειρήματα και να μην την εκφράζει αφοριστικά. Τόσο για το κοινό του, όσο και για την αξιοπιστία του. Έχοντας τα παραπάνω ως οδηγό, ίσως μπορέσουμε να αντιληφθούμε καλύτερα τις ερμηνείες των γεγονότων από τα ΜΜΕ. Κι αυτό σίγουρα είναι χρήσιμο.

Marketing νοσταλγίας

Πρόκειται για ελάχιστα παραδείγματα από τα δεκάδες πλέον που οι άνθρωποι του marketing αλλά και οι καταναλωτές βλέπουν καθημερινά μπροστά τους, τα οποία μαρτυρούν μια επιστροφή στη νοσταλγία, η οποία φαίνεται ότι κινητοποιεί το συναίσθημα και ως αποτέλεσμα, αυξάνει τις πωλήσεις. Καθημερινά η νοσταλγία δείχνει τη δυναμική της ως μια πολύ βασική πλέον τάση στο σύγχρονο marketing.

To γιατί συμβαίνει αυτό είναι εύκολο να το αντιληφθεί κανείς εάν σκεφθεί ότι είναι ίδιον του ανθρώπου σε περιόδους μεγάλων αναταραχών να στρέφεται στο παρελθόν, το οποίο εξιδανικεύεται και αποτυπώνεται στον ψυχισμό του ως μια περίοδος καλύτερη και πιο ευτυχισμένη. Και σήμερα βιώνουμε μια τέτοια περίοδο, με πανδημίες, πόλεμο στην Ευρώπη, ενεργειακή κρίση, ακρίβεια, κλιματική αλλαγή. Είναι χαρακτηριστικό ότι έρευνα που διεξήγαγε πρόσφατα στη Γερμανία η εταιρεία μετρήσεων GWI Zeitgeist έδειξε ότι οι Gen Z-ers, η γενιά που γεννήθηκε μεταξύ 1997 και 2006, σε ποσοστό 37% λέει ότι νοσταλγεί τη δεκαετία του 90’, μια δεκαετία κατά την οποία οι ίδιοι είτε δεν είχαν γεννηθεί, είτε ήταν μωρά. Για να είμαστε δίκαιοι ωστόσο, αυτή η τάση εξιδανίκευσης του παρελθόντος δεν αφορά μόνο στη γενιά των Gen Z-ers, αλλά κάθε γενιά, η οποία μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας μυθοποιεί τη ζωή που έκανε στα νιάτα της.

Σύμφωνα με την Google εξάλλου, το 2018 η λέξη «νοσταλγία» ήταν η πρώτη παγκοσμίως σε διαδικτυακές αναζητήσεις ειδών μόδας και συλλεκτικών vintage αντικειμένων. Παράλληλα, σύμφωνα με ετήσια έκθεση της εταιρείας online πληρωμών Klarna με τίτλο «Τhe Checkout», oι καταναλωτές διεθνώς έχουν καταγράψει ως κυρίαρχη τάση στις αγορές τους το 2022, ακριβώς την ίδια λέξη. Νοσταλγία. Για εμάς στην Ελλάδα ειδικότερα, οι ερευνητές αναφέρουν ότι η τάση νοσταλγίας αφορά κυρίως στις δεκαετίες του 80’ και του 90’, όπου κατά τεκμήριο η ελληνική κοινωνία λειτουργούσε σε ένα περιβάλλον ευμάρειας και συνεπώς ζούσε καλύτερα.

Το marketing έχει αντιληφθεί έγκαιρα την τάση αυτή και επενδύει ολοένα και πιο δυναμικά, είτε με το λανσάρισμα προϊόντων που έχουν έντονο τον χαρακτήρα της παράδοσης και του «ευτυχισμένου παρελθόντος», είτε με την επικοινωνιακή στρατηγική που ακολουθεί στο λανσάρισμα προϊόντων και υπηρεσιών, όπου το συναίσθημα πρωταγωνιστεί. Ακόμα και στο χώρο της τεχνολογίας, όλες οι μεγάλες εταιρείες ήχου έχουν πλέον στην προϊοντική τους γκάμα μοντέλα πικάπ, ενώ οι δισκογραφικές εταιρείες ρίχνουν στην αγορά και δίσκους βινυλίου. Το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει μια από τις ισχυρότερες «τάσεις νοσταλγίας» των τελευταίων μηνών, που αφορά στην επαναφορά της τεχνολογίας στο παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό επαναλανσάρονται τα flip phones, τα iPod και οι βιντεοκάμερες, προϊόντα που παράλληλα σηματοδοτούν την προσπάθεια των καταναλωτών να ξεφύγουν έστω για λίγο από την υπερ-διέγερση στην οποία οδηγεί η διείσδυση της σύγχρονης τεχνολογίας στην καθημερινότητα των ανθρώπων.

Τα brands διαχρονικά αναζητούν τρόπους να συνδεθούν συναισθηματικά με τους καταναλωτές και η νοσταλγία θα αποτελεί τον σίγουρο δρόμο για αρκετό καιρό ακόμα. Πρόκειται για μια σίγουρη και διαχρονική στρατηγική που λειτουργεί κατά τη γνώμη μου ανεξαρτήτως ηλικίας. Και αυτό είναι που την κάνει ακαταμάχητη. Ας ετοιμαστούμε λοιπόν για ακόμα περισσότερα τέτοια παραδείγματα, δεδομένου ότι το συναίσθημα θα προσελκύει σταθερά καταναλωτές που επιλέγουν με την καρδιά και όχι πάντα με τη λογική. Και μια σχέση brand-καταναλωτή που στηρίζεται στο συναίσθημα πολύ δύσκολα «διαλύεται».

Planet Pledge

Οι εταιρείες αυτές συμμετέχουν στο Planet Pledge, μια εξαιρετικά σημαντική παγκόσμια πρωτοβουλία του WFA
(Παγκόσμια Ομοσπονδία Διαφημιζομένων), που έχει σαν στόχο να γίνει το marketing δύναμη θετικής αλλαγής για το περιβάλλον, τόσο εσωτερικά στις εταιρείες, όσο και προς τους καταναλωτές που αγοράζουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, είναι πολύ πιο σημαντική απ’ ότι μπορεί να ακούγεται την πρώτη φορά. Η κλιματική αλλαγή που απειλεί τον πλανήτη και τις ζωές των επόμενων γενιών δείχνει ήδη «τα δόντια της» και η ανεξέλεγκτη κατανάλωση συνιστά μια ιδιαίτερα επιβαρυντική παράμετρο που την ενισχύει. Ωστόσο, παρά τη σημασία της πρωτοβουλίας, η διείσδυση και η αποδοχή της από τις διεθνείς αγορές έχει ακόμα πολύ δρόμο να διανύσει μέχρι να φθάσει στα επιθυμητά επίπεδα. Προς το παρόν, στην πρωτοβουλία συμμετέχουν 30 διεθνή brands και 27 εθνικοί Σύνδεσμοι, μεταξύ των οποίων και ο Σύνδεσμος Διαφημιζομένων Ελλάδος.

Σύμφωνα με τους στόχους του Planet Pledge, οι CMOs καλούνται να αναλάβουν δράση σε 4 βασικούς τομείς. Πρώτα απ΄ όλα θα πρέπει να δεσμευτούν σε κάποιο από τα προγράμματα της παγκόσμιας καμπάνιας «Race to Zero» των Ηνωμένων Εθνών και να ενθαρρύνουν τους συνεργάτες τους να κάνουν το ίδιο.

Επίσης, θα πρέπει να ενισχύσουν την ικανότητα των τμημάτων marketing να ηγηθούν της προσπάθειας αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, προσφέροντας στους marketers και στα συνεργαζόμενα agencies εργαλεία και καθοδήγηση και παράλληλα, να αξιοποιήσουν τη δύναμη της επικοινωνίας και του marketing για να βοηθήσουν τους καταναλωτές να αναπτύξουν πιο βιώσιμη συμπεριφορά. Τέλος, θα πρέπει να υποστηρίξουν τη δημιουργία ενός αξιόπιστου επικοινωνιακού περιβάλλοντος, όπου οι ισχυρισμοί περί βιωσιμότητας θα είναι τεκμηριωμένοι και τα μηνύματα θα εμπνέουν εμπιστοσύνη στους καταναλωτές. Μάλιστα, για να ενισχύσει την προσπάθεια αυτή, η WFA έχει εκδώσει τον ειδικό Οδηγό “Global Guidance on Environmental Claims”.

Η πρωτοβουλία του Planet Pledge ξεκίνησε το 2021, σε μια περίοδο που ελέω πανδημίας – η οποία ήταν σε πλήρη έξαρση-, οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να εστιάσουν και να προβληματιστούν σε ζητήματα που υπό άλλες συνθήκες δεν θα το έκαναν. Οι άνθρωποι του WFA αξιοποίησαν την περίοδο εκείνη και δημιούργησαν την πρωτοβουλία αυτή. Η αναγκαιότητά της ωστόσο δεν σημαίνει αναγκαστικά και την επιτυχία της. Δύο χρόνια μετά, η αποδοχή της είναι μεν σημαντική, αλλά όχι στο εύρος που της αξίζει.

«Η περιβαλλοντική κατάσταση έκτακτης ανάγκης και κατά συνέπεια το Planet Pledge είναι παγκόσμια από τη φύση τους, ωστόσο η επιτυχία θα έρθει μόνο μέσω της δημιουργίας κινημάτων και δράσεων σε εθνικό επίπεδο» δήλωσε ο Stephan Loerke, CEO της WFA, δίνοντας το έναυσμα της εντατικοποίησης των προσπαθειών, αλλά και την κατεύθυνση προς την οποία αυτές θα πρέπει να κινηθούν. Στη χώρα μας ο ΣΔΕ έχει κάνει σοβαρές προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση και αυτό θα πρέπει να του αναγνωριστεί.

Ο Σύνδεσμος συμμετέχει επίσημα στην πρωτοβουλία από τον Σεπτέμβριο του 2021, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει πραγματοποιήσει μεγάλο αριθμό δράσεων για θέματα βιωσιμότητας, μεταξύ των οποίων και τη διοργάνωση του Global Marketer Conference 2022, με μηδενικό waste τροφίμων και ανακυκλώσιμων υλικών. Θα πρέπει να συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό, όμως θα πρέπει να βοηθήσουν και οι ίδιες οι εταιρείες. Ο αριθμός 8 είναι μικρός…

Επικοινωνία… τεχνητής νοημοσύνης

Είναι φανερό πλέον ότι η Επικοινωνία απαιτείται να αποκτήσει μια νέα θεώρηση των πραγμάτων, όπου όλα αμφισβητούνται και επαναπροσδιορίζονται, χωρίς να υπάρχουν αξιώματα, στερεότυπα-ταμπού και «άγια δισκοπότηρα». Σε πρόσφατη διαδικτυακή συζήτηση του Marketing LAB και του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφος ακούστηκε για πρώτη ίσως φορά ο όρος «intellemo επικοινωνία», προκαλώντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως ερμηνεία. Σύμφωνα με όσα ακούστηκαν, η «intellemo επικοινωνία» αξιοποιεί τα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης, είναι data based & science driven, αλλά επιδεικνύει και την απαραίτητη ενσυναίσθηση, η οποία είναι προϋπόθεση για την επιτυχία κάθε επικοινωνιακού εγχειρήματος.

«Πλέον έχουμε υπερβεί το στάδιο του ψηφιακού μετασχηματισμού στις υπηρεσίες και τα προϊόντα που παρέχονται, καθώς περνάμε στην περίοδο ευφυούς αναδόμησής τους από την τεχνητή νοημοσύνη» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Παναγιώτης Κακολύρης, Chief Operating Officer και Διευθυντής Στρατηγικής της Socialdoo, ο οποίος ήταν κεντρικός ομιλητής της συζήτησης. Ένας ακόμα ενδιαφέρον όρος που ακούστηκε ήταν ο όρος «algorethics», o oποίος αφορά στο απαραίτητο θεσμικό πλαίσιο αρχών που θα πρέπει να δημιουργηθεί και επιβληθεί «σε υπερθετικό επίπεδο», προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα μεγάλα ωφελήματα της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα δημιουργήσουν προκλήσεις και απειλές από τη στρεβλή χρησιμοποίησή τους.

Όλα αυτά αναδεικνύουν ως περισσότερο επιτακτική από ποτέ την ανάγκη ανάπτυξης των απαραίτητων ψηφιακών δεξιοτήτων, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των χρηστών τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης, αφού – όπως αναφέρθηκε και στην συζήτηση – όσο περνάει ο καιρός είναι ξεκάθαρο ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πραγματικότητας και της πλασματικά διαμορφωμένης εικονικής πραγματικότητας γίνεται ολοένα και περισσότερο δυσδιάκριτη. Κάτι που δημιουργεί πολλαπλούς κινδύνους, πολλούς από τους οποίους ακόμα δεν είμαστε καν σε θέση να διανοηθούμε. Δεν μιλάμε πλέον για ένα νέο καταναλωτή απλά, ο οποίος απέκτησε νέες ανάγκες και νέες συμπεριφορές, αλλά για έναν νέο άνθρωπο, έναν νέο πολίτη, έναν νέο αναγνώστη, έναν νέο τηλεθεατή. Η χρήση των κοινωνικών δικτύων, εξειδικευμένων ιστοσελίδων και ψηφιακών πλατφορμών δημιούργησε νέες πρακτικές επικοινωνίας, στις οποίες η εφαρμογή της τεχνητής νοημοσύνης χωρίς την ύπαρξη «algorethics», αλλά και από στελέχη μη καταρτισμένα σε αυτή, μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες καταστάσεις.

Και εδώ πλησιάζουμε στην καρδιά του προβλήματος που έχει να κάνει με το θέμα της γνώσης και των δεξιοτήτων τεχνητής νοημοσύνης που πρέπει να διαθέτουν τα στελέχη του Μarketing και της Επικοινωνίας. Στο σημείο αυτό μια ακόμα σχετική έρευνα της Salesforce αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης: Η τεχνητή νοημοσύνη και η ανάπτυξη σχετικών εφαρμογών έχουν μεγάλη ζήτηση, αλλά συγκαταλέγονται στις λιγότερο χρησιμοποιούμενες δεξιότητες. Βέβαια, η πλειοψηφία των στελεχών (58%) δηλώνει ενθουσιασμένη στην προοπτική χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης, ωστόσο το 42% φοβάται για την αντικατάστασή του από αυτή.

Στην ίδια έρευνα, το 67% των διευθυντικών στελεχών δηλώνει ότι εξετάζει τρόπους χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ οι δεξιότητες που αυτή απαιτεί κατατάσσονται μεταξύ των τριών κορυφαίων ψηφιακών δεξιοτήτων από το 25% των στελεχών παγκοσμίως. Τέλος, το 97% των στελεχών παγκοσμίως πιστεύουν ότι οι εταιρείες θα πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στις δεξιότητες τεχνητής νοημοσύνης στην στρατηγική ανάπτυξης των εργαζομένων τους. Η συνειδητοποίηση της ανάγκης υπάρχει λοιπόν. Το πως θα φθάσουμε μέχρι εκεί όμως είναι μια άλλη υπόθεση. Η οποία πρέπει να λυθεί άμεσα για να δούμε και στην Επικοινωνία την φωτεινή πλευρά της τεχνητής νοημοσύνης, που θα απογειώσει τις δυνατότητές της, υπό προϋποθέσεις. Χρόνος δεν υπάρχει άλλος…

Διαχρονικές παθογένειες και στο ραδιόφωνο

Στις 9 Μαρτίου η Ένωση Ιδιοκτητών Ιδιωτικών Ραδιοφωνικών Σταθμών Αττικής (ΕΙΙΡΑ) απέκτησε νέο διοικητικό συμβούλιο, το οποίο, σύμφωνα με τα όσα επισήμαναν οι άνθρωποί του, θα συνεχίσει τις προσπάθειες για την άρση
των στρεβλώσεων που υπάρχουν στη ραδιοφωνική αγορά εδώ και χρόνια.

Το νέο διοικητικό συμβούλιο διαθέτει – όπως άλλωστε και τα προηγούμενα – ανθρώπους που γνωρίζουν εις βάθος τα θέματα του ραδιοφώνου και έχουν τη θέληση να αναδείξουν τα ιδιαίτερα ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά του τόσο στους πολίτες, όσο και στη διαφημιστική αγορά. Για την ιστορία να πούμε ότι Πρόεδρος του νέου Δ.Σ. της ΕΙΙΡΑ εκλέχθηκε ο Κωνσταντίνος Φωτόπουλος, του Alpha 98,9 και της Star Investment, τον οποίο πλαισιώνουν έμπειρα στελέχη του μέσου όπως οι Αγγελική Κακαουνάκη, Ελένη Τσακίρη, Μίνα Μάζη, Βαγγέλης Σπάρταλης, Χρήστος Γιακουμόπουλος, Στέλιος Μιχαλόπουλος, Ευαγγελία Ντάκουρη και Τάσος Σφυροέρας.

Όλοι τους άνθρωποι «μπαρουτοκαπνισμένοι» στα media, που ωστόσο πλέον θα πρέπει να υπερβάλλουν εαυτούς εάν θέλουν να δοθεί τέλος στα καίρια ζητήματα που ταλαιπωρούν το μέσο εδώ και χρόνια. Στην προσπάθεια αυτή θα πρέπει να έρθουν σε επαφή και σε συνεργασία με κυβερνητικούς φορείς, ανεξάρτητες αρχές και άλλους εμπλεκόμενους θεσμικούς φορείς του κλάδου των ΜΜΕ. Η προσπάθεια είναι δύσκολη αλλά δεν πρέπει να σταματήσει.

Η βασική προτεραιότητα του νέου Δ.Σ. φαίνεται ότι θα είναι το ζήτημα των αδειών λειτουργίας των ραδιοφωνικών σταθμών, μια «καυτή πατάτα» που «καίει» εδώ και χρόνια και αντιμετωπίζεται διαρκώς με μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες απλά νομιμοποιούν τη λειτουργία των ήδη υφιστάμενων σταθμών, χωρίς ωστόσο να αντιμετωπίζουν οριστικά αυτή τη δυσλειτουργία. Mία πραγματικότητα για την οποία οι λόγοι που υφίσταται είναι πολλοί, με πιο σημαντικό λόγο την μη ύπαρξη πολιτικής βούλησης διαχρονικά. Το γιατί δεν υπάρχει η βούληση αυτή, εδώ και πολλά χρόνια, δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε, αλλά είμαι σίγουρος ότι όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουν τους λόγους.

Όπως και να ‘χει, η επιμονή της ΕΙΙΡΑ στην ανάγκη ρύθμισης του ραδιοφωνικού τοπίου με γνώμονα τη διασφάλιση της πολυφωνίας, του υγιούς ανταγωνισμού, της ορθολογικής και επιστημονικής διαχείρισης του φάσματος συχνοτήτων, και της εφαρμογής των κανόνων από όλους, όπως τονίστηκε και μέσα από σχετικές ανακοινώσεις της, είναι μια θετική εξέλιξη. Δεν προκαταβάλει το αποτέλεσμα, δίνει ωστόσο το στίγμα της πολιτικής που θα ακολουθήσει η Ένωση. Το προηγούμενο διάστημα έγινε μια ακόμα προσπάθεια από το ΕΣΡ, την ΕΙΙΡΑ και την ΕΤΕΡ (Ένωση Τεχνικών Ελληνικής Ραδιοφωνίας), προκειμένου να καταλήξουν σε ένα από κοινού πόρισμα, το οποίο κατατέθηκε στην κυβέρνηση, χωρίς ωστόσο να υπάρξει μέχρι αυτή τη στιγμή κάποια περαιτέρω εξέλιξη. Και για να είμαστε ρεαλιστές, εν όψει και των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών θα είναι δύσκολο να υπάρξει κάποια ουσιαστικά εξέλιξη τους προσεχείς μήνες, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του καλοκαιριού.

Στο ίδιο πλαίσιο, την πρότασή του προς την κυβέρνηση για τις ραδιοφωνικές άδειες κατέθεσε και ο νομικός Ηλίας Θεοδωράτος, στον οποίο είχε ανατεθεί το έργο, ωστόσο το πρόβλημα εστιάζεται στην απουσία ενός χάρτη συχνοτήτων, η δημιουργία του οποίου μοιάζει σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Να σημειωθεί ότι με τον νόμο 4779/2021 ουσιαστικά δόθηκε παράταση στην ολοκλήρωση της διαδικασίας προκήρυξης των αδειών ως τις 30 Ιουνίου 2023, ενώ την ίδια ώρα, «εξαιτίας τεχνικών αδυναμιών», δεν εφαρμόζεται ο νόμος 4512/2018 (άρθρα 220-238) περί της προκήρυξης και χορήγησης των ψηφιακών ραδιοφωνικών αδειών. Μάλιστα, το ΕΣΡ θεωρεί διαχρονικά ότι η προκήρυξη αδειών θα πρέπει να γίνει συνολικά και όχι κάθε άδεια να δημοπρατείται μόνη της. Αναμένουμε τη συνέχεια και ελπίζουμε να υπάρξουν τους επόμενους μήνες ουσιαστικές εξελίξεις.

Marketing: H πρόκληση του data analysis

Για το σύγχρονο marketing ο ρόλος των data αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματός του, με την ορθολογική, γρήγορη και ουσιαστική ανάλυσή τους να συνιστά αναγκαία και ικανή συνθήκη για την επιτυχία της όλης στρατηγικής του. Σίγουρα δεν την εξασφαλίζει, μειώνει όμως σε μεγάλο βαθμό τις πιθανότητες αστοχιών. Το Marketing Data Research και το Marketing Data Analysis είναι εξαιρετικά σοβαρές παράμετροι στον σχεδιασμό της στρατηγικής marketing, με τις συγκεκριμένες θέσεις να είναι περιζήτητες από τις εταιρείες, αλλά και δύσκολα καλυπτόμενες, δεδομένης της έλλειψης εξειδικευμένων στελεχών.

Και εδώ προκύπτει το μεγάλο παράδοξο, από την μια η αγορά να αναγνωρίζει την δύναμη των data, από την άλλη να διαπιστώνεται έλλειψη των σχετικών γνώσεων και δεξιοτήτων. Μάλιστα, η έλλειψη γνώσεων και δεξιοτήτων αφορά όχι μόνο στα τμήματα marketing, αλλά στο σύνολο των διευθυντικών στελεχών, όλων των τμημάτων. Η έρευνα της Salesforce δείχνει ότι τα διοικητικά στελέχη δυσκολεύονται να εφαρμόσουν τα data στην πράξη προκειμένου να λάβουν γρήγορα στρατηγικές επιχειρηματικές αποφάσεις επειδή δεν μπορούν να τα κατανοήσουν. Ωστόσο, με κατάλληλη εκπαίδευση στις σχετικές δεξιότητες, τα data μπορούν να βοηθήσουν τους ηγέτες των επιχειρήσεων και τα στελέχη τους στη λήψη καλύτερων αποφάσεων, στη δημιουργία εμπιστοσύνης και στη μείωση της αβεβαιότητας, ακόμη και σε δύσκολους καιρούς. Εστιαζόμενοι στο marketing, η έρευνα αναφέρει ότι λιγότερο από το ένα τρίτο, μόλις το 29% (!) των διοικητικών στελεχών, χρησιμοποιούν τα data για να ενημερώσουν τη στρατηγική τους όταν εισέρχονται σε νέες αγορές. Πραγματικά εντυπωσιακά αρνητικό το εύρημα – σχεδόν καταστροφικό!-, ειδικά αν σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για μια παγκόσμια έρευνα, με δείγμα άνω των 10.000 διοικητικών στελεχών ανά τον κόσμο.

Το πρόβλημα εάν δεν υπάρξουν άμεσα λύσεις, αναμένεται να ενταθεί δεδομένης της πρόβλεψης ότι έως το 2026 ο όγκος των data αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί. Τα διοικητικά στελέχη αναφέρουν στην έρευνα ότι “μπλοκάρουν” από την εισροή δεδομένων και την έλλειψη γνώσεων για το πώς να τα αξιοποιήσουν καλύτερα ή το πώς να τα χρησιμοποιήσουν για να επενδύσουν στρατηγικά στο μέλλον. Το 41% αναφέρει έλλειψη κατανόησης των δεδομένων, είτε επειδή είναι πολύ περίπλοκα ή δεν είναι αρκετά προσβάσιμα, ενώ το 33% αναφέρει έλλειψη ικανότητας δημιουργίας πληροφοριών από δεδομένα. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ανησυχητικά ευρήματα, αν σκεφθεί κανείς παράλληλα ότι ο ανθρώπινος παράγοντας πάντα θα έχει τον πρώτο λόγο στην αξιοποίηση της τεχνολογίας. Οπότε, όσο προηγμένη κι αν είναι η τεχνολογία, εάν ο άνθρωπος δεν μπορεί να την αξιολογήσει και να την αξιοποιήσει, η πορεία θα είναι πάντα προβληματική, γεμάτη κινδύνους και αβεβαιότητες.

Το αισιόδοξο ωστόσο στοιχείο που προκύπτει από την έρευνα, αναφέρει πως για την αντιμετώπιση αυτών των προβληματισμών το 73% των εταιρειών σχεδιάζει να συνεχίσει ή να αυξήσει τις δαπάνες για την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την κατάρτιση των στελεχών σε θέματα δεδομένων. Μάλιστα, ως λύση προτείνεται από την Salesforce, το «πάντρεμα» των δεδομένων με στατιστικά στοιχεία. «Ένας συνδυασμός δεδομένων, στατιστικών και απαραίτητων δεξιοτήτων επιτρέπει στις εταιρείες να μεγιστοποιήσουν τις επενδύσεις τους στην τεχνολογία και να ανακαλύψουν ευκαιρίες που εξελίσσουν την επιχειρηματική τους στρατηγική και ενισχύουν την εμπιστοσύνη των πελατών» αναφέρει η εταιρεία. Για το marketing η λύση αυτή φαντάζει μονόδρομος. Μένει να δούμε όμως εάν είναι αρκετή…

Shockdvertising…

Στις μέρες μας όμως, με την έντονη και πολυσύνθετη διείσδυση του διαδικτύου και των ιστοσελίδων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητα, ο όρος αυτός επανέρχεται πιο έντονα από ποτέ, προκαλώντας αίσθηση στον μέσο καταναλωτή – και όχι μόνο –, ο οποίος βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπος με 5.000 διαφημιστικά μηνύματα, από τα οποία μόλις και μετά βίας θυμάται 3 ή 4 στο τέλος της ημέρας. Τουλάχιστον έτσι λένε οι σχετικές έρευνες. Σε αυτή την πραγματικότητα, ένα διαφημιστικό μήνυμα για να μπορέσει να γίνει αντιληπτό θα πρέπει να σοκάρει, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Έστω και εάν αργότερα αποσυρθεί, στις – πολλές – περιπτώσεις που είτε παραβαίνει όρους δεοντολογίας, είτε απλά προκαλεί «κοινωνική κατακραυγή», δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να προκαλέσει αίσθηση έστω κι αν μετά αποσυρθεί.

Αφορμή να ξαναθυμηθούμε τα παραπάνω ήταν η νέα καμπάνια του βρετανικού οίκου Burberry για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, την λεγόμενη «γιορτή των ερωτευμένων», η οποία παρουσιάζει αληθινά ζευγάρια στη ζωή, αντισυμβατικά, αλλά και “ουδέτερου” φύλου, με τον τίτλο “B:Mine”. Σε μια εκδοχή της καμπάνιας αυτής, ο οίκος παρουσιάζει κορίτσια που έχουν κάνει διπλή μαστεκτομή, χωρίς να γίνεται ορατός ο λόγος που αυτή έγινε, εάν δηλαδή έγινε για λόγους υγείας ή από επιλογή. Φυσικά στα social media η καμπάνια προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, αλλά και θετικά σχόλια τα οποία όμως ήταν πολύ λιγότερα. Η καμπάνια ήταν διεθνής και μετά τις αντιδράσεις αποσύρθηκε σε όλο τον κόσμο, αφού όμως πρόλαβε να προκαλέσει αίσθηση και να συζητηθεί. Οπότε το ερώτημα είναι «τελικά, ήταν επιτυχημένη»; Αυτό μένει να φανεί… στο ταμείο. Αν όμως στόχος της ήταν να προκαλέσει και να συζητηθεί, το κατάφερε.

Είναι λοιπόν θεμιτό το “shockdvertis-ing”; Ή ισχύει και εδώ η γνωστή πλέον φράση «το νόμιμο δεν είναι πάντα και ηθικό»; Προσωπικά δεν νομίζω ότι υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση. Εξαρτάται από πολλές παραμέτρους. Από τη φύση του ίδιου του προϊόντος, από το κοινό στο οποίο απευθύνεται, από το timing, από τους στόχους του, από τη γλώσσα και τα μέσα που χρησιμοποιεί. Ίσως η εξέταση του ζητήματος κατά περίπτωση να είναι πιο ρεαλιστική προσέγγιση.

Η πραγματικότητα ωστόσο λέει πως όσο μεγαλύτερο traffic και κορεσμός παρατηρείται στα διαφημιστικά μηνύματα, τόσο περισσότερο αυτά θα είναι ευάλωτα σε αμφιλεγόμενες (;) προσεγγίσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι στο παρελθόν υπήρχαν πολλά παραδείγματα “ακραίων” διαφημιστικών προσεγγίσεων, κάποιες από τις οποίες διαμόρφωσαν ολόκληρες σχολές σκέψης, όπως π.χ. οι καμπάνιες του Ολιβιέρο Τοσκάνι και της Benetton, που από τα μέσα της δεκαετίας του 70’ μέχρι και τις αρχές του 2000 ακολούθησαν κατά κόρον το “shockdvertising”, μάλλον με θετικά για τις πωλήσεις του brand αποτελέσματα. Ποιος θα ξεχάσει την καμπάνια όπου ένας καθολικός ιερέας φιλούσε στο στόμα μια μοναχή, ή την εικόνα ενός ετοιμοθάνατου από ΑΙDS, που έμοιαζε με τον Ιησού Χριστό, περιτριγυρισμένου από την οικογένειά του στο κρεβάτι του πόνου.

Το διαφορετικό λοιπόν, το προκλητικό, το μήνυμα που διχάζει, πουλάει. Σταθερά και διαχρονικά. Κι αυτή η τακτική εξακολουθεί να έχει τους θαυμαστές της και σήμερα. Το “shockdverting” στις μέρες μας μοιάζει να είναι περισσότερο αναγκαίο από ποτέ. Η μάχη για την απόσπαση της προσοχής του καταναλωτή ποτέ δεν ήταν πιο αδυσώπητη απ’ ότι σήμερα. Και όλα δείχνουν ότι θα γίνει ακόμα πιο σκληρή στο μέλλον.

Οι δημοσκοπήσεις στο προσκήνιο

Η συζήτηση ανέδειξε τις βασικές πτυχές του προβλήματος για την έρευνα, ιδίως την πολιτική. Και συνοψίζεται στην άποψη του Γιώργου Αράπογλου, Γενικού Διευθυντή της Pulse RC, ο οποίος είπε το αυτονόητο –όχι δυστυχώς για όλους-, ότι όλοι μπορούν να βοηθήσουν στη σωστή ανάγνωση και παρουσίαση των δημοσκοπήσεων, με το κύριο βάρος να πέφτει στους ερευνητές, στις εταιρείες που τις διενεργούν, στους δημοσιογράφους, στα ΜΜΕ που τις παρουσιάζουν, αλλά και στον ίδιο τον πολίτη που τις διαβάζει. Με άλλα λόγια, όλοι οφείλουν να συνδράμουν στην ανάδειξη της αξίας και στην κατανόηση των δημοσκοπήσεων, πέρα από κάθε είδους σκοπιμότητες, συμφέροντα και πολιτικές τοποθετήσεις. Η πλήρης απαξίωση των δημοσκοπήσεων εγκυμονεί κινδύνους για την ίδια την δημοκρατία.

Για να μη συμβεί ωστόσο αυτό, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το βασικό πρόβλημα της εμπιστοσύνης. Όπως εύστοχα ανέφερε ο Δημήτρης Μαύρος, Αντιπρόεδρος του ΣΕΔΕΑ και Διευθύνων Σύμβουλος της MRB, η εμπιστοσύνη εδράζεται σε δύο πυλώνες: προς τις ίδιες τις εταιρείες και στην εικόνα τους και στην ενδυνάμωση των κριτηρίων ανάγνωσης/κατανόησης των δημοσιευμένων αποτελεσμάτων. Ο Δ. Μαύρος ανέδειξε από την μια την ευθύνη της πολιτείας, «η οποία θα πρέπει να ενισχύσει την προσπάθεια δημιουργίας λειτουργικών πλαισίων και υποδομών διευκόλυνσης στους τρόπους υλοποίησης των ερευνών» και από την άλλη την ευθύνη των ΜΜΕ, «που οφείλουν να χειρίζονται τα στοιχεία με τρόπο που να μην αφαιρείται η επιστημονικότητα, παρέχοντας ικανό χώρο και χρόνο στην ανάλυση των στοιχείων ώστε να τροφοδοτούνται σωστά τα κριτήρια των πολιτών στην ανάγνωση/κατανόηση και αξιοποίηση των ερευνητικών στοιχείων».

Θεωρητικά όλα τα παραπάνω είναι σωστά και θα πρέπει να ακολουθούνται. Κάτι που δεν συμβαίνει πάντα. Ιδιαίτερα στο κομμάτι των πολιτικών δημοσκοπήσεων. Τα ΜΜΕ ανάλογα με την πολιτική τους τοποθέτηση εστιάζουν και αναδεικνύουν τα στοιχεία εκείνα των ερευνών που την ευνοούν και υποβαθμίζουν την αξία των ευρημάτων με τα οποία δεν συμφωνούν. Με αποτέλεσμα ο πολίτης που διαβάζει τα ευρήματα να μην έχει ολοκληρωμένη εικόνα και να οδηγείται στην αμφισβήτηση αυτών. Και ένα άλλο παράδειγμα: Μιλώντας π.χ. για πρόθεση ψήφου, τα αποτελέσματα διαφέρουν ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση της εφημερίδας ή του καναλιού που παραγγέλνει την έρευνα. Στα ΜΜΕ της συμπολίτευσης η διαφορά των δύο πρώτων κομμάτων είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι εμφανίζεται στις αντίστοιχες έρευνες των ΜΜΕ της αντιπολίτευσης, εάν το πρώτο κόμμα είναι το κυβερνών. Και το αντίθετο. Διαχρονικά. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί προβληματισμό στον πολίτη και τον οδηγεί στην αμφισβήτηση. Γιατί ο πολίτης δεν μπορεί να σκεφθεί ότι κάθε έρευνα είναι διαφορετική, αφού ανάλογα με την εταιρεία που την διενεργεί, διαφέρει σε μεθοδολογία αλλά και σε τεχνολογία. Επίσης, εξαρτάται και από τα ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα με τα οποία την τροφοδοτείς. Αυτό δεν έχει επικοινωνηθεί ξεκάθαρα, κάτι που πρέπει πάντα να γίνεται.

Την όλη ουσία της κατάστασης αποτύπωσε εξαιρετικά εύστοχα η Γενική Γραμματέας του ΣΕΔΕΑ και Γενική Διευθύντρια της Marc, Σοφία Τσιλιγιάννη: «Οι έννοιες “αξία” και “συμμετοχή” είναι αλληλοεξαρτώμενες. Όσο η κοινωνία κατανοεί την αξία της έρευνας, τόσο περισσότερο θα συμμετέχουν οι πολίτες στις έρευνες. Και όσο αυξάνεται η συμμετοχή, τόσο μεγαλώνει η αξία της έρευνας». Τόσο απλό, μα και τόσο σύνθετο…

Η πολιτική επικοινωνία δοκιμάζεται…

Τα δύο αυτά σποτ ξεκίνησαν από το προφίλ του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα στο Instagram, δίνοντας έτσι το στίγμα της επικοινωνιακής στρατηγικής που αναμένεται να ακολουθήσουν τα πολιτικά κόμματα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, η οποία αναμένεται να είναι η πλέον πολωτική των τελευταίων χρόνων, δοκιμάζοντας τις αρχές της πολιτικής επικοινωνίας.

Το σποτ του ΣΥΡΙΖΑ για την στεγαστική πολιτική στους νέους διανεμήθηκε μέσα από τα social media του κόμματος και σε αυτό ακούγεται – χωρίς να εμφανίζεται – ο Αλέξης Τσίπρας με το σχόλιο: «Θες να φύγεις από το πατρικό σου; Τα πράγματα είναι πολύ εύκολα… ή μήπως όχι;». Το σποτ προκάλεσε την αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Γιάννη Οικονόμου να σχολιάζει ότι «με βίντεο δεν στεγάστηκε κανείς. Όπως και κανείς δεν πήγε πουθενά με μετρό-μουσαμάδες», υπονοώντας την παρουσίαση του μετρό Θεσσαλονίκης που είχε κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ κατά την διάρκεια της δικής του κυβερνητικής θητείας, όπου αντί για υλοποιήσιμα έργα είχε τοποθετήσει μουσαμάδες που απεικόνιζαν το μετρό της πόλης… στο μέλλον. Παραμένοντας στον ΣΥΡΙΖΑ, το σποτ αυτό αποτέλεσε ουσιαστικά την αποκάλυψη της καμπάνιας «Χάου Του» που απευθύνεται στους νέους και τις νέες 17-24 ετών, μετά από το πρωτοχρονιάτικο σχετικό teaser. Τα παραπάνω αποτελούν απλά την αρχή μια ενδιαφέρουσας προεκλογικής μάχης σε επίπεδο πολιτικής διαφήμισης, όπου τον πρώτο λόγο θα έχουν τα social media.

H πολιτική επικοινωνία από την πρώτη στιγμή διέθετε κάποια απαραίτητα δομικά στοιχεία, τα οποία εξασφάλιζαν τόσο την επιστημονικότητα όσο και την αποτελεσματικότητά της. Εξετάζοντας τον όρο με την επιστημονική του διάσταση, επιλέξαμε δύο ορισμούς – από τους δεκάδες που υπάρχουν– οι οποίοι αποτυπώνουν πιο καθαρά το περιεχόμενό της. Σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε το 1995 ο B. Franklin, πολιτική επικοινωνία είναι «η αλληλόδραση ανάμεσα στα MME και στα πολιτικά συστήματα σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο». Το 2002 ο Ν. Δεμερτζής έδωσε έναν πιο ολοκληρωμένο ορισμό, κατά τον οποίο πολιτική επικοινωνία είναι «η ηθελημένη ή αθέλητη μεταβίβαση και παραγωγή μηνυμάτων, λεκτικής και εξω-λεκτικής φύσεως, που αναφέρονται στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας από, μεταξύ και εντός των θεσμών του πολιτικού συστήματος, τα οποία επηρεάζουν τις ατομικές πολιτικές γνώμες, στάσεις και συμπεριφορές σε τοπική, εθνική και διεθνή κλίμακα». Μέσα σε μόλις 20 χρόνια όμως από τότε και με την ταχύτατη διείσδυση των νέων τεχνολογιών, του διαδικτύου και των social media, αλλά και της εξάπλωσης των fake news, η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου μοντέλου πολιτικής επικοινωνίας προβάλλει πιο επιτακτική από ποτέ.

Το νέο αυτό μοντέλο θα πρέπει να διαθέτει τρεις βασικές αρχές, υπηρεσιακό ήθος (service ethos), συμμετοχικότητα (και συμπερίληψη), ενσυναίσθηση. Κατά τη γνώμη μας, η ενσυναίσθηση αποτελεί το πλέον κεντρικό στοιχείο αυτού του νέου μοντέλου. Σύμφωνα δε με την Αναστασία Βενετή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πολιτικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Μπόρνμουθ στη Μ. Βρετανία, «η ρητορική από πάνω προς τα κάτω, από ηγέτες που εκφράζουν τη δική τους ανωτερότητα (exceptionalism) και η απόσταξη πολύπλοκων κοινωνικών ζητημάτων σε απλά μηνύματα, έχει αποδειχθεί ανεπαρκής στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες». Συμφωνούμε. Η πολιτική επικοινωνία σήμερα είναι μονοδιάστατη, εστιάζοντας στην επικοινωνία εκείνη που γοητεύει βραχυχρόνια τον ψηφοφόρο και επηρεάζει την εκλογική του συμπεριφορά. Αυτό θα πρέπει να αλλάξει. Δεν είναι εύκολο, αλλά ούτε και ανέφικτο. Προϋποθέτει αλλαγή νοοτροπίας και βούληση. Στοιχεία που δεν γνωρίζουμε εάν ευδοκιμούν στην πατρίδα μας…

Τύπος και διαφάνεια: Ζητείται συναίνεση

Προφανώς και δεν είναι το πλέον εύκολο πράγμα του κόσμου να νομοθετείς για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, αυτό της διαφάνειας στον Τύπο, -ένα ζήτημα για το οποίο έχουν γραφτεί τόσα και τόσα εδώ και δεκαετίες- και μάλιστα σε μια περίοδο που το συγκεκριμένο ζήτημα αποτελεί πεδίο μελέτης και προβληματισμού στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μόνο. Κι αυτό φάνηκε και στη χώρα μας, κατά την προπαρασκευαστική περίοδο συζήτησης του σχετικού νομοσχεδίου, όπου οι επικρίσεις της αντιπολίτευσης ήταν έντονες και σοβαρές.

Ένα από τα βασικότερα σημεία προβληματισμού του νέου νόμου – που ωστόσο δεν αφορά στην διαφάνεια – είναι εκείνο που έχει να κάνει με τον αριθμό απασχολούμενων των μέσων, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να ζητούν την τροποποίησή του, εκτιμώντας ότι με την παρούσα μορφή του, μειώνει περαιτέρω τον ελάχιστο αριθμό εργαζομένων στα κανάλια, προειδοποιώντας ότι θα φέρει νέες απολύσεις, αλλά και κύμα ελαστικοποίησης και εντατικοποίησης της εργασίας. Άποψη με την οποία φαίνεται να συμφωνεί και η ΕΣΗΕΑ, που επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω βελτιώσεων. Μάλιστα η ΕΣΗΕΑ πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω και από κοινού με την ΠΟΕΣΥ ζητούν τη θέσπιση της υποχρέωσης των σταθμών πανελλαδικής εμβέλειας να διαθέτουν έναν ελάχιστο αριθμό ανταποκριτών στην περιφέρεια. Από την πλευρά της η ΕΙΗΕΑ εκτιμά ότι ο νέος νόμος κινείται προς την σωστή κατεύθυνση για την βιωσιμότητα των εφημερίδων, ζητώντας παράλληλα επιπλέον μέτρα για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και τη θεσμοθέτηση ενισχύσεων, όπως π.χ. το 2% υπέρ του ΕΔΟΕΑΠ, την επιδότηση μεταφορικού κόστους, την επιδότηση χάρτου, κίνητρα για τους λιανοπωλητές κ.α.

Όσον αφορά ωστόσο στον κεντρικό στόχο του νόμου, τη διαφάνεια, η γενικότερη εκτίμηση είναι ότι αποτελεί μια καλή αρχή, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι… θα εφαρμοστεί. Διότι όπως γνωρίζουμε καλά, στη χώρα μας δεν πάσχουμε από έλλειψη νόμων αλλά από την μη εφαρμογή των υφιστάμενων.

Μιλώντας λοιπόν για διαφάνεια, ο νέος νόμος προβλέπει μεταξύ άλλων την υποχρεωτική αναγραφή στα έντυπα της ταυτότητας, της συχνότητας έκδοσης, του αριθμού φύλλου, ενώ απαιτεί την τιμή, την επωνυμία και την έδρα της επιχείρησης, αλλά και τα ονόματα του μετόχου, του εκδότη, του νόμιμου εκπροσώπου, του διευθυντή σύνταξης, τηλέφωνο επικοινωνίας και e-mail. Στοιχεία που μόνο δεδομένα δεν είναι σήμερα. Παράλληλα, επιβάλλει την σταθερή έκδοση του εντύπου στην περιοδικότητα που αναφέρει η ταυτότητά του. Προβλέπει δε την σύσταση ειδικής επιτροπής για την κρίση περί τήρησης ή μη των αρχών της δημοσιογραφικής ηθικής και δεοντολογίας, δίνοντάς της τη δυνατότητα να επεμβαίνει και αυτεπαγγέλτως. Όλα αυτά για να έχουν τα μέσα τη δυνατότητα εγγραφής στο Μητρώο Ηλεκτρονικού Τύπου και να δικαιούνται απορρόφηση διαφημιστικών κονδυλίων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Μάλιστα, ο νόμος για να ενισχύσει την ανεξαρτησία της επιτροπής, προβλέπει υπέρ της, την θέσπιση ειδικού τέλους 0,04%, το οποίο αναπροσαρμόζεται σε ποσοστό 0,06% από την 1η Ιανουαρίου 2025 επί των τιμολογίων διαφημιστικής δαπάνης, ποσό που θα βαρύνει τον διαφημιζόμενο.

Σε κάθε περίπτωση, ένας νέος νόμος περί διαφάνειας στα ΜΜΕ είναι απαραίτητος και θα πρέπει να εφαρμοστεί, μετά όμως από σοβαρή και εποικοδομητική συζήτηση με όλους τους αρμόδιους φορείς για να εξασφαλίσει την μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Ίσως έτσι αυξηθούν και οι πιθανότητες εφαρμογής του. Άλλωστε οι νόμοι στη χώρα μας δεν «τσιμεντώνουν», αλλά πάντα μπορούν να βελτιωθούν.

Το φαινόμενο ERTFLIX

Η δημόσια τηλεόραση διαχρονικά αποτελούσε –ή έμοιαζε να αποτελεί- τον «μεγάλο ασθενή» της ελληνικής κοινωνίας, για πολλούς λόγους. Δεν θα κρίνουμε τώρα το δίκαιο ή το άδικο του πράγματος -αυτό πλέον επαφίεται στον κάθε πολίτη-, ωστόσο σήμερα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την σημαντική της εξέλιξη και την καίρια συμβολή της στην εν γένει βελτίωση του τηλεοπτικού προϊόντος. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της συμβολής της αυτής είναι το λανσάρισμα του ΕRTFLIX, της ψηφιακής της πλατφόρμας που δείχνει να κερδίζει καθημερινά έδαφος.

Τα στοιχεία που έγιναν γνωστά την προηγούμενη εβδομάδα για το ΕRTFLIX, από τον Πρόεδρο της ΕΡΤ, Κωνσταντίνο Ζούλα, είναι εντυπωσιακά, εάν σκεφθεί κανείς ότι αναφερόμαστε σε δημόσιο μέσο: Δύο εκατομμύρια προβολές την εβδομάδα, 295.000 κάθε μέρα, και μόνο τον Οκτώβριο η πλατφόρμα δέχθηκε 9,7 εκατομμύρια επισκέψεις. Το ακόμα πιο σημαντικό εδώ είναι το γεγονός ότι η ψηφιακή πλατφόρμα της ΕΡΤ έχει βοηθήσει τα τρία τηλεοπτικά κανάλια της να υπερδιπλασιάσουν την πραγματική τους τηλεθέαση. Δηλαδή, το ERTFLIX λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο συνεργειακά με το τηλεοπτικό πρόγραμμα που διαθέτει η δημόσια τηλεόραση μέσα από τα κανάλια της. Έτσι, τα τρία κανάλια της ΕΡΤ έχουν συνολικά -βάσει της Νielsen- μια μέση τηλεθέαση που σε μερίδιο αντιστοιχεί στο 9% με 10% της συνολικής τηλεθέασης. Το ποσοστό αυτό αναλογεί μεσοσταθμικά σε περίπου 200.000 τηλεθεατές κάθε ημέρα. Σε αυτούς λοιπόν, έρχονται να προστεθούν άλλες 295.000 ημερήσιες επισκέψεις στο ΕRTFLIX.

Τα στοιχεία που παρουσίασε όμως ο Πρόεδρος της ΕΡΤ δεν σταματούν εδώ. Όπως είπε, το 66% των χρηστών του ΕRTFLIX δεν μπαίνουν στην πλατφόρμα της ΕΡΤ από τις τηλεοράσεις τους, αλλά από υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα και tablets, στοιχείο που μέχρι σήμερα δεν είχε αποτυπωθεί σε καμία έρευνα τηλεθέασης, καθώς αυτές που γίνονται στη χώρα μας αφορούν μόνο στις τηλεοπτικές συσκευές. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία του διεθνούς λογισμικού συστήματος Yοubora που χρησιμοποιούν και πολλές διεθνείς πλατφόρμες και τα οποία επικαλέστηκε ο Κ. Ζούλας, το 28% των τηλεθεατών μπαίνει στο ERTFLIX από κινητό τηλέφωνο, το 25% από υπολογιστές και το 13% από tablets. Μιλώντας με νούμερα, από τις 2 εκατ. επισκέψεις που δέχεται κάθε εβδομάδα το ERTFLIX, μόνον οι 700.000 γίνονται μέσα από την τηλεόραση.

Οι υπόλοιπες 1,3 εκατ. προκύπτουν μέσα από άλλες συσκευές και δεν είχαν καταγραφεί ποτέ έως τώρα. «Είναι δε πραγματικά εντυπωσιακό για τον νέο τρόπο θέασης τηλεοπτικών προγραμμάτων ότι όσοι βλέπουν on demand μια σειρά της ΕΡΤ μέσα από το κινητό τους τηλέφωνο (28%) είναι σχεδόν όσοι τη βλέπουν on demand και μέσω smart TV (34%)» επισήμανε χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος της ΕΡΤ. Υπάρχει όμως και συνέχεια: Κοντά στα 900.000 live streaming είναι και ο αριθμός όσων τηλεθεατών παρακολούθησαν μέσω του ΕRTFLIX σε ζωντανή μετάδοση τα κανάλια της ΕΡΤ (ΕΡΤ1, 2, 3 Ertnews, Ertworld), είτε και τα ιντερνετικά κανάλια της (ERTSPORTS1,2,3).

Πέρα λοιπόν από τα στοιχεία αυτά καθεαυτά, εκείνο που γίνεται ξεκάθαρο είναι ότι η μέτρηση της τηλεθέασης έχει πλέον εξελιχθεί σε μια πολύπλοκη διαδικασία που θέτει νέα δεδομένα στον σχεδιασμό των media plans διαφημιζόμενων και διαφημιστών. Η αποκωδικοποίηση των νέων αυτών δεδομένων αποτελεί την επόμενη μεγάλη πρόκληση της διαφήμισης.

Οι προκλήσεις του 9,9%

Παρά τα όσα ακούγονται κατά καιρούς για την ποιότητα του τηλεοπτικού περιεχομένου των ιδιωτικών καναλιών, η επένδυση των τελευταίων – αλλά και της δημόσιας τηλεόρασης – στην ελληνική μυθοπλασία είναι αλήθεια ότι ανέβασε ποιοτικά το διαφημιστικό περιβάλλον της τηλεόρασης, το οποίο πλέον δεν εστιάζει στα reality ή στο αθλητικό περιεχόμενο και στις ταινίες. Η επένδυση στην ελληνική μυθοπλασία έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο στην ελληνική τηλεόραση, με δεκάδες σειρές να διεκδικούν κομμάτι της τηλεθέασης και της διαφημιστικής πίτας. Ωστόσο, όπως όλα δείχνουν, τα δεδομένα στην κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης το 2023 αναμένεται να αλλάξουν, κυρίως μετά την -όπως φαίνεται- ειλημμένη- απόφαση των περισσότερων τηλεοπτικών σταθμών να εφαρμόσουν πιστά το 9,9% των επιστροφών. Κάτι που με τη σειρά του, ενδέχεται να οδηγήσει διαφημιζόμενους και διαφημιστές στην απόφαση μετατόπισης της διαφημιστικής δαπάνης από την τηλεόραση, που έχει το 55% αυτής, σε άλλα ΜΜΕ και κυρίως στο διαδίκτυο. Η απόφαση για την απόλυτη εφαρμογή του 9,9% στις επιστροφές, όπως προβλέπει ο νόμος, ελήφθη το καλοκαίρι, με πρωτοβουλία μεγάλου και σχετικά νέου ομίλου ΜΜΕ, που διαθέτει ιστορικό κανάλι και ιστορικούς τίτλους εφημερίδων, πρωτοβουλία που στη συνέχεια υιοθέτησαν και τα περισσότερα ιδιωτικά κανάλια. «Κοινό μυστικό» ήταν το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των επιστροφών κατευθυνόταν στους διαφημιζόμενους, ενώ η υπέρβαση του 9,9% στηριζόταν σε προφορικές συμφωνίες. Να αναφέρουμε για την ιστορία ότι το όριο του 9,9% στις επιστροφές προβλέπεται στον ν. 2328/1995 του Ευάγγελου Βενιζέλου. Η προηγούμενη κυβέρνηση το μείωσε στο 4% και η σημερινή το επανέφερε στο 9,9%.

Εάν τα παραπάνω επιβεβαιωθούν είναι σαφές ότι το διαδίκτυο θα αυξήσει τη διαφημιστική του απορρόφηση, ενώ η τηλεόραση θα χάσει αντίστοιχα, κάτι που αν συμβεί, θα έρθει σε μια στιγμή που η τελευταία προσπαθεί να επενδύσει περαιτέρω σε ποιοτικό περιεχόμενο, διατηρώντας βέβαια και το αμφιλεγόμενο -αλλά μάλλον προσοδοφόρο-, «εύπεπτο» πρόγραμμα.

Οι νέες αλλαγές στον ιστορικό πλέον Νόμο Βενιζέλου έγιναν το καλοκαίρι του 2020, και ενσωμάτωσαν τα περισσότερα από τα αιτήματα διαφημιστών και διαφημιζόμενων. Μεταξύ αυτών και την πλήρη απαλλαγή φορολογίας για διαφημιστικές επενδύσεις. Το νέο διαφημιστικό καθεστώς που διαμορφώθηκε εισήγαγε την πλήρη ελευθερία των ΜΜΕ (ραδιόφωνο, τηλεόραση, εφημερίδες, περιοδικά) στην άσκηση εμπορικής πολιτικής, τηρώντας μόνο τα όρια του ελεύθερου ανταγωνισμού. Πέρα από την επαναφορά της επιβράβευσης στο 9,9% της διαφημιστικής δαπάνης, ο νέος νόμος προβλέπει ότι όλοι οι φόροι, ανάμεσά τους και ο ειδικός φόρος, υπολογίζονται επί του 80% της διαφημιστικής αξίας, αφού έχουν αφαιρεθεί οι εκπτώσεις, με μοναδική εξαίρεση τον ΦΠΑ, που παραμένει στο 100% της αξίας που συμφωνήθηκε. Επιτρέπεται, σε ραδιόφωνο ή τηλεόραση, η παραγωγή διαφημιστικών μηνυμάτων για πελάτες-διαφημιζόμενους, αλλά μόνο μέχρι ποσοστό 35% για το ραδιόφωνο και 20% για την τηλεόραση. Την ίδια στιγμή, οι διαφημιστικές εταιρείες δεν νοούνται πλέον ως προμηθευτές του Δημοσίου στη συναλλαγή τους με τα ΜΜΕ και ελέγχονται μόνο από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, ενώ καταργείται η διάταξη για τη μέτρηση και παρακολούθηση των διαφημιστικών μηνυμάτων στα ΜΜΕ με υπουργική απόφαση.

Τέλος, παραμένει σε ισχύ το καθεστώς της ηλεκτρονικής πλατφόρμας διάθεσης διαφημιστικού χρόνου, εισάγεται ωστόσο η δυνατότητα της εθελοντικής συμμετοχής σε αυτήν. Η όλη εξέλιξη θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ειδικά από τη στιγμή που έχουμε μπροστά μας ένα εκλογικό 2023, όπου παραδοσιακά η διαφημιστική δαπάνη αυξάνεται.

Περί ESG και βιωσιμότητας

Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά ότι δεν μιλάμε πλέον για μια τάση ή μια λειτουργία “nice to have”, αλλά για μια επιτακτική αναγκαιότητα για τον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά και για την οικονομική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τις τελευταίες έρευνες, οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν όλο και περισσότερο ότι ο ρόλος τους είναι ουσιαστικός στην επίτευξη των στόχων για την κλιματική αλλαγή, με το 80% των G250 να θέτουν στόχους μείωσης του αποτυπώματος άνθρακα. Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια πολύ θετική εξέλιξη, η οποία ωστόσο θα πρέπει να ενταθεί και να έχει συνέχεια.
Μάλιστα, ο αριθμός των εταιρειών που παρέχει πληροφόρηση με βάση τις οδηγίες της Ομάδας Εργασίας για τις Χρηματοοικονομικές Δημοσιοποιήσεις που σχετίζονται με το Κλίμα (TCFD) έχει σχεδόν διπλασιαστεί, που σημαίνει ότι έχουν βελτιωθεί οι γνωστοποιήσεις σε σχέση με το κλίμα. Σύμφωνα ωστόσο με την τελευταία “KPMG Survey of Sustainability Reporting”, απαιτείται ταχύτερη πρόοδος, αφού μόλις το 64% των εταιρειών G250 αναγνωρίζει επίσημα ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί κίνδυνο για την επιχείρησή τους, και λιγότερες από τις μισές εταιρείες αναγνωρίζουν επί του παρόντος την απώλεια βιοποικιλότητας ως κίνδυνο.

Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, αναλύθηκαν χιλιάδες σχετικές εκθέσεις και όπως φαίνεται από τα στοιχεία, λιγότερες από τις μισές από τις μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου δημοσιεύουν στοιχεία για την «κοινωνική» πτυχή (π.χ. σύγχρονη δουλεία, διαφορετικότητα, ένταξη και ισότητα, συμμετοχή της κοινότητας και εργασιακά θέματα), παρότι αυξάνεται η συνειδητοποίηση της σύνδεσης μεταξύ της κλιματικής κρίσης και της κοινωνικής ανισότητας. Ταυτόχρονα, λιγότερες από τις μισές εταιρείες γνωστοποίησαν στοιχεία σχετικά με τους κινδύνους διακυβέρνησης (π.χ. διαφθορά, δωροδοκία και καταπολέμηση της διαφθοράς, αντιανταγωνιστική συμπεριφορά ή πολιτικές εισφορές). Όλα ωστόσο δείχνουν πως οι απαιτήσεις για τα ESG θέματα έχουν διαφοροποιηθεί, είναι περισσότερες και πιο σύνθετες από ποτέ, κάτι που έχει οδηγήσει τους CEOs να επεκτείνουν τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και να διασφαλίσουν ότι παίρνουν στρατηγικές αποφάσεις που λαμβάνουν περισσότερο υπόψη το κλίμα και τα ευρύτερα ζητήματα ESG. Δεν είναι και το πλέον εύκολο πράγμα του κόσμου, ωστόσο είναι απαραίτητο να συμβεί.

Και προφανώς η ανάγκη αυτή θα πρέπει να διαχυθεί στο σύνολο της κάθε εταιρείας, σε κάθε τμήμα της, από το οικονομικό μέχρι το τμήμα marketing και διαφήμισης. Το ESG πρέπει να αποτελέσει πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της επιχειρησιακής κουλτούρας. Κάτι που απέχει πολύ ακόμα να συμβεί στη χώρα μας. Σύμφωνα δε με την έρευνα της KPMG, για να συμβεί θα πρέπει να υπάρξει ουσιαστική κατανόηση των προσδοκιών των ενδιαφερόμενων μερών, να ενσωματωθούν οι αξιολογήσεις σημαντικότητας στην πληροφόρηση, να γίνει ευθυγράμμιση της πληροφόρησης με υποχρεωτικό ή εθελοντικό πλαίσιο και κυρίως να υπάρξει κατανόηση του αντίκτυπου της κλιματικής αλλαγής και των κοινωνικών ζητημάτων στις επιχειρήσεις. Πλέον η ανάπτυξη και η οικονομική ευρωστία μιας επιχείρησης περνούν μέσα από την υιοθέτηση του ESG στην καθημερινότητά της. Όχι ως κάτι αόριστο και ασαφές, αλλά ως απόλυτα συγκεκριμένο, με δράσεις, τακτικές, στρατηγικές. Ο χώρος της Επικοινωνίας πρέπει και μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια, ωστόσο θα πρέπει πρώτα να γίνει ο ίδιος κοινωνός της αναγκαιότητας αυτής. Κάτι που ακόμα δεν νομίζω ότι έχει συμβεί επί της ουσίας.

Ποιος «κλείνει» τις εφημερίδες;

Ποιος αλήθεια «κλείνει» τις εφημερίδες; Οι νόμοι ή οι αναγνώστες; Το ερώτημα επανέρχεται με αφορμή την διαβούλευση για το νέο νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ που αφορά κατά βάση τη δημιουργία Μητρώων Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου και ρυθμίζει και θέματα κρατικής διαφήμισης.

Η σχετική διαβούλευση έχει ολοκληρωθεί και πλέον αναμένεται η τελική μορφή του νομοσχεδίου, πριν αυτό πάρει τον δρόμο προς την Βουλή. Το ενδιαφέρον εστιάζεται πλέον στο αν και ποιες από τις παρατηρήσεις και προτάσεις όσων συμμετείχαν στη διαβούλευση (οργανισμών, φορέων, Ενώσεων, νομικών, δημοσιογράφων, εκδοτών κ.α.) θα γίνουν δεκτές και θα ενσωματωθούν σε αυτό. Εκτιμούμε ότι το νομοσχέδιο βρίσκεται προς τη σωστή κατεύθυνση και αποτελεί ένα πρώτο βήμα για τη θεσμική εκκαθάριση του τοπίου, κυρίως σε ότι αφορά στις περιφερειακές εφημερίδες. Ωστόσο δεν είναι αρκετό, αφού κυρίως στο ζήτημα της κρατικής διαφήμισης που θίγεται, απαιτούνται επιπλέον διευκρινήσεις και προσθήκες προς την κατεύθυνση της διαφάνειας. Εστιάζοντας στον περιφερειακό Τύπο, ο οποίος ταλαιπωρείται εδώ και δεκαετίες από χρονίζουσες παθογένειες, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θίγει το νομοσχέδιο είναι και αυτό που αφορά στις υποχρεωτικές κρατικές δημοσιεύσεις, που σύμφωνα με τα ισχύοντα καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου του 2024.

Οι συνεχείς παρατάσεις και αναβολές της κατάργησης των δημοσιεύσεων αυτών μόνο καλό δεν έκαναν στις εφημερίδες. Θα πρέπει επιτέλους να ισχύσει ο νόμος ώστε να ξεκαθαρίσει το τοπίο και να παραμείνουν οι εφημερίδες που λειτουργούν με ορθολογικά και επιχειρηματικά κριτήρια και όχι εκείνες που στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο σε κρατικές διαφημίσεις. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, για έναν μεγάλο αριθμό περιφερειακών εφημερίδων το ποσοστό του ετήσιου κύκλου εργασιών τους που προέρχεται από το κράτος υπερβαίνει το 50%, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις φθάνει και το 70%. Πρόκειται για εξωπραγματικά ποσοστά που αναδεικνύουν το μέγεθος της παθογένειας και του ανορθολογισμού. Αυτό θα πρέπει να σταματήσει.

Κι αυτό προσπαθεί το νομοσχέδιο θέτοντας κανόνες και προϋποθέσεις για την κατανομή του δημόσιου χρήματος στις εφημερίδες, οι οποίοι είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά δεν αρκούν. Χρειάζονται βελτιώσεις. Π.χ. στην καθιέρωση του ελάχιστου ορίου πωλήσεων ανά έκδοση, το οποίο πρέπει να τεθεί υψηλότερα του 0,3% επί του πληθυσμού του εκάστοτε νομού, που προβλέπει το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Με τον προτεινόμενο συντελεστή μόνο σε 7 νομούς της χώρας απαιτούνται πωλήσεις άνω των 500 φύλλων, μαζί με τις συνδρομές, ενώ σχεδόν στους μισούς νομούς απαιτούνται λιγότερα από 3.000 φύλλα.

Πρόκειται για πολύ χαμηλές κυκλοφορίες για να αποτελούν κριτήριο απορρόφησης κρατικής διαφήμισης. Και εδώ προκύπτει κι άλλο πρόβλημα, κυρίως στον περιφερειακό Τύπο και αφορά στην εξωπραγματικά χαμηλή τιμολόγηση ορισμένων φύλλων που φθάνει σε κάποιες εφημερίδες και στα επίπεδα του 0,1 ευρώ (!), κάτι που δυστυχώς δεν αποτρέπει ούτε το νέο νομοσχέδιο. Ουσιαστικά οι εφημερίδες που τιμολογούνται προς 0,1 ευρώ ανά φύλλο είναι free press, αλλά δεν το δηλώνουν, ώστε να μπορούν να καταχωρούν κρατικές δημοσιεύσεις. Αυτό πρέπει να σταματήσει.

Ποιος λοιπόν «κλείνει» τις εφημερίδες; Η νομοθεσία ή οι αναγνώστες; Μα φυσικά οι αναγνώστες. Κανένας νόμος δεν μπορεί να κλείσει μια εφημερίδα, αφού απαγορεύεται από το Σύνταγμα. Ο καθένας μπορεί να εκδώσει εφημερίδα αλλά όχι – πλέον – με δημόσιο χρήμα. Γιατί εάν δεν μπορεί μια εφημερίδα να επιβιώσει με ίδια μέσα, έχει χαμηλή κυκλοφορία, την διαβάζουν λίγοι και έχει και ελάχιστη διαφήμιση, για ποιο λόγο θα πρέπει με το ζόρι να παραμείνει «ζωντανή»; Οι κανόνες της αγοράς και μόνο θα πρέπει να οδηγούν τις εξελίξεις.

Περί κρατικής διαφήμισης ξανά…

Το ελληνικό κράτος εδώ και πολλές δεκαετίες έχει δώσει δικαιώματα ώστε σχεδόν κάθε media plan που σχεδιάζεται για επικοινωνιακές του ανάγκες να δέχεται «πυρά» από φορείς, πολιτικούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, εκδοτικά και ραδιοτηλεοπτικά συγκροτήματα. Το αποτέλεσμα ήταν η μειωμένη αποτελεσματικότητα των διαφημιστικών εκστρατειών του, αφού ακόμα και οι πολίτες εθίζονταν στο να εισπράττουν αρνητικά το εκάστοτε μήνυμα, ακόμα και πολύ σημαντικών πρωτοβουλιών ή έργων του. Η βασική «κατηγορία» ήταν ότι τα διαφημιστικά κονδύλια δίνονταν με αδιαφανή και αμφιλεγόμενα κριτήρια. Σήμερα όμως, σε μια εποχή που έχουν αλλάξει και οι ανάγκες του κράτους αλλά και τα κανάλια επικοινωνίας είναι τουλάχιστον απαράδεκτο να εξακολουθεί να υφίσταται η ίδια νοοτροπία.

Αφορμή αυτή τη φορά για να κατακριθεί η διαχείριση των διαφημιστικών κονδυλίων του κράτους ήταν η απόφαση της κυβέρνησης να ετοιμάσει καμπάνια μέσω του Υπουργείου Περιβάλλοντος, στόχος της οποίας θα είναι η ενημέρωση των πολιτών για την ανάγκη εξοικονόμησης ενέργειας τους προσεχείς μήνες, καθώς και τους τρόπους που αυτή μπορεί να γίνει. Συγκεκριμένα πρόκειται για διαφημιστικό πρόγραμμα ύψους 7,44 εκατ. ευρώ το οποίο εγκρίθηκε πριν μερικές ημέρες από τον Γενικό Γραμματέα Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, Δημήτρη Γαλαμάτη και αφορά πρόγραμμα επικοινωνιακής προβολής του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας στο πλαίσιο της δράσης «Εξοικονόμηση Ενέργειας», το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του υπουργείου. Η σχετική απόφαση δε, δημοσιεύθηκε στη Διαύγεια, με όλες τις λεπτομέρειες οι οποίες είναι προσβάσιμες από κάθε ενδιαφερόμενο.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, το αίτημα για την υλοποίηση σχετικής διαφημιστικής εκστρατείας έγινε δεκτό, με δεδομένο ότι ο φορέας πληροί την προϋπόθεση περί υποχρέωσης τήρησης του ποσοστού συμμετοχής των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης (έντυπα μέσα, ραδιόφωνο, τηλεόραση) στην κατανομή της συνολικής διαφημιστικής δαπάνης και τουλάχιστον 30%, η οποία, αν δεν τηρηθεί, επιβάλλεται στον υπόχρεο φορέα του ευρύτερου δημοσίου τομέα διοικητικό πρόστιμο ισόποσο με τη διαφημιστική δαπάνη που υπολείπεται προς συμπλήρωση του ανωτέρω ποσοστού συμμετοχής. Υπάρχουν λοιπόν όλες οι προϋποθέσεις ώστε η συγκεκριμένη καμπάνια να εξελιχθεί αποτελεσματικά και ορθολογικά, αφού έχουν τηρηθεί οι διαδικασίες. Ωστόσο στις ανάλογες περιπτώσεις του παρελθόντος, το πρόβλημα προέκυπτε την ώρα του media plan και της επιλογής των ΜΜΕ στα οποία θα «τρέξει» η καμπάνια.

Είναι προφανές ότι κάποια ΜΜΕ τα οποία δεν είχαν ενταχθεί στο media plan εναντιώνονταν και επέκριναν τόσο την καμπάνια αυτή καθ’ αυτή, όσο και τον τρόπο με τον οποίο γίνονταν η επιλογή των μέσων. Και όλα αυτά διότι κανείς δεν έδινε σημασία στα τεχνοκρατικά στοιχεία επιλογής των ΜΜΕ, τα οποία αφορούσαν στο target group του κάθε μέσου, την απήχησή του, αλλά και την νομιμότητά του. Είπαμε, και το κράτος έδωσε δικαιώματα στο παρελθόν. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βήματα προόδου προς την κατεύθυνση της διαφάνειας και της αξιοκρατικής διαχείρισης των κρατικών διαφημιστικών κονδυλίων, έστω και εάν αυτό ακόμα δεν είναι ορατό σε όλους. Εδώ έρχεται η σειρά τόσο του κράτους, να αναδείξει – και νομοθετικά – πέρα από κάθε αμφιβολία την αναγκαιότητα της κάθε καμπάνιας, όσο και της διαφημιστικής εταιρείας να τονίσει τα κριτήρια marketing με βάση τα οποία δημιουργείται το media plan. Και φυσικά το κράτος θα πρέπει να μάθει να «ακούει» τη διαφημιστική εταιρεία, να προτείνει, αλλά όχι να επιβάλλει. Εύκολο; Καθόλου. Αλλά πρέπει επιτέλους να γίνει, τα εργαλεία υπάρχουν. Μένει να αποδειχθεί και η βούληση.

Νομοσχέδιο… αδιαφανούς διαφάνειας

Παρά το γεγονός ότι ως νομοσχέδιο αναφέρεται στον τρόπο λειτουργίας του Τύπου, περιλαμβάνει και σημαντικές παρεμβάσεις για ζητήματα διαφήμισης, οι οποίες προκάλεσαν την έντονη αντίδραση τόσο της ΕΔΕΕ, όσο και του ΣΔΕ, θεσμικών οργάνων που συμμετείχαν στη δημόσια διαβούλευση. Πρώτα από όλα για το άρθρο 32 του νομοσχεδίου, το οποίο αναφέρει ότι «απαγορεύεται κάθε άμεση ή έμμεση οργανωμένη και συστηματική ή μη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ διαφημιζόμενων επιχειρήσεων ή/και διαφημιστών, ή μεταξύ των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, σχετικά με τις τιμές πώλησης ή τις μέσες τιμές πώλησης ή το κόστος ανά μονάδα διαφημιστικής φόρτισης (CPR) ή τη διαφημιστική δαπάνη για την αγορά διαφημιστικού χώρου ή χρόνου από μέσα».

Ο ΣΔΕ επισήμανε την αντίθεσή του στο θέμα, ζητώντας να αφαιρεθεί η σχετική πρόβλεψη: «Όπως έχουμε επανειλημμένα αναλυτικά αναπτύξει, η καθολική απαγόρευση ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ συνεργατών (διαφημιζομένων, διαφημιστών και Μέσων), ΔΕΝ προστατεύει τον ανταγωνισμό, αντίθετα αποτελεί αδικαιολόγητη παρέμβαση στην λειτουργία της διαφημιστικής αγοράς καθώς:
α. Οδηγεί σε απαγόρευση παροχής υπηρεσιών από εταιρείες μέτρησης Μέσων (συγκεκριμένα, υπηρεσιών media benchmarking). Οι υπηρεσίες αυτές είναι απολύτως νόμιμες και απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία της αγοράς, αποτελούν βασικό εργαλείο για κάθε διαφημιζόμενο, προσφέρονται σε όλες τις Ευρωπαϊκές και ανεπτυγμένες χώρες και η απαγόρευσή τους παραβιάζει την ελευθερία του επιχειρείν.
β. Οδηγεί σε απαγόρευση της απολύτως θεμιτής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ συνεργατών (διαφημιζομένων και διαφημιστών), λειτουργώντας υπέρ της πλήρους αδιαφάνειας της αγοράς και δημιουργώντας τον κίνδυνο μονοπωλιακών πρακτικών από την πλευρά των Μέσων.
γ. Λειτουργεί σε βάρος του υγιούς και θεμιτού ανταγωνισμού, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά δεν εμπίπτουν σε καμία περίπτωση στις διατάξεις της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

Η απαγόρευση ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των μερών και κατά συνέπεια, παροχής υπηρεσιών media benchmarking, όχι μόνο στερείται νομικής βάσης, αλλά συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς κατά παράβαση του ευρωενωσιακού καθεστώτος αλλά και της συνταγματικής ελευθερίας που προβλέπεται από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος περί της ελευθερίας ανάπτυξης οικονομικής δραστηριότητας».

Ωστόσο διαφωνία υπάρχει και για το άρθρο 33 του νομοσχεδίου, το οποίο προβλέπει ότι «χρόνος και χώρος για διαφημίσεις, χορηγίες και κάθε μορφής εμπορική επικοινωνία δύναται να εισφέρονται ως μετοχικό κεφάλαιο σε επιχειρήσεις κάθε μορφής». Αναλύοντας τη διαφωνία του, ο ΣΔΕ αναφέρει πως «αν η ΓΓΕΕ επιθυμεί να δώσει τη δυνατότητα πληρωμής της διαφήμισης σε είδος (με αντιπαροχή προϊόντων ή υπηρεσιών του διαφημιζόμενου) και όχι μόνο σε χρήμα, θα έπρεπε να γράφεται αυτό απλά και ρητά και πάντως με τήρηση της υποχρέωσης τιμολόγησης της διαφήμισης (παρ.2) και όλων των παρελκόμενων ρυθμίσεων του άρθρου 12 (…)».

Ο Σύνδεσμος εκτιμά ότι «καταστρατηγείται η ακρογωνιαία διάταξη του Ν.2328 που αναφέρει ότι για κάθε διαφημιστική μετάδοση πρέπει να εκδίδεται και το αντίστοιχο τιμολόγιο, με μια πρωτοφανή ρύθμιση, όπου η απλή υπόσχεση διαφημιστικού χώρου ή χρόνου, χωρίς υποχρέωση υλοποίησης και χωρίς τιμολόγηση, επιτρέπεται κατά νόμο να “εισφέρεται σε είδος” στο μετοχικό κεφάλαιο οιασδήποτε επιχείρησης, με αποτέλεσμα να αποκτώνται, μετοχικά δικαιώματα με πλήρη αδιαφάνεια». Στα παραπάνω συμφωνεί και η ΕΔΕΕ, ζητώντας και εκείνη την αφαίρεση του άρθρου. Μένει να δούμε τι από όλα τα παραπάνω θα ληφθεί υπόψη πριν το νομοσχέδιο πάρει το δρόμο προς τη Βουλή. Διαφορετικά για άλλη μια φορά θα έχει γίνει μία τρύπα στο νερό.

Ταμείο Ανάκαμψης και διαφήμιση

Και η διάσταση αυτή είναι το γεγονός ότι η εξέλιξή του και η διάχυση των επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που προβλέπει στην ελληνική αγορά, δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες διαφημιστικής επένδυσης και προβολής τόσο για το ίδιο το κράτος, όσο και για τις τράπεζες, αλλά και για τις επιχειρήσεις που αξιοποιούν – ή ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν στο εγγύς μέλλον – τις επιχειρηματικές ευκαιρίες του Ταμείου Ανάκαμψης.

Για να έχουμε μια εικόνα των επικοινωνιακών δυνατοτήτων που αναμένεται να δημιουργηθούν για κράτος και επιχειρήσεις αρκεί να δούμε τα κονδύλια που έχουν δεσμευθεί για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις μέχρι σήμερα. Σύμφωνα λοιπόν με τα τελευταία στοιχεία, σε 3,93 δισ. ευρώ ανέρχεται ο συνολικός προϋπολογισμός των επενδυτικών σχεδίων που έχουν υποβληθεί στο δανειακό σκέλος του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ειδικότερα όσον αφορά στο δανειακό σκέλος του Εθνικού Σχεδίου, έχουν κατατεθεί 107 επενδυτικά σχέδια, προς το παρόν, από ενδιαφερόμενους επενδυτές. Από τον συνολικό προϋπολογισμό των 3,93 δισ. ευρώ, τα 1,68 δισ. ευρώ είναι δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, 933 εκατ. ευρώ είναι ίδια κεφάλαια των επενδυτών και 1,32 δισ. ευρώ κεφάλαια των τραπεζών.

Οι παραπάνω επενδύσεις εμπίπτουν σε διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας, όπως είναι οι υπηρεσίες, οι μεταφορές, ο τουρισμός, η μεταποίηση, η ενέργεια, το εμπόριο και οι κατασκευές. Σε κάθε έναν από αυτούς τους κλάδους προσθέστε ονόματα επιχειρήσεων που γνωρίζετε ότι δραστηριοποιούνται και σκεφθείτε τις ως εν δυνάμει διαφημιζόμενους. Ήδη, έχουν συμβασιοποιηθεί 13 επενδυτικά σχέδια, με το συνολικό ύψος επένδυσης να διαμορφώνεται σε 1,02 δισ. ευρώ (455,34 εκατ. ευρώ είναι πόροι-δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης). Αξιοσημείωτο είναι πως το μεσοσταθμικό επιτόκιο αυτών των δανειακών συμβάσεων ανέρχεται σε 0,77%, με τη μέση διάρκεια αποπληρωμής τους να φτάνει στα 11 χρόνια περίπου. Κι αυτό είναι ένα από τα δυνατά στοιχεία του Ταμείου, τα χαμηλά επιτόκια που προβλέπει, ειδικά σήμερα, σε μια εποχή αβεβαιότητας που θα μπορούσε να λειτουργεί αποτρεπτικά για επενδυτικά σχέδια, αφού πλέον μπαίνουμε σε μία περίοδο ραγδαίας αύξησης των επιτοκίων, η οποία θα κρατήσει τουλάχιστον 1,5-2 χρόνια μέχρι να τιθασευτεί ο πληθωρισμός στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Ήδη αυτή την περίοδο θα ξεκινήσει η ευρεία επικοινωνιακή καμπάνια ενημέρωσης από το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0, με την οποία ο φορέας του Ταμείου Ανάκαμψης θα ενημερώνει για το τι είναι τελικά το Σχέδιο αυτό, τι επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνει σε πρώτη φάση από δημόσιους φορείς και οργανισμούς και πως μπορεί να αλλάξει την καθημερινότητα των πολιτών. Την ίδια στιγμή, οι συστημικές τράπεζες που συμμετέχουν στο Ταμείο χρηματοδοτώντας σημαντικό ποσοστό των επιχειρηματικών επενδυτικών σχεδίων έχουν ήδη ξεκινήσει διαφημιστικές καμπάνιες με στόχο επιχειρήσεις και επιχειρηματίες που θέλουν να αξιοποιήσουν τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ τους προσεχείς μήνες αναμένονται και οι καμπάνιες των επιχειρήσεων για τις επενδύσεις που θα υλοποιήσουν στο πλαίσιο αυτού. Υπό την προϋπόθεση της ορθολογικής και αποτελεσματικής λειτουργίας του μηχανισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, ο κλάδος της ελληνικής διαφήμισης αναμένεται να κληθεί να διαχειριστεί σημαντικά διαφημιστικά κονδύλια, κάτι που μόνο θετικό είναι όχι μόνο από πλευράς των εσόδων που θα δημιουργηθούν, αλλά και από πλευράς δημιουργικής προσέγγισης των συγκεκριμένων projects. Είναι μια μεγάλη ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη για την ελληνική διαφήμιση.

Περί διαφάνειας και δεοντολογίας

Οι λόγοι των νέων παρεμβάσεων είναι μεταξύ άλλων η ανάγκη ορθολογικής και διαφανούς λειτουργίας της συγκεκριμένης αγοράς, αλλά και η εμφάνιση νέων projects και επιχειρηματικών πρωτοβουλιών στα media, οι οποίες ενισχύονται από το γεγονός ότι η νέα σεζόν θα είναι εκλογική, αφού οι εκλογές θα γίνουν το αργότερο μέχρι το τέλος της άνοιξης του 2023. Και όπως γνωρίζουμε, κάθε εκλογική χρονιά φέρνει μαζί της νέες επενδύσεις και στα media, για λόγους που εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί.

Η πρώτη και ιδιαίτερα σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης αφορά στο σχέδιο νόμου περί διαφάνειας, με το οποίο εισάγεται για πρώτη φορά η διασύνδεση της διανομής κρατικής διαφήμισης με την εγγραφή στα νέα μητρώα της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας για το σύνολο των Μέσων Ενημέρωσης και όχι μόνο των περιφερειακών. Οι πληροφορίες θέλουν το εν λόγω σχέδιο νόμου να προχωρά άμεσα με στόχο να μπουν κάποιοι βασικοί κανόνες εν όψει και της προεκλογικής μάχης που θα συνοδεύεται από ευρείες διαφημιστικές καμπάνιες των πολιτικών κομμάτων, όσο και του ίδιου του κράτους, με αιχμή τα δεκάδες επενδυτικά έργα του Ταμείου Ανάκαμψης.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας, δύο είναι τα βασικά σημεία του σχεδίου νόμου που αφορούν στη δημιουργία των νέων Μητρώων, ενός για τα έντυπα και ενός για τα ηλεκτρονικά Μέσα. Το πρώτο σημείο αφορά στην οικειοθελή εγγραφή των έντυπων ΜΜΕ στα Μητρώα. Βέβαια αυτό φαντάζει κάπως παράδοξο, δεδομένου ότι το σχέδιο νόμου θα προβλέπει παράλληλα ότι κανένα ΜΜΕ δεν θα μπορεί να λαμβάνει κονδύλια κρατικών διαφημίσεων ή άλλες κρατικές επιδοτήσεις εάν δεν είναι εγγεγραμμένο στα Μητρώα. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι το σύνολο των ΜΜΕ εάν θέλει να λαμβάνει επιδοτήσεις, να μετέχει σε αναπτυξιακά προγράμματα και να απορροφά κρατική διαφήμιση, θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένο στο νέο Μητρώο Έντυπου Τύπου με τα πλήρη στοιχεία της ιδιοκτησίας.

Το δεύτερο σημείο αφορά στη δημιουργία νέας επιτροπής ελέγχου δημοσιογραφικού περιεχομένου των έντυπων ΜΜΕ, με στόχο την τήρηση της δεοντολογίας που τόσο καταστρατηγείται τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, τον δεοντολογικό έλεγχο θα έχουν εκπρόσωποι της ΕΕΤΤ, του ΕΣΡ, του Ιδρύματος Μπότση, των δύο πανεπιστημιακών τμημάτων ΜΜΕ, τρεις εκπρόσωποι των εκδοτικών οργανώσεων και ένας από κάθε συνδικαλιστική δημοσιογραφική ένωση.

Στις παραπάνω αναμενόμενες εξελίξεις θα πρέπει να προστεθεί και η πρόσφατη συμφωνία των συνδικαλιστικών ενώσεων Τύπου (ΕΣΗΕΑ, ΕΣΠΗΤ κ.α.) και κυβέρνησης για τους όρους εργασίας των δημοσιογράφων στα κρατικά Μέσα (ΕΡΤ-ΑΠΕ, δημοτικά μέσα, ΓΓΕΕ και Γραφεία Τύπου), η οποία υπεγράφη στις 5 Αυγούστου και προέκυψε μετά από διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν δύο χρόνια. Η συμφωνία προβλέπει αντί για αύξηση μισθών την παροχή «τροφείων» στους εργαζομένους στα δημόσια μέσα και πιο συγκεκριμένα την παροχή πιστωτικής κάρτας με «τροφεία» 5 ευρώ την ημέρα και δυο επιταγές 300 ευρώ για Χριστούγεννα και Πάσχα. Ωστόσο εδώ υπάρχει θέμα, αφού ενώ στα δημόσια μέσα οι δημοσιογράφοι θα λάβουν αναδρομικά 800 ευρώ σε πιστωτική κάρτα, δεν προβλέπεται κάτι αντίστοιχο για τους δημοσιογράφους των ιδιωτικών ΜΜΕ. Σύμφωνα με πληροφορίες ωστόσο, η ΕΣΗΕΑ θα εξακολουθήσει την προσπάθεια για αντίστοιχες αυξήσεις και στους εργαζόμενους των τελευταίων, προσπάθεια ωστόσο που κανείς δεν γνωρίζει πότε – και εάν – αποδώσει καρπούς.

Brands και κοινωνική ευθύνη

Όπως αναφέρει η Deloitte, καθώς ο πληθυσμός των καταναλωτών διαφοροποιείται — κατά φυλή και εθνικότητα, σεξουαλικό προσανατολισμό ή διαφορές στην ικανότητα, για παράδειγμα —, είναι επιτακτική ανάγκη για τα brands να αντικατοπτρίζουν μια σειρά από backgrounds και εμπειρίες στις καμπάνιες τους, εάν θέλουν να συνδεθούν αποτελεσματικά με μελλοντικούς πελάτες.
Οι πελάτες αυτοί μάλιστα είναι πλέον πολύ περισσότερο συνειδητοποιημένοι και ευασθητοποιημένοι σε θέματα κοινωνικής ευθύνης, που καταλαβαίνουν απόλυτα πότε ένα brand απλά «πουλάει» την συμπερίληψη ή την διαφορετικότητα, χωρίς να την έχει κάνει αναπόσπαστο κομμάτι του DNA του και χωρίς ουσιαστικά να την πιστεύει.

Τα Global Marketing Trends 2022 δείχνουν ότι το 57% των καταναλωτών είναι πιο πιστοί στα brands που δεσμεύονται να αντιμετωπίσουν έμπρακτα τις κοινωνικές ανισότητες και οι καταναλωτές θέλουν να υποστηρίξουν brands που αντιπροσωπεύουν τους ίδιους και τις αξίες τους. Επιπλέον, τα δεδομένα λένε ότι τα brands υψηλής ανάπτυξης καθιερώνουν συχνότερα βασικές μετρήσεις αποτελεσματικότητας όσον αφορά στους στόχους τους για διαφορετικότητα, ισότητα και συμπερίληψη σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους με χαμηλότερη ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, τα brands με την υψηλότερη ανάπτυξη μειώνουν την πολιτιστική και δημογραφική απόσταση μεταξύ της σύνθεσης των ομάδων τους και των στόχων που φιλοδοξούν να φτάσουν.

Προφανώς η έρευνα δεν ανακαλύπτει τον τροχό. Είναι εμφανές τα τελευταία χρόνια ότι η κοινωνική ευθύνη αποτελεί μετά την ποιότητα και την τιμή ενός brand, τον καθοριστικότερο λόγο επιλογής του από τους καταναλωτές, που πλέον είναι και συνειδητοποιημένοι πολίτες. Και όσο οι κοινωνίες δεν βρίσκουν απαντήσεις σε καίρια κοινωνικά, οικονομικά και ανθρωπιστικά ζητήματα, τόσο τα επί της ουσίας ευαισθητοποιημένα brands θα κερδίζουν έδαφος στην καρδιά των καταναλωτών.

Στο ίδιο πλαίσιο, και πάντα με βάση τα Global Marketing Trends 2022, τα brands υψηλής ανάπτυξης (ως τέτοια ορίζονται όσα έχουν 10% ή υψηλότερη ετήσια ανάπτυξη) που δεσμεύονται σ’ έναν σκοπό ο οποίος αντικατοπτρίζει τις ανάγκες των stakeholders, αποκτούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Όπως αποτυπώνεται στην έρευνα, μία ολιστική προσέγγιση του σκοπού, που είναι πιο δίκαιη και περιεκτική για όλους τους stakeholders, απαιτεί από τα brands να δίνουν προτεραιότητα στο accountability και να αξιολογούν την απόδοσή τους με κριτήριο το σκοπό τους. Τα όρια της κοινωνίας μας αλλάζουν και οι επαγγελματίες του marketing θα πρέπει να υπερασπίζονται τη διαφορετικότητα, την ισότητα και τη συμπερίληψη για να υποστηρίξουν τα μηνύματα του brand τους με αυθεντικότητα. Είναι εύκολο κάτι τέτοιο; Η απάντηση είναι ναι, εάν οι άνθρωποι που χαράσουν τις πολιτικές πίσω από τα brands έχουν γίνει κοινωνοί των ιδεών αυτών, τις ενστερνίζονται και τις υπηρετούν και στην δική τους καθημερινότητα.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα brands που δεσμεύονται στον σκοπό τους – στην περίπτωσή μας σε κοινωνικό σκοπό – αποκτούν κρίσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθώς τα Global Marketing Trends 202 διαπίστωσαν ότι τα brands υψηλής ανάπτυξης μετατρέπουν το σκοπό τους σε δράση με σημαντικά διαφορετικούς τρόπους από τα αντίστοιχα με χαμηλότερη ανάπτυξη, προσεγγίζοντάς τον πιο ολιστικά. Γι’ αυτά τα brands υψηλής ανάπτυξης, ο σκοπός όχι μόνο εμπνέει την προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά καθοδηγεί και τη λήψη αποφάσεων από τους εργαζομένους και την επενδυτική στρατηγική της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

Μηδενικός ΦΠΑ για τον Τύπο

Πιο συγκεκριμένα, ο Μακρόν αποφάσισε να προχωρήσει σε ετήσια επιπλέον φοροαπαλλαγή που έφθανε τα 50 ευρώ, σε κάθε πολίτη που αποφάσιζε να γίνει συνδρομητής σε οποιαδήποτε εφημερίδα ή περιοδικό. Ουσιαστικά δηλαδή, το γαλλικό κράτος επιδοτούσε τους πολίτες για να διαβάζουν εφημερίδες. Ήταν μια κίνηση ιδιαίτερα ευρηματική, αλλά όπως αποδείχθηκε και αποτελεσματική σε ένα βαθμό, αφού οι κυκλοφορίες των εφημερίδων στη Γαλλία δεν ακολούθησαν την πτωτική τάση των τελευταίων χρόνων, δείχνοντας σημάδια σταθεροποίησης.

Φυσικά το αποτέλεσμα θα μπορούσε να ήταν καλύτερο, ωστόσο δεδομένης της πίεσης που δέχονται τα έντυπα και τα παραδοσιακά ΜΜΕ ανά τον κόσμο, το αποτέλεσμα παραμένει με θετικό πρόσημο.
Την κίνηση αυτή του Μακρόν θυμηθήκαμε με αφορμή την απόφαση που πήρε στις 7 Δεκεμβρίου 2021 το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων της Ευρώπης (Ecofin) για μηδενικό ΦΠΑ σε εφημερίδες και περιοδικά, με στόχο την στήριξη του παραδοσιακού Τύπου, ο οποίος βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε εξαιρετικά δυσχερή θέση, με τις κυκλοφορίες του να πέφτουν συνεχώς, τα διαφημιστικά έσοδα να μειώνονται και το εκδοτικό κόστος όχι απλά να μην μειώνεται, αλλά να αυξάνεται. Τους τελευταίους μήνες δε, η κατάσταση επιδεινώθηκε από την πολύ μεγάλη αύξηση του χαρτιού εκτύπωσης, η οποία προήλθε από την αύξηση των τιμών ενέργειας και των μεταφορικών.

Η Γερμανική Ένωση Εκδοτών αμέσως μόλις ψηφίστηκε το εν λόγω νομοσχέδιο εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ανέφερε ότι η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον Τύπο, αφού στηρίζει τον πλουραλισμό της έκφρασης και την δημοκρατία, ενώ έχει έντονο πολιτιστικό αντίκτυπο, δεδομένου ότι η απόφαση αφορά και στα βιβλία.

Η πρόταση για μηδενικό ΦΠΑ στα έντυπα δεν είναι καινούργια. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Ecofin της 13ης Ιουλίου 2018, και σε πρώτη φάση αφορούσε στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Στη συνέχεια η πρόταση επανήλθε ως τροποποίηση της οδηγίας 2006/112/ΕΚ που μιλούσε για συγκεκριμένους συντελεστές ΦΠΑ σε βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά, όπου ζητούμενο ήταν η μείωση του φόρου αυτού περαιτέρω, αλλά χωρίς υποχρεωτική εφαρμογή. Η συζήτηση συνεχίστηκε τους μήνες που ακολούθησαν, μέχρι να φθάσουμε στην απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2021, όπου αποφασίστηκε ο μηδενισμός του ΦΠΑ χωρίς ωστόσο και πάλι υποχρεωτική εφαρμογή.

Το πρόβλημα ωστόσο είναι ακριβώς αυτό, ότι η απόφαση δεν έχει υποχρεωτική εφαρμογή, απλά δίνει στα κράτη-μέλη την δυνατότητα εάν θέλουν να μηδενίσουν τον ΦΠΑ. Κάτι που στην παρούσα φάση της ελληνικής οικονομίας φαντάζει δύσκολο να εφαρμοστεί, δεδομένων των στενών δημοσιονομικών περιθωρίων που αυτή έχει, ιδιαίτερα μετά τα 43 δις. ευρώ που δόθηκαν για την στήριξη επιχειρήσεων και κοινωνίας από τις επιπτώσεις της πανδημίας. Τα προβλήματα ωστόσο του Τύπου στην Ελλάδα επιβάλλουν επιτακτικά τον μηδενισμό του ΦΠΑ.

Η απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2021 δίνει την δυνατότητα στις κυβερνήσεις να επιλέξουν 24 κατηγορίες προϊόντων με μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ έως 5% και 7 κατηγορίες αγαθών που μπορούν να τον μηδενίσουν. Στις 7 αυτές κατηγορίες ανήκουν τα τρόφιμα, τα φάρμακα και ορισμένα πολιτιστικά είδη, όπως τα βιβλία, οι εφημερίδες και τα περιοδικά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, 19 κυβερνήσεις ήδη έχουν προχωρήσει σε κατάργηση ΦΠΑ σε τρόφιμα και ενέργεια, αλλά ελάχιστες το έχουν κάνει στο εκτυπωτικό χαρτί, τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Δεν γνωρίζουμε τα δεδομένα στις άλλες χώρες της Ε.Ε, στη χώρα μας όμως ο μηδενισμός του ΦΠΑ στις εφημερίδες είναι μονόδρομος.

Η πρόκληση του online streaming στην τηλεόραση

Η είδηση ήταν γνωστή από καιρό, ωστόσο την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε και η επιβεβαίωση μέσα από την ηλεκτρονική έκδοση του Variety: Η αντίστροφη μέτρηση για την έλευση του Disney+, της νέας υπηρεσίας streaming της The Walt Disney Company έχει ξεκινήσει, κάτι που ανακοίνωσε η ίδια η εταιρεία. Η νέα συνδρομητική τηλεοπτική πλατφόρμα Disney+ αναμένεται το 2022 να ξεκινήσει τη λειτουργία της σε 42 χώρες και σε 11 νέες περιοχές από το ερχόμενο καλοκαίρι. Στις νέες αυτές χώρες περιλαμβάνονται η Ελλάδα, η Νότια Αφρική, η Τουρκία, η Πολωνία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Μάλιστα στη χώρα μας έχει ήδη ξεκινήσει και η στελέχωση του τοπικού γραφείου με στελέχη γνωστά στον κλάδο της Επικοινωνίας. Το Disney+ διαθέτει 95 εκατομμύρια συνδρομητές σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ προβλέπει ότι μέχρι το 2024 αυτοί θα αγγίζουν τα 260 εκατομμύρια.

Σύμφωνα με τελευταία σχετική μελέτη της PwC, η παγκόσμια αγορά online streaming περιεχομένου υπολογίζεται περίπου στα 79 δις ευρώ το 2021, σημειώνοντας αύξηση που ξεπερνάει το 60% σε σχέση με το 2020, όταν είχε υπολογιστεί στα 31,9 δις ευρώ. Τα διαρκή lockdown λόγω της πανδημίας Covid-19 αλλά και η ταχύτατη διείσδυση των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων του διαδικτύου έδωσαν σημαντική ώθηση στο online streaming τηλεοπτικό περιεχόμενο τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας. Μια γενικότερη εκτίμηση της PwC αναφέρει ότι στην Ελλάδα η αγορά ψυχαγωγίας, διασκέδασης και ΜΜΕ υπολογίζεται περίπου σε 3,9 δις ευρώ ετησίως, με ρεαλιστικές προοπτικές να φθάσει στα 5,44 δις ευρώ έως το 2025. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, οι νεότεροι τηλεθεατές ήταν εκείνοι που επέλεγαν τις ψηφιακές πλατφόρμες για ψυχαγωγία, πλέον όμως τους ακολουθούν και οι μεγαλύτεροι, δεδομένου του πλήθους επιλογών καναλιών αλλά και περιεχομένου.

Στην Ελλάδα τα ηνία κρατά το Netflix, το οποίο διαθέτει περίπου 400.000 συνδρομητές, έχοντας ωστόσο πλέον να ανταγωνιστεί ισχυρούς «παίκτες» όπως είναι οι Cosmote TV, Vodafone TV, EON (πρώην Nova), Wind Vision, Cinobo, Apple TV, Amazon Prime Video, ενώ αναμένεται και η είσοδος του HBO Max, το οποίο θα συνεργαστεί με κάποια – ή κάποιες – από τις υπάρχουσες πλατφόρμες. Το HBO Max ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 2020 και πλέον καλύπτει έξι ευρωπαϊκές περιοχές, 21 ακόμη έως το τέλος του 2022 και σχεδιάζει να είναι σε 190 χώρες έως το 2026.
Οι προοπτικές είναι τόσο ευοίωνες που ακόμα και τηλεοπτικά δίκτυα ελεύθερης πρόσβασης σχεδιάζουν την επέκτασή τους σε αυτό το segment, όπως π.χ. ο όμιλος ΑΝΤ1, ο οποίος δημιουργεί συνδρομητική πλατφόρμα που θα καλύπτει 12 χώρες με πρωτογενές περιεχόμενο που θα απευθύνεται σε 120 εκατ. τηλεθεατές. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία του καλοκαιριού του 2021, υπολογίζεται ότι υπάρχουν 1,1 εκατ. συνδρομητές τηλεόρασης. Διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός, τη στιγμή μάλιστα που κάθε μέρα ο αριθμός αυτός αυξάνεται.

Η διαφημιστική αγορά έχει μπροστά της τη μεγάλη πρόκληση να επενδύσει αποτελεσματικά σε αυτές τις πλατφόρμες. Κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, δεδομένου ότι κάθε πλατφόρμα έχει διαφορετικό χαρακτήρα, διαφορετικό κοινό, ξεχωριστή συνδρομητική και διαφημιστική πολιτική, άλλους στόχους εσόδων και συνδρομητών. Η μάχη θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη χώρα μας, όπου η διαφημιστική πίτα έχει περιορισμούς, ενώ ακόμα δεν έχουμε δει και τις αντιδράσεις των ελεύθερων καναλιών. Stay tuned…

Πέντε τάσεις για το marketing του 2022

Τις 5 αυτές τάσεις καταγράφει σε μια ενδιαφέρουσα – όσο και μεστή – ανάλυσή της η Sitecore, αμερικανική εταιρεία ψηφιακών υπηρεσιών, η οποία συγκεντρώνει δυνατότητες περιεχομένου, εμπορίου και δεδομένων σε μια συνδεδεμένη πλατφόρμα, την οποία εμπιστεύονται εταιρείες όπως οι American Expess, ASOS, Kimberly-Clark, L’ Oreal, Volvo Cars κ.α.

Η πρώτη τάση κατά την Sitecore αφορά στην κοινά αποδεκτή πλέον πεποίθηση ότι το υβριδικό μοντέλο αγορών που συνδυάζει το φυσικό με το online κατάστημα θα παραμείνει ισχυρό και στην μετά πανδημία εποχή. Οι επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου θα διευρύνουν περαιτέρω τις επενδύσεις τους σε ψηφιακές τεχνολογίες που προωθούν τις ηλεκτρονικές αγορές, την παραλαβή από το κατάστημα ή την ολοκλήρωση των αγορών μέσων της υπηρεσίας click & collect, την οποία γνωρίσαμε και στην Ελλάδα στα δύο lockdown που βιώσαμε.

Η δεύτερη τάση αφορά στην ανάγκη των επιχειρήσεων να καλλιεργήσουν κλίμα εμπιστοσύνης με τους καταναλωτές τους. Όσο περισσότερο οι τελευταίοι ευαισθητοποιούνται για την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να αναλάβουν την ευθύνη του τρόπου με τον οποίο συλλέγονται, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται οι προσωπικές τους πληροφορίες. Τα brands θα πρέπει να οικοδομήσουν ένα στέρεο θεμέλιο χρησιμοποιώντας αυτά τα δεδομένα. Η Sitecore εκτιμά ότι η τεχνολογία πρέπει να καταγράφει, να ενοποιεί και να ενεργοποιεί πολυκαναλικές στρατηγικές που μετατρέπουν την προσέγγιση marketing σε εξατομικευμένες εμπειρίες με βάση τις μοναδικές επιθυμίες και ανάγκες κάθε πελάτη.

Ως τρίτη τάση για το 2022, η Sitecore εκτιμά ότι οι εξατομικευμένες εμπειρίες θα αποτρέψουν τους πελάτες από το να διακόψουν τις αγορές τους. Οι καθυστερήσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας μπορεί να οδηγήσουν σε απογοητευμένους καταναλωτές που αναζητούν άλλο κατάστημα όταν το προϊόν που επιθυμούν δεν είναι διαθέσιμο. Τα e-shops μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτό το ζήτημα, χρησιμοποιώντας ιστορικό περιήγησης και αντιστοιχώντας πρότυπα τεχνητής νοημοσύνης για να προτείνουν το επόμενο καλύτερο διαθέσιμο προϊόν. Η εξατομίκευση με βάση τα δεδομένα παρέχει επίσης τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις, ειδικότερα σε εκείνες που διαθέτουν φυσικά καταστήματα, να προσφέρουν μια πιο εξατομικευμένη, υβριδική εμπειρία που μοιάζει περισσότερο με προσωπική αγορά και κατευθύνει τον καταναλωτή σε προϊόντα που υπάρχουν σε απόθεμα και είναι άμεσα διαθέσιμα.

Ως τέταρτη τάση η Sitecore βλέπει τα brands να μετατρέπονται σε φορείς πρόβλεψης αναγκών. Η εξατομίκευση απαιτεί πολύ περιεχόμενο, το οποίο οι καταναλωτές θα διαμορφώσουν στη συνέχεια με βάση τα ενδιαφέροντά τους. Οι εξατομικευμένες πληροφορίες δημιουργούν engagement, οδηγούν στην αφοσίωση και σε νέες αγορές.

Τέλος, η πέμπτη τάση είναι η επαυξημένη πραγματικότητα, η οποία θεωρείται το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο για το marketing. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Sitecore, οι εφαρμογές επαυξημένης πραγματικότητας (ΑR) και εικονικής πραγματικότητας (VR) θα αυξηθούν καθώς οι επιχειρήσεις έχουν συνειδητοποιήσει την ευελιξία και την ευκολία που προσφέρουν.

Σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα ευμετάβλητο, κάθε πρόβλεψη καθίσταται επισφαλής. Ωστόσο, οι παραπάνω προβλέψεις και εκτιμήσεις της Sitecore – τις οποίες υπογράφει η Γενική Διευθύντρια Marketing της εταιρείας, Paige O’Neill – φαίνεται να είναι ρεαλιστικές και πολύ κοντά στην πραγματικότητα που θα βιώσει ο κλάδος το 2022. Και ως τέτοιες, αξίζει να τις κρατήσουμε στο μυαλό μας.

Τάκης Καλαντίδης: 45 χρόνια τέχνη στην επικοινωνία

Πρόκειται ίσως για την πιο ξεκάθαρη απάντηση στο διαχρονικό ερώτημα εάν η Διαφήμιση είναι τέχνη. Η απάντηση ανήκει σε έναν άνθρωπο που επί 45 ολόκληρα χρόνια έγραψε τη δική του ιστορία στον χώρο της διαφήμισης και άφησε παρακαταθήκη, όχι μόνο σπουδαίες καμπάνιες, αλλά -κυρίως- έναν μοναδικό τρόπο σκέψης και προσέγγισης των δρώμενων στην επικοινωνία, αλλά και στη ζωή. Ο Τάκης Καλαντίδης ανήκει στη σπουδαία γενιά των Ελλήνων διαφημιστών που έθεσαν τις βάσεις της επικοινωνίας στη χώρα μας, σε μια γενιά η οποία γαλουχήθηκε στις αξίες της διαφήμισης που άνθισαν τη δεκαετία του 60’, δεκαετία που κατά τεκμήριο άφησε σπουδαία δείγματα δημιουργίας σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης δραστηριότητας, από τον κινηματογράφο και το θέατρο, μέχρι τη μουσική. Φυσικά και στη διαφήμιση.

Η μεγάλη εμπειρία του Τ. Καλαντίδη στη διαφήμιση, οι δουλειές του, η πορεία του, ακόμα και ο τρόπος σκέψης του αποτυπώνονται σε ένα μοναδικό βιβλίο που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Α. Α. Λιβάνη, με τίτλο «Τάκης Καλαντίδης – 45 χρόνια τέχνη στην Επικοινωνία». Πρόκειται για ένα εξαιρετικό λεύκωμα στο οποίο παρουσιάζονται ορισμένα από τα πλέον εμβληματικά έργα του Τ. Καλαντίδη σε επιμέρους τομείς της επικοινωνίας -την εταιρική, την εμπορική, την ιατρική-φαρμακευτική, αλλά και την πολιτική. Εξίσου ενδιαφέρουσα στο βιβλίο η ενότητα με τις «Ιδέες που δεν βγήκαν ποτέ», δημιουργίες του Τάκη Καλαντίδη που παρέμειναν για διάφορους λόγους «σχέδια επί χάρτου», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο ίδιος. Η έκδοση κλείνει με μια συνέντευξη που παραχώρησε ο ίδιος στον Κώστα Μαρτζούκο, τον Ιούνιο του 2021, μέσα από την οποία καταγράφει τα σημαντικότερα σημεία της επαγγελματικής πορείας του. Στην πολυτελή αυτή έκδοση κυριαρχεί η εικόνα. Η εικόνα των διαφημίσεων του Καλαντίδη όλα αυτά τα χρόνια, οι περισσότερες από τις οποίες έγραψαν ιστορία, ενώ όλες είναι εξαιρετικά ευρηματικές, δίνοντας την πραγματική έννοια του όρου «δημιουργικότητα», έννοια που στις μέρες μας έχει «αυτοματοποιηθεί» και ενίοτε τυποποιηθεί. Tην επιμέλεια της έκδοσης έχει κάνει ο Κώστας Μαρτζούκος και τον σχεδιασμό της ο Κώστας Πολίτης.

Ποιος είναι ο Τάκης Καλαντίδης
Ο Τάκης Καλαντίδης εργάστηκε στη διαφήμιση ως εικαστικός δημιουργός και υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του πρώτου hot spot που δημιούργησε ο Κώστας Γκόμπλιας, με το οποίο καθιερώθηκαν στην Ελλάδα οι τεχνικές του direct marketing και της πολιτικής διαφήμισης. Όπως αναφέρεται στο ενημερωτικό σημείωμα της έκδοσης, ο Τάκης Καλαντίδης ως ανεξάρτητος δημιουργός «υποστήριξε κορυφαίες επιχειρήσεις και οργανισμούς με πλήθος δράσεων στους τομείς της εταιρικής, εμπορικής, ιατρικής-φαρμακευτικής και πολιτικής επικοινωνίας». Το 1987 ίδρυσε τη διαφημιστική εταιρεία April, «η οποία για περισσότερα από 20 χρόνια πρόσφερε πλήρεις υπηρεσίες σε όλο το φάσμα εφαρμογών της σύγχρονης επικοινωνίας».
Την πολυτελή αυτή έκδοση -που κατά τη γνώμη μου έχει ιδιαίτερη θέση στη βιβλιογραφία για την πορεία της διαφήμισης στην Ελλάδα, ως ιστορικό ντοκουμέντο- προλογίζει ο Κώστας Γκόμπλιας, με τον οποίο ο Καλαντίδης συνεργάστηκε από το 1977 μέχρι να δημιουργήσει τη δική του εταιρεία. «Ο Τάκης Καλαντίδης εμφανίστηκε σε μια ευτυχισμένη συγκυρία», αναφέρει στο εισαγωγικό του αυτό σημείωμα ο Κώστας Γκόμπλιας. «Πρόκειται για ένα αξιοπρόσεχτο ταλέντο που έκανε τη δική του πορεία, χωρίς να υπάρχει πίσω του καμία παράδοση (…) Η πορεία του και η δουλειά του, δεν είναι μόνο ένας προσωπικός δρόμος, αλλά και μια αποτύπωση της εποχής, από μια ενδιαφέρουσα οπτική. Με αθωότητα και συνάμα με γενναιότητα αντιμετώπισε μικρά και μεγάλα θέματα με αξιοπρόσεκτη επιτυχία. Και πάντα νομίζεις ότι υπάρχει αυτή η άγνοια κινδύνου, χαρακτηριστικό προσόν για τους πρωτοπόρους».

Το ΠΑΣΟΚ και η πολιτική επικοινωνία
Σημείο σταθμός στην πορεία του Τάκη Καλαντίδη ήταν η συνεργασία του το 1981 με το ΠΑΣΟΚ και τον Κώστα Λαλιώτη, για τη δημιουργία της προεκλογικής καμπάνιας του Κινήματος, η οποία άφησε εποχή -πέρα από το ότι έβαλε κι αυτή ένα μικρό λιθαράκι στην εκλογική νίκη του. Η επιτυχία ήταν τέτοια που ο Καλαντίδης συνέχισε τη συνεργασία του με το ΠΑΣΟΚ μέχρι και το 1990, όχι απλά δημιουργώντας τις καμπάνιες του Κινήματος, αλλά συμμετέχοντας ο ίδιος και στην υποστήριξη της κυβερνητικής του δράσης, «προσθέτοντας κάθε φορά ό,τι πιο νέο υπαγόρευε η διαρκής αλλαγή των συνθηκών, των Μέσων και την τεχνικών της επικοινωνίας», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Σχολιάζοντας δε, τη δουλειά που έγινε εκείνη την εποχή για το ΠΑΣΟΚ, τονίζει τα εξής: «Μαζί με τον Κώστα Λαλιώτη και τον Σπύρο Μάνδρο (σ.σ.: από τους σημαντικότερους κειμενογράφους της εποχής εκείνης) διαμορφώσαμε μια νέα μορφή πολιτικής εκστρατείας, που δεν είχε σχέση με τους συμβατικούς τρόπους επικοινωνίας, έναν τρόπο που κατάφερε να εκφράσει δημιουργικά τις ανάγκες και τις απαιτήσεις ενός Κινήματος κάτω από το σπουδαίο σύνθημα “Αλλαγή”». Καταλήγοντας για το κεφάλαιο «ΠΑΣΟΚ», ο Τάκης Καλαντίδης γράφει: «Από την εμπειρία του ΠΑΣΟΚ έμεινε ο όρος “Πολιτική Διαφήμιση” -που ορθώς αργότερα ονομάστηκε Πολιτική Επικοινωνία».

Φυσικά το έργο του Τάκη Καλαντίδη δεν περιορίστηκε στην πολιτική επικοινωνία και στο ΠΑΣΟΚ. Ο ίδιος δημιούργησε σπουδαίες καμπάνιες για μεγάλους διαφημιζόμενους όπως οι φαρμακευτικές εταιρείες CIBA/ZYMA, Mead Johnson, Pfizer, αλλά και για λογαριασμό εταιρειών όπως IBM, ETBA, Izola, Agfa, Xρυσός Οδηγός, Μινιόν, Βαράγκης, Mazda, Σκλαβενίτης, Duty Free Shops, Autoplus, Θεραπευτήριο Υγεία, Όμιλος Ιατρικού Αθηνών, Γενική Τράπεζα, ΟΠΑΠ, Καπνοβιομηχανία Γεωργιάδη, Bravo και δεκάδων άλλων. Ο Τάκης Καλαντίδης σχεδίασε ακόμα και τα εξώφυλλα των πρώτων τευχών του ιστορικού περιοδικού «Καμπάνια» του Κυριάκου Μπούσια, ενός περιοδικού που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της ελληνικής διαφήμισης στις αρχές της δεκαετίας του 80’.

Τι είναι τελικά η διαφήμιση;
«Μετά από 45 χρόνια δουλειάς, όταν με ρωτάνε απλά “τι είναι διαφήμιση” δυσκολεύομαι να δώσω μιαν απάντηση. Ό,τι κι αν πω, φοβάμαι ότι θα την περιορίσω» απαντά ο ίδιος στο παραπάνω ερώτημα. «Έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε “διαφήμιση” την εμπορική μορφή της, ενώ η ίδια υπάρχει παντού στη ζωή μας. Βεβαίως, σήμερα είναι επάγγελμα προηγμένης τεχνολογίας. Και ενώ το μέλλον της μοιάζει συναρπαστικό, εγώ θέλω -χωρίς ρομαντισμούς- να κρατήσω “κάτι” από τον πρωτόγονο εαυτό της. Γιατί είμαι βέβαιος, πως όσες αλλαγές κι αν γίνουν, όσα media και τεχνολογίες και αν μεσολαβήσουν, η διαφήμιση θα είναι πάντα επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους και θα είναι πάντα εδώ -για να διαφημίζει τη ζωή- και τη χαρά της». Σχολιάζοντας το λεύκωμα, ο Τάκης Καλαντίδης γράφει: «Πέρα από μια προσωπική κατάθεση, η έκδοση καταγράφει ταυτόχρονα και ένα “ίχνος”, ένα αποτύπωμα μιας ολόκληρης εποχής. Και με την έννοια αυτή μας συνδέει με τη μεγάλη περιπέτεια της Επικοινωνίας, που σήμερα αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, σε έναν κόσμο συναρπαστικών προκλήσεων και ευκαιριών».

Ένα έργο – κομμάτι της ιστορίας
Το λεύκωμα «45 χρόνια τέχνη στην Επικοινωνία» του Τάκη Καλαντίδη αποτελεί κατά τη γνώμη μου ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο για την πορεία και την εξέλιξη της διαφήμισης στην Ελλάδα και μάλιστα στην πιο «ρομαντική» εποχή της, τις δεκαετίες του ‘60, του ‘70 και του ‘80. Αξίζει να διαβαστεί με προσοχή από όλους τους ανθρώπους που κινούνται σήμερα επαγγελματικά στον ευρύτερο χώρο της επικοινωνίας, αλλά και από όσους νέους ανθρώπους φιλοδοξούν να ασχοληθούν μαζί της. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το λεύκωμα «μιλάει» ακόμα και σε όσους δεν έχουν σχέση με τη διαφήμιση, αφού μέσα από τις καμπάνιες που παρουσιάζονται καταγράφεται όλη η πολιτική, κοινωνική, αλλά και οικονομική ζωή στη χώρα μας όλα εκείνα τα χρόνια. Μελετώντας το κανείς, μπορεί να σχηματίσει μια πιο συγκεκριμένη εικόνα για την Ελλάδα εκείνης της εποχής και ίσως-ίσως να βρει απαντήσεις για τη σημερινή πραγματικότητα και νοοτροπία. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για ένα απλό λεύκωμα, αλλά για ένα πόνημα που θα του έδινα τον χαρακτήρα «ιστορικό». Κι αν για κάποιους ο χαρακτηρισμός μοιάζει υπερβολικός, δεν έχουν παρά να το διαβάσουν. Είναι σίγουρο ότι θα συμφωνήσουν. Άλλωστε τέτοιου είδους εκδόσεις για τον κλάδο της διαφήμισης στη χώρα μας δεν έχουμε δει και πολλές εδώ και χρόνια. Έτσι, κάθε ανάλογη έκδοση προσθέτει ένα κομμάτι ιστορίας σε αυτό που ονομάζουμε «Ελληνική Διαφήμιση». Και με την έννοια αυτή δεν μπορεί παρά να είναι πολύτιμη.

Ως επιμύθιο, ας κρατήσουμε τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα: «Οι καλύτερες ιδέες είναι οι απλές ιδέες. Η ελευθερία του δημιουργού χρειάζεται πειθαρχία. Και τελικά, δημιουργικό δεν είναι αυτό που εντυπωσιάζει, αλλά αυτό που πουλάει».

Επικοινωνία χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες

Κι όμως στην Ελλάδα έχουμε μάθει να δυσπιστούμε κάθε φορά που το κράτος αποφασίζει να κάνει μια καμπάνια για δραστηριότητες και πρωτοβουλίες που σχεδιάζουν και υλοποιούν οι δημόσιοι φορείς και οι οποίες κατά τεκμήριο έχουν στόχο να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των πολιτών. Η δυσπιστία αυτή δεν προέκυψε βέβαια έτσι ξαφνικά, δόθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες πολλές αφορμές αμφισβήτησης των αγαθών προθέσεων του κράτους, με καμπάνιες που σχεδιάζονταν «στο πόδι», που ανατίθεντο με αδιαφανείς διαδικασίες, υπερτιμολογημένες και αμφιβόλου αποτελέσματος. Τα τελευταία χρόνια ωστόσο έχουν γίνει άλματα προς την κατεύθυνση της διαφάνειας – η Διαύγεια είναι ένα από αυτά – και κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Πάντα βέβαια θα υπάρχει κάποια «γκρίζα σκιά», αλλά αυτό πια οφείλεται στην ίδια την ανθρώπινη φύση και όχι στις διαδικασίες αυτές καθ’ αυτές. Γενικά και διαχρονικά η σχέση του κλάδου της ευρύτερης Επικοινωνίας και του κράτους ήταν προβληματική και αμφισβητούμενη.

Πρόσφατα ξέσπασε και πάλι θόρυβος για το spec του Υπουργείου Υγείας το οποίο αφορά στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση καμπάνιας ενημέρωσης για τον εμβολιασμό κατά της Covid19, η οποία αποφασίστηκε με τη διαδικασία του κατ’ επείγοντος. Η καμπάνια θα τρέξει μέχρι το τέλος του έτους και έχει κονδύλι 4,96 εκατ. ευρώ. Παρά το γεγονός του κατ’ επείγοντος, τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Κι όμως και πάλι εμφανίστηκαν γκρίνιες είτε για τη σκοπιμότητα της καμπάνιας, είτε για το ύψος του κονδυλίου, είτε για τον όλο σχεδιασμό της. Πάλι καχυποψία, πάλι «γκρίζο» και μάλιστα για μια καμπάνια κατά της πανδημίας.

Και αυτή η καμπάνια φυσικά θα εξελιχθεί με τα τεχνοκρατικά εργαλεία και τις διαδικασίες του σύγχρονου marketing. Την αναλαμβάνει εταιρεία επικοινωνίας, η οποία κάνει τον απαραίτητο σχεδιασμό αξιοποιώντας όλα τα σύγχρονα metrics που έχει στη διάθεσή της η διαφήμιση στις μέρες μας. Με media plan βάσει δεδομένων, παρακολούθηση πορείας εκτέλεσής της, προσκόμιση στοιχείων μετρήσεων και αναφορών απόδοσης, καθώς και βεβαιώσεων καλής εκτέλεσης, στοιχεία που ελέγχονται και από την Τριμελή Επιτροπή Οργάνωσης της Εθνικής Εκστρατείας. Αδιάφορα όλα αυτά για κάποιους. Μετά τη «λίστα Πέτσα» περνάμε τώρα… στη «λίστα Πλεύρη», με την οποία αμφισβητείται εκ των προτέρων το έργο της διαφημιστικής εταιρείας – της όποιας διαφημιστικής εταιρείας. Κι όλα αυτά για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Χρόνια και χρόνια η ίδια ιστορία, από την κάθε αντιπολίτευση. Στη «λίστα Πέτσα» μάλιστα, ο επικεφαλής της διαφημιστικής εταιρείας βρέθηκε μέχρι πρωτοσέλιδο σε εφημερίδες, για τους λάθος προφανώς λόγους. Άδικο για όλους.

Αν προσθέσουμε και την -επίσης διαχρονική- αμφισβήτηση των δημοσκοπήσεων και των εταιρειών ερευνών, δημιουργείται ένα αποπνικτικό περιβάλλον για τον ευρύτερο κλάδο της Επικοινωνίας, αποτρεπτικό για οποιαδήποτε θετική πρωτοβουλία. Είπαμε, στο παρελθόν δόθηκαν αφορμές, κανείς δεν το αμφισβητεί. Από τότε όμως άλλαξαν πολλά, πρέπει επιτέλους να δούμε όλοι την μεγάλη εικόνα. Και η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι η Επικοινωνία πρέπει να μένει εκτός πολιτικής και να αφήνεται να κάνει τη δουλειά της, την οποία μόνο αυτή ξέρει και κανένας πολιτικός, επιχειρηματίας ή τηλεπαρουσιαστής. Ας αφήσουμε τον κλάδο να δουλέψει όπως πρέπει γιατί ο δημόσιος τομέας έχει την ανάγκη του και πρέπει να επικοινωνεί με τον πολίτη. Διαφορετικά, αν πάψει να επικοινωνεί, θα γυρίσουμε στις παλιές… «καλές» μέρες, που κανένας νομίζω δεν θέλει.

Διαφημιζόμενοι και συνέργειες με την Πολιτεία

Το κεντρικό μήνυμα της καμπάνιας «Μαζί, σβήνουμε και το παράνομο τσιγάρο» αναδεικνύει το τεράστιο πρόβλημα του λαθρεμπορίου τσιγάρων στη χώρα μας – φυσικά το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό – , το οποίο στερεί κάθε χρόνο από τα δημόσια ταμεία περίπου 600 εκατ. ευρώ, χρήματα που θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε σημαντικές κοινωνικές πολιτικές στήριξης ευάλωτων ομάδων πολιτών. Ενδεικτικά, την τετραετία 2015-2018 χάθηκαν 2,5 δις ευρώ. Και όλα αυτά, πέρα από τον τεράστιο κίνδυνο για την δημόσια υγεία που εγκυμονεί η κατανάλωση τέτοιου είδους προϊόντων.

Τα στοιχεία είναι αμείλικτα: Ένα στα 4 πακέτα τσιγάρων που πωλούνται σήμερα στην Ελλάδα είναι παράνομο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταναλώθηκαν 34,2 δισ. ευρώ παράνομα τσιγάρα το 2020, αριθμός που αντιστοιχεί στο 7,8% της συνολικής κατανάλωσης τσιγάρων στα 27 κράτη-μέλη της. Για την Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 22,4%, κατατάσσοντας τη χώρα μας στη 2η θέση κατανάλωσης λαθραίων τσιγάρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της καμπάνιας, στην οποία έδωσαν το «παρών» και εκπρόσωποι του λιανεμπορίου, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος, Χρήστος Χαρπαντίδης ανακοίνωσε πως η εταιρεία θα διαθέσει 1 εκατ. ευρώ, μέχρι το 2025, σε δράσεις για την καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου τσιγάρων. Μάλιστα, η νέα, δημόσια δέσμευση της Παπαστράτος εντάσσεται στο πλαίσιο της στρατηγικής Βιώσιμης Ανάπτυξης της εταιρείας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι από το 2012 η Παπαστράτος έχει ήδη διαθέσει περισσότερα από 6 εκατ. ευρώ στη μάχη κατά του παράνομου εμπορίου τσιγάρων, για την εκπαίδευση, τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την ενίσχυση των διωκτικών Αρχών με εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας.

Όπως ανάφερε ο επικεφαλής της Παπαστράτος, «τα παράνομα τσιγάρα δεν είναι απλώς εμπόδιο. Αποτελούν μια διαρκή απειλή για την κοινωνία, για κάθε πολίτη ξεχωριστά. Η λύση στο πρόβλημα μπορεί να έρθει μόνο με έναν τρόπο. Ενώνοντας δυνάμεις, σχηματίζοντας μια μεγάλη συμμαχία με την Πολιτεία, τον ιδιωτικό τομέα, την κοινωνία».

Κι εδώ ακριβώς είναι το νόημα. Οι μεγάλες εταιρείες της χώρας, που έχουν ανεπτυγμένο το κοινωνικό αισθητήριο, θα μπορούσαν να επενδύσουν σε συνέργειες με τον δημόσιο τομέα, την Πολιτεία συγκεκριμένα και να υποστηρίξουν καμπάνιες κοινωνικού περιεχομένου, οι οποίες ενδεχομένως θα εξυπηρετούσαν και τους δικούς τους εμπορικούς στόχους.

«Χρειάζονται πολυδιάστατες, αλλά ταυτόχρονα και στοχευμένες ενέργειες, ενισχυμένη συνεργασία και ενεργός εμπλοκή της κοινωνίας και των οικονομικών δρώντων» ανέφερε μεταξύ άλλων ο Υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας στην εκδήλωση παρουσίασης της καμπάνιας της Παπαστράτος. «Πρέπει μέσα από την εκπαίδευση και τη συνεργασία δημοσίου και ιδιωτικού τομέα να δώσουμε τη μάχη σε όλα τα επίπεδα. Οφείλουμε να αυξήσουμε τις δράσεις περιστολής, αλλά και να ενημερώσουμε την κοινωνία για τον αρνητικό αντίκτυπο αγοράς και κατανάλωσης παράνομων προϊόντων αμφιβόλου ποιότητας» κατέληξε.

Μέσα από το σύνολο των δράσεων της ελληνικής πολιτείας τα τελευταία χρόνια, η χώρα μας βρέθηκε για 2η συνεχόμενη χρονιά εκτός της «λίστας 301», στην οποία βρισκόταν από το 2008, μια λίστα στην οποία περιλαμβάνονται κράτη που κρίνονται αναποτελεσματικά και ανεπαρκή ως προς την αντιμετώπιση του παράνομου εμπορίου, της διαδικτυακής πειρατείας, καθώς και σχετικά με την προστασία των εμπορικών σημάτων και των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι μεγάλες εταιρείες της χώρας, οι μεγάλοι διαφημιζόμενοι, ήρθε η ώρα να ακολουθήσουν το δρόμο που χάραξε η ιστορική καπνοβιομηχανία: Συνέργειες με την πολιτεία, περαιτέρω και ουσιαστική επένδυση σε κοινωνικές δράσεις.

«Παγώνουν» οι θεματικές τηλεοπτικές άδειες

Ας τα δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι σαφές ότι αυτή τη στιγμή στο χώρο των ΜΜΕ οι εκκρεμότητες είναι πολλές και σημαντικές, τόσο σε νομοθετικό επίπεδο, όσο και σε τεχνικό/τεχνολογικό. Υπάρχει ξεκάθαρη ανάγκη να ξεκαθαρίσει το τοπίο στο χώρο του ραδιοφώνου και να προχωρήσει η αδειοδότηση των ραδιοφωνικών σταθμών ανά την επικράτεια, ώστε να μπει μια τάξη στο χαώδες σκηνικό του συγκεκριμένου κλάδου, το οποίο λειτουργεί αποτρεπτικά τόσο για περαιτέρω επενδύσεις επιχειρηματιών στο ραδιόφωνο, όσο και για περαιτέρω επένδυση των διαφημιζόμενων. Κάτι που εν τέλει είναι άδικο, διότι το ραδιόφωνο εξακολουθεί να διατηρεί την δυναμική του ως μέσο, παρά την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας και των εφαρμογών του διαδικτύου. Η αρχή πρέπει να γίνει από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αττικής και στη συνέχεια να επεκταθεί σε όλη τη χώρα.

Την ίδια στιγμή υπάρχει και η σοβαρή εκκρεμότητα των περιφερειακών τηλεοπτικών καναλιών, η αδειοδότηση των οποίων θα πρέπει επίσης να προχωρήσει άμεσα, ώστε να τεθούν κανόνες, να υπάρξει διαφάνεια και να γίνουν νέες επενδύσεις από τους επιχειρηματίες που θέλουν πραγματικά να επενδύσουν στην περιφερειακή τηλεόραση. Προς το παρόν ωστόσο δεν κινείται τίποτα προς αυτή την κατεύθυνση παρά μόνο αόριστες αναφορές από την κυβέρνηση.

Όσον αφορά τώρα στις τηλεοπτικές άδειες, οι πληροφορίες λένε ότι αυτή τη στιγμή και στην παρούσα συγκυρία δεν υπάρχει λόγος νέων νομοθετικών παρεμβάσεων, αφού και η ίδια η αγορά δεν δείχνει ενδιαφέρον. Άλλωστε ακόμα είναι νωπή η αναταραχή που είχε προκύψει από το θεσμικό κενό των προηγούμενων νομικών διατάξεων, το οποίο θα έδινε τη δυνατότητα στο Μακεδονία TV να αδειοδοτηθεί ως κανάλι γενικού περιεχομένου, όντας ουσιαστικά θεματικό. Από την άλλη πλευρά, είναι πλέον εμφανές ότι υπάρχει πολύ ισχυρός ανταγωνισμός μεταξύ των αδειοδοτημένων ελεύθερων τηλεοπτικών καναλιών, ο οποίος απαιτεί σημαντικές επενδύσεις από τους επιχειρηματίες που ήδη έχουν τις σχετικές άδειες. Την ίδια στιγμή, η διαφημιστική δαπάνη μπορεί να εμφανίζει σημάδια ανόδου, αλλά ουσιαστικά η διαφημιστική πίτα παραμένει σταθερή και η όποια αύξηση δεν μπορεί να δικαιολογήσει επιπλέον επενδύσεις από νέους υποψήφιους καναλάρχες. Η εξίσωση λοιπόν για κάθε νέο υποψήφιο επενδυτή απαιτεί σημαντικές επενδύσεις, με περιορισμένο ROI.

Nα υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό ότι έως σήμερα έχουν δοθεί 6 πανελλαδικές άδειες γενικού περιεχομένου (Σκάι, ΑΝΤ1, Mega, Open, Alpha, Star), οπότε υπολείπεται ακόμα μία. Η διαδικασία προβλέπει να ακολουθήσουν οι τρεις -πανελλαδικές, επίσης- θεματικές άδειες και μετά οι περιφερειακές. Τυπικά, με βάση τον τελευταίο νόμο για τα ΜΜΕ που ψηφίσθηκε από τη Βουλή, η 31η Δεκεμβρίου του 2022 ορίζεται ως καταληκτική προθεσμία για τη διαδικασία αδειοδότησης των παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης εθνικής εμβέλειας θεματικού περιεχομένου και περιφερειακής εμβέλειας (γενικού και θεματικού περιεχομένου). Ωστόσο τίποτα αυτή τη στιγμή δεν δείχνει ότι το συγκεκριμένο deadline θα ισχύσει.

Όσον αφορά στη διαφημιστική δαπάνη στην τηλεόραση, ενώ το πρώτο 6μηνο του 2021 ήταν πολύ καλό, στο δεύτερο 6μηνο αναμένεται πτώση του ρυθμού αύξησης της δαπάνης και υπολογίζεται αυτή να κλείσει στο τέλος του έτους με ένα 15 -18% επιπλέον της δαπάνης του 2020. Αύξηση πολύ μικρότερη της αντίστοιχης αύξησης των επενδύσεων σε πρόγραμμα, ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογία που έγινε – και εξακολουθεί να γίνεται – από τους αδειοδοτημένους σταθμούς, τουλάχιστον από όσους θέλουν να παραμείνουν ισχυροί και ανταγωνιστικοί.

Η συμπερίληψη στο marketing και την επικοινωνία…

Η έρευνα διεξήχθη με τη συνεργασία 22 εθνικών συνδέσμων διαφημιζόμενων, μεταξύ των οποίων και ο ΣΔΕ. Ενδεικτικό του πόση βαρύτητα δίνεται στα ζητήματα που πραγματεύεται είναι και το γεγονός ότι στηρίχθηκε από την VoxComm, την EACA, τα περιοδικά Campaign & Advertising Week, τις διοργανώσεις Cannes Lions και Effie, το IAB Europe, την Unstereotype Alliance και πολλούς ακόμα θεσμικούς φορείς ανά τον κόσμο. Το πλέον σημαντικό στοιχείο ωστόσο είναι το γεγονός ότι στην έρευνα αυτή συμμετείχε και ο ΣΔΕ, εξασφαλίζοντας ξεχωριστό report με τα αποτελέσματα της ελληνικής αγοράς. Η μελέτη των στοιχείων προσφέρει ικανοποιητική εικόνα για το τι συμβαίνει στον τομέα αυτό στον κλάδο του marketing και της επικοινωνίας, ειδικότερα από τη στιγμή που ο συγκεκριμένος κλάδος θεωρείται από τους πλέον προοδευτικούς. Κι αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ΣΔΕ ασχολείται με τα θέματα της διαφορετικότητας και της ισότιμης ένταξης (DEI) από το 2018, οπότε και ο ίδιος άνοιξε τη συζήτηση για τα στερεότυπα στην διαφήμιση.

Ας δούμε όμως τι δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα. Στη χώρα μας υπάρχει καλή εκπροσώπηση σε σύγκριση με τα διαθέσιμα στοιχεία απογραφής του πληθυσμού σε κάποιες μειονοτικές ομάδες, με βάση το φύλο, τη θρησκεία και τον σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά υποεκπροσώπηση των ΑμεΑ και των ατόμων διαφορετικής εθνικότητας. Οι άνδρες εργαζόμενοι φέρεται να έχουν καλύτερες οικονομικές απολαβές κατά μέσο όρο από τις γυναίκες, με το 46% των Ελλήνων συμμετεχόντων να συμφωνεί πως η εταιρεία του λαμβάνει ενεργά μέτρα για να είναι συμπεριληπτική και χωρίς αποκλεισμούς, ενώ το 15% δηλώνει ότι είναι πιθανό να αποχωρήσει από την εταιρεία του και ένα 15% από τον κλάδο, λόγω διακρίσεων ή/και έλλειψης ισότιμης ένταξης.

Δεν είναι μικρά τα ποσοστά αυτά. Όταν το 15% των εργαζομένων λέει ότι θα μπορούσε να αποχωρήσει από την εταιρεία του λόγω διακρίσεων, δεν μπορεί παρά η συμπερίληψη να είναι πλέον βασική προτεραιότητα στις εταιρείες του κλάδου του marketing. Και είναι πολύ θετικό ότι οι μισοί περίπου από τους συμμετέχοντες στην έρευνα πιστεύουν ότι η εταιρεία τους κάνει αυτό που πρέπει. Δεν είναι βέβαια όλα ρόδινα, υπάρχει ακόμα δρόμος να γίνει: Το 66% ανέφερε ότι αισθάνεται ότι ανήκει στην εταιρεία του, με το ποσοστό να είναι χαμηλότερο στα άτομα που ανήκουν σε θρησκευτική μειονότητα (56%) και στις γυναίκες (63%), αλλά κοντά στον μέσο όρο για τα άτομα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας (65%), τους άνδρες (67%) και τα ΑμεΑ (69%). Επίσης, το 95% των συμμετεχόντων υποστήριξε ότι δεν έχει υποστεί διακρίσεις, με ένα 36% να σημειώνει πώς πιστεύει ότι οι ανάρμοστες συμπεριφορές θα καταγγελθούν. Εντούτοις, το 15% των ΑμεΑ δήλωσε ότι έχει υποστεί διακρίσεις και το 31% ότι έχει συναντήσει εμπόδια στη σταδιοδρομία του.

Διακρίσεις έχει υποστεί και το 9% των γυναικών, με ένα 19% να δηλώνει ότι αντιμετώπισε εμπόδια στη σταδιοδρομία του, έναντι 11% των ανδρών, 16% των συμμετεχόντων που ανήκουν στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, 16% που ανήκουν σε θρησκευτική μειονότητα. Τέλος, το 33% πιστεύει ότι η οικογενειακή κατάσταση μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην καριέρα κάποιου, (38% οι γυναίκες, 22% οι άνδρες), ενώ το 34% επισημαίνει ως εμπόδιο στην καριέρα την ηλικία. Αυτά είναι τα στοιχεία. Το ερώτημα είναι τι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος για να βελτιωθεί η κατάσταση. Η ανάγκη άμεσων και διαρκών πρωτοβουλιών είναι μονόδρομος.

Η μπάλα στην κερκίδα…

Δεν είναι καινούργιο φαινόμενο δυστυχώς, αλλά πρόκειται για – σχεδόν – πάγια τακτική πολιτικών προσώπων και κομμάτων που όταν αισθάνονται πιεσμένοι από τα δημοσκοπικά ευρήματα επιλέγουν να στοχοποιούν τον κλάδο αυτό ως εύκολη «λύση», πετώντας την μπάλα στην κερκίδα. Μια κατάσταση που επανέρχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα και απομακρύνοντας την προσοχή από το πραγματικό πρόβλημα.

Ο συγκεκριμένος κλάδος στοχοποιήθηκε πρόσφατα με την άποψη ότι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων δεν μπορούν να αναλαμβάνουν την εκτέλεση έργων για λογαριασμό του Δημοσίου. Και – όπως αναφέρει και ο ΣΕΔΕΑ σε σχετική του ανακοίνωση – διατυπώθηκαν καταγγελίες κατά εταιρειών μελών του, χωρίς να έχει προηγηθεί έλεγχος από τα θεσμοθετημένα όργανα και συνεπώς χωρίς την παράθεση στοιχείων – ότι τάχα διενεργούν δημοσκοπήσεις πέραν κάθε δεοντολογίας.

Ποια είναι όμως τελικά η πραγματικότητα; Η ανάθεση ερευνών από το Δημόσιο σε ιδιωτικές εταιρείες δεν είναι ελληνική πρωτοτυπία – όπως αφήνεται να εννοηθεί – αλλά διεθνής νόμιμη πρακτική. Η σχετική δαπάνη στην Ελλάδα είναι μάλιστα πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (9,3% στην Ευρώπη, 4% στην Ελλάδα σύμφωνα με το Global Market Research Report της ESOMAR για το 2020), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται χωρίς τα αναγκαία δεδομένα.

Στη χώρα μας, η διενέργεια τέτοιων ερευνών ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν 3603/2007, γεγονός που αποδεικνύει ότι όχι μόνον δεν απαγορεύεται η ανάθεση ερευνών αγοράς από το Δημόσιο προς ιδιωτικές εταιρείες αλλά υπάρχει και το σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Πέραν τούτου, έχει συσταθεί και λειτουργεί, βάσει των διατάξεων του Ν 3603/2007, ανεξάρτητο ελεγκτικό όργανο, η Ελεγκτική Εταιρεία Δημοσκοπήσεων και Ερευνών Κοινής Γνώμης, στην οποία μπορεί να προσφύγει κάθε πολίτης ή φορέας που αμφισβητεί τα αποτελέσματα συγκεκριμένης δημοσκόπησης. Τα πορίσματα ελέγχου που διενεργεί η Ελεγκτική Δημοσκοπήσεων, διαβιβάζονται προς το Ε.Σ.Ρ., το οποίο μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις προσωρινής ή μόνιμης διαγραφής από το μητρώο φορέων/επιχειρήσεων δημοσκοπήσεων που οφείλει να τηρεί βάσει νόμου.

Από εκεί και πέρα, οι εταιρείες μέλη του ΣΕΔΕΑ – οι οποίες αναφέρονται με όλα τους τα στοιχεία στην ιστοσελίδα του Συλλόγου – ελέγχονται ως προς την τήρηση των κανόνων δεοντολογίας που ισχύουν για την έρευνας αγοράς και μέσω του συστήματος Ποιοτικού Ελέγχου Συλλογής Στοιχείων (ΠΕΣΣ) και πιστοποιούνται βάσει αυτού. Υπόκεινται δηλαδή οικειοθελώς και σε τακτική βάση στους ελέγχους που προβλέπει ο Ν 3603/2007 για τις εταιρείες που διενεργούν δημοσκοπήσεις και άλλες έρευνες για λογαριασμό του Δημοσίου και των κομμάτων. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι το κράτος έχει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς τόσο για τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων όσο και για το σύννομο των συμβάσεων του Δημοσίου.
Προς τι λοιπόν η φασαρία; Έχει να κάνει με το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου που έχει επικρατήσει στην Ελλάδα εδώ και χρόνια, επίπεδο που συμβαδίζει με το αντίστοιχο επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης όχι μόνο των πολιτικών αλλά και των πολιτών.

Ένα επίπεδο που ευθύνεται για το γεγονός ότι η πολιτική δεν παράγει εδώ και χρόνια αποτέλεσμα στην κοινωνία, επιλέγοντας να συμβαδίσει με τον λαϊκισμό, αυτή τη μάστιγα που τόσο έχει στοιχίσει στη χώρα στην προσπάθειά της να εκσυγχρονιστεί, να μεταρρυθμιστεί και να προχωρήσει με άλλη νοοτροπία και άλλη κουλτούρα στο μέλλον. Κι όσο αυτό δεν αλλάζει, η μπάλα θα πηγαίνει διαρκώς στην κερκίδα και τα προβλήματα θα γιγαντώνονται. Και γι’ αυτό δεν θα φταίει μόνο η πολιτική…

Εφημερίδες: Η μεγάλη πρόκληση…

Τα ευρήματα πρόσφατης έρευνας της Focus/Bari για τον βαθμό εναλλαξιμότητας μεταξύ των ενημερωτικών εφημερίδων και το προφίλ του αναγνωστικού τους κοινού παρουσιάζουν μια άλλη διάσταση της παραπάνω εξέλιξης. Η συγκεκριμένη έρευνα διεξήχθη για λογαριασμό της Επιτροπής Ανταγωνισμού και αξίζει να σταθούμε σε κάποια σημεία της, τα οποία άλλα επιβεβαιώνουν αυτά που ήδη γνωρίζαμε και κάποια άλλα δείχνουν μια πτυχή που ίσως και να μας διέφευγε.

Το βασικότερο και ξεκάθαρο μήνυμα της έρευνας είναι ότι η μεταστροφή από τις εφημερίδες στα ενημερωτικά web sites είναι έντονη και χρόνο με το χρόνο γίνεται εντονότερη, ειδικά όσο το δείγμα αφορά νεαρότερες ηλικίες.

Σύμφωνα λοιπόν με αυτή, το 73,3% των ερωτώμενων ανέφερε ότι δεν διαβάζει καθόλου πολιτικές και οικονομικές εφημερίδες, ενώ και το υπόλοιπο 26,7% που δήλωσε ότι διαβάζει, παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις ως προς την συχνότητα ανάγνωσης των εφημερίδων. Πιο συγκεκριμένα, το 8,9% αυτών δηλώνει ότι διαβάζει εφημερίδα μια φορά τον μήνα, το 12,1% μια φορά την εβδομάδα – κυρίως εφημερίδες του σαββατοκύριακου – και μόνο το 5,7% αναφέρει ότι διαβάζει εφημερίδα κάθε μέρα ή σχεδόν κάθε μέρα. Ο καταιγισμός πληροφόρησης που δέχεται ο μέσος πολίτης σήμερα μέσω των ηλεκτρονικών και διαδικτυακών ΜΜΕ είναι τόσο έντονος – ειδικότερα μέσω των smartphones – που ουσιαστικά αφήνει τεράστιο όγκο ενημέρωσης που δεν μπορεί να «καταναλωθεί». Ποιος λοιπόν θα σκεφθεί να αγοράσει εφημερίδα τη στιγμή που δεν μπορεί να «καταναλώσει» την δωρεάν πληροφόρηση που ούτως ή άλλως φθάνει στο κινητό τηλέφωνο χωρίς καμία κίνηση;

Από την άλλη πλευρά, το ποσοστό του αναγνωστικού κοινού είναι χαμηλότερο στις μικρότερες ηλικίες (18-24 και 25-34 ετών) και αυξάνεται όσο αυξάνεται η ηλικία των ερωτώμενων, ιδιαίτερα μετά τα 45 χρόνια. Πιο συγκεκριμένα, μόνο το 21% των ερωτώμενων που ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα των 18-24 διαβάζει κάποια εφημερίδα – μεταξύ μας, ακόμα κι αυτό το ποσοστό τουλάχιστον εμένα μου φαντάζει μεγάλο – , ενώ στην ομάδα 25-34 ετών το ποσοστό αυτό μειώνεται ελαφρά και φθάνει το 19,36%. Στις επόμενες ηλικιακές ομάδες, δηλαδή στα κοινά 35-44, 45-54, 55-64 και 65-74, το ποσοστό των αναγνωστών αυξάνεται σταθερά και διαμορφώνεται σε 22,50%, 29,50%, 31,67% και 33,75% αντίστοιχα.

Ένα ακόμα πιο ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας είναι εκείνο που αφορά στο τι κάνουν οι αναγνώστες όταν δεν βρίσκουν στο περίπτερο την εφημερίδα που διαβάζουν. Το 56,18% υποστήριξε ότι θα διάβαζε την εφημερίδα του στο διαδίκτυο, το 54,31% θα διάβαζε τις ειδήσεις από άλλα ειδησεογραφικά sites, ενώ το 37,83% θα διάβαζε κάποια άλλη εφημερίδα σε έντυπη μορφή. Με άλλα λόγια, οι μισοί μόνο από τους αναγνώστες μιας συγκεκριμένης εφημερίδας αν δεν την βρουν στο περίπτερο θα την αναζητήσουν στο διαδίκτυο.

Διαβάζοντας τα παραπάνω προκύπτει ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα, το οποίο συνιστά εν πολλοίς και το μεγάλο πρόβλημα των εφημερίδων: η πιστότητα σε έναν τίτλο δεν είναι πλέον τόσο ισχυρή όσο παλαιότερα. Κάτι που υποχρεώνει τις εφημερίδες να ακολουθήσουν «επιθετική πολιτική» από πλευράς περιεχομένου, ώστε να κρατήσουν τον αναγνώστη. Πολιτική που πολλές φορές δεν είναι η ενδεδειγμένη και εντείνει το πρόβλημα αξιοπιστίας, αλλά και ποιότητας του περιεχομένου. Και εδώ μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο, που δεν προσφέρει τίποτα ούτε στις εφημερίδες, ούτε στους αναγνώστες. Η απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα δεν είναι ούτε εύκολη, ούτε ξεκάθαρη. Παραμένει μια μεγάλη πρόκληση…

O κίνδυνος του «διαδικτυακού ακτιβισμού»

Η λάθος εσωτερική επικοινωνιακή προσέγγιση της e-food για ένα σημαντικό ζήτημα που έχει να κάνει με το εργασιακό καθεστώς εργαζομένων της – προτείνονταν σε 115 από αυτούς, που έληγε η σύμβασή τους, να γίνουν εξωτερικοί συνεργάτες της – ήταν η αφορμή για μια άνευ προηγουμένου επίθεση στα social media από χρήστες-καταναλωτές, η οποία είχε ως αποτέλεσμα μέσα σε δύο 24ωρα οι παραγγελίες της εταιρείας να πέσουν κατά 30%, να διαγραφεί η mobile εφαρμογή της e-food από κινητά τηλέφωνα, αλλά να πέσει και η mobile αξιολόγησή της από το 4,8 (με άριστα το 5) στο 1.

Την ίδια στιγμή, διοργανώθηκαν στην Αθήνα και δύο κινητοποιήσεις διανομέων της e-food, οι οποίες ήταν εντυπωσιακές. Ο θόρυβος που προκλήθηκε οδήγησε την εταιρεία σε μια σημαντική ανακοίνωση που ανέφερε ότι πλέον οι συμβάσεις με τους διανομείς της θα είναι αορίστου χρόνου. Στην ίδια ανακοίνωση η εταιρεία επισήμανε την προσήλωσή της στην απαρέγκλιτη τήρηση της εργασιακής νομοθεσίας, ενώ κατέγραφε και όλες τις παροχές στους διανομείς της. Ως γενικό συμπέρασμα, ο «διαδικτυακός ακτιβισμός» λειτούργησε θετικά για τους εργαζόμενους.

Κάπου εδώ όμως υποκρύπτεται μια αντίφαση, που προκύπτει από τις δυνατότητες που δίνoυν σήμερα η τεχνολογία και η ψηφιακή οικονομία: Η e-food πρότεινε στους διανομείς αυτούς που απασχολούσε με συμβάσεις, να ανανεώσουν τη συνεργασία τους με συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (freelancers). Με ποια κριτήρια ωστόσο επέλεξε τους συγκεκριμένους διανομείς; Θα μπορούσε το κριτήριο να είναι η αξιοποίηση των πληροφοριών που προσφέρει το batch, μια CRM πλατφόρμα διαχείρισης των σχέσεων ενός προμηθευτή με τους πελάτες του, η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει στοιχεία μέτρησης του βαθμού ικανοποίησης των καταναλωτών με βάση την αξιολόγησή τους για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Σε όλες αυτές τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες η αξιολόγηση γίνεται με βαθμολογία από το 1 έως το 5, ενώ υπάρχει η δυνατότητα καταχώρισης δημόσιων σχολίων από τους πελάτες-καταναλωτές. Οι τελευταίοι με βάση την εμπειρία τους από την επαφή με τους διανομείς της εταιρείας σχολιάζουν την ποιότητα των υπηρεσιών που έλαβαν από αυτούς. Θα μπορούσε λοιπόν η e-food να αξιοποίησε τα δεδομένα που είχε από το batch, και να διαπίστωσε ότι οι 115 αυτοί διανομείς σημείωναν χαμηλή βαθμολογία από τους καταναλωτές. Θεωρητικά, θα μπορούσε να λύσει τη συνεργασία μαζί τους, όπως συμβαίνει όταν ο εργοδότης δεν είναι ευχαριστημένος από τις υπηρεσίες του εργαζόμενου.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο, η e-food έκρινε καλύτερη λύση να τους προτείνει εξωτερική συνεργασία. Δεν παίρνουμε θέση στην απόφασή της αυτή, δεν την επικροτούμε, δεν την κατακρίνουμε. Το σχόλιο απλά θέλει να αναδείξει την εσωτερική αντίφαση της κατάστασης αυτής, δεδομένου ότι οι ίδιοι καταναλωτές που κατέκριναν την εταιρεία για την απόφασή της και ζητούσαν την εξασφάλιση των διανομέων της, θα μπορούσαν να είναι οι ίδιοι που «οδήγησαν» την e-food στην απόφασή της αυτή, σχολιάζοντας αρνητικά τις υπηρεσίες των συγκεκριμένων διανομέων. Η εξέλιξη αυτή θα πρέπει να οδηγήσει σε περαιτέρω προβληματισμό σε ένα πλαίσιο που να συνδυάζει την επίγνωση της καταναλωτικής επιρροής στα social media με τον τρόπο που οι εταιρείες θα πρέπει να αξιολογούν την κρίση των καταναλωτών, ο οποίος θα πρέπει να έχει το μικρότερο δυνατό κοινωνικό κόστος. Δύσκολη, πολύ δύσκολη η εξίσωση…

Google και ΟΑΕΔ δείχνουν το δρόμο…

Μέχρι και σήμερα η συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αποτελεί ταμπού και για κάποιους μια παραδοξολογία που δημιουργεί περισσότερα ζητήματα από όσα φαίνεται να λύνει. Ωστόσο έρχεται η ίδια η πραγματικότητα για να αποδείξει ότι υπό προϋποθέσεις, τέτοιου είδους συνεργασίες μόνο οφέλη μπορεί να επιφέρουν για επιχειρήσεις, το κράτος, αλλά και τους ίδιους τους εργαζόμενους και επιχειρηματίες. Στην περίπτωση του ΟΑΕΔ, του Υπουργείου Εργασίας και της Google το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους φαίνεται να ξεπερνά κάθε προσδοκία και αυτός είναι και ο λόγος που όχι απλά συνεχίζεται, αλλά επεκτείνεται, με απώτερο στόχο την στήριξη της νέας επιχειρηματικότητας στην ψηφιακή οικονομία. Αφορμή για να επανέλθουμε στην συγκεκριμένη συζήτηση στάθηκε η ανακοίνωση στο πλαίσιο του πρώτου SkillUp Forum για την Απασχόληση και την Επιχειρηματικότητα που διοργάνωσε ο ΟΑΕΔ σε συνεργασία με το Envolve Entrepreneurship στη Θεσσαλονίκη, του νέου προγράμματος που θα δώσει τη δυνατότητα σε 4.000 ανέργους έως 45 ετών να αποκτήσουν τις κατάλληλες ψηφιακές και επιχειρηματικές δεξιότητες ώστε να μπορέσουν να δημιουργήσουν τη δική τους βιώσιμη επιχείρηση.

Στόχος του προγράμματος είναι να εκπαιδεύσει τους ανέργους στις βασικές αρχές της επιχειρηματικότητας, όπως έχουν διαμορφωθεί στη σημερινή, ψηφιακή εποχή, μέσω της δωρεάν εξ αποστάσεως κατάρτισης. Στο πρόγραμμα κατάρτισης καλύπτονται βασικές έννοιες του επιχειρείν, όπως δημιουργία ταυτότητας της επιχείρησης, διαχείριση της αγοράς, εδραίωση της επιχείρησης στο διαδίκτυο, προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών κ.λπ. Έτσι, οι επίδοξοι νέοι επιχειρηματίες θα αποκτήσουν τις κατάλληλες γνώσεις και δεξιότητες ώστε να είναι σε θέση να καταρτίσουν ένα βιώσιμο επιχειρηματικό πλάνο και να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση, αξιοποιώντας όλα τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία. Με την Επικοινωνία και το Μarketing να αποτελούν τις πρώτες λειτουργίες που θα εξελιχθούν.

Επιπλέον, όσοι ολοκληρώσουν επιτυχώς το πρόγραμμα κατάρτισης και διαθέτουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις, θα έχουν τη δυνατότητα αίτησης για το νέο πρόγραμμα νέας επιχειρηματικότητας, με έμφαση στην ψηφιακή οικονομία, που θα υλοποιήσει ο ΟΑΕΔ. Στόχος της 12μηνης δράσης θα είναι η προώθηση στην αυτοαπασχόληση 4.000 ανέργων μέσω της δημιουργίας βιώσιμων επιχειρήσεων και το ποσό ενίσχυσης των νέων επιχειρήσεων θα ανέρχεται σε 14.800 ευρώ. Να θυμίσουμε ότι ο ΟΑΕΔ και η Google Ελλάδος αποτελούν μέλη της Εθνικής Συμμαχίας για τις Ψηφιακές Δεξιότητες και την Απασχόληση, οι οποίοι συνεργάζονται για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ψηφιακού χάσματος στην αγορά εργασίας, την επαγγελματική αποκατάσταση των ανέργων και την ενίσχυση της ψηφιακής οικονομίας. Άλλωστε, μέσα και από την πλατφόρμα Grow Greece with Google, εκφράζεται ρητά η δέσμευση της Google να συμβάλλει ουσιαστικά και αποτελεσματικά στην ανάκαμψη και ανάπτυξη της Ελλάδας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προετοιμασία όλων για το ψηφιακό μέλλον και για τις ευκαιρίες που δεν πρέπει να χάσουν.

Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα της συγκεκριμένης συνεργασίας είναι εντυπωσιακά και όπως μαθαίνουμε, αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις του Υπουργείου Εργασίας και του ΟΑΕΔ και με άλλες μεγάλες επιχειρήσεις για ανάλογες πρωτοβουλίες που θα ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα και ιδίως την νεανική. Άλλωστε, το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» – πιο γνωστό ως Ταμείο Ανάκαμψης – προβλέπει σειρά εμβληματικών μεταρρυθμίσεων προς αυτή την κατεύθυνση. Αιχμή εδώ οι νεοφυείς επιχειρήσεις, οι οποίες φαίνεται ότι αλλάζουν τα δεδομένα και τις νοοτροπίες σχετικά με το επιχειρείν στην Ελλάδα. Και ειλικρινά, φαίνεται ότι έχουμε μπροστά μας την τελευταία ευκαιρία για να σπάσουμε το ταμπού της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε κάθε έκφανση της επιχειρηματικότητας. MW

Κανονικότητα ή παροδική ωρίμανση;

Με την τρομακτικά αυξανόμενη διείσδυση των social media στην καθημερινότητά μας, η ισχύς των λεγόμενων influencers αυξήθηκε ραγδαία. Δεν είναι λίγες οι φορές που η επιρροή τους σε θέματα κοινωνικής αλλά και καταναλωτικής συμπεριφοράς φθάνει σε δυσθεώρητα ύψη, ενδεχομένως και τρομακτικά.

Γιατί μόνο τρομακτική – και ενίοτε επικίνδυνη – μπορεί να αποδειχθεί η αφιλτράριστη επιρροή κάποιων «επώνυμων» ανθρώπων σε μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων της ζωής. Ξεκινώντας από τα πιο σοβαρά – όπως π.χ. η άποψή τους για την αναγκαιότητα του εμβολιασμού – και φθάνοντας έως και σε ζητήματα ήσσονος σημασίας που μπορεί να αφορούν συγκεκριμένες καταναλωτικές συμπεριφορές.

Η τυφλή ενίοτε προσομοίωση της ζωής των απλών ανθρώπων στα πρότυπα των influencers δημιουργεί σημαντικές παραδοξολογίες και στρεβλώσεις που μπορεί να αποδειχθούν επικίνδυνες τόσο για τους ίδιους τους ανθρώπους αυτούς, όσο και για την κοινωνία στην οποία ζουν. Τα τελευταία χρόνια η δύναμη των influencers ενισχύθηκε ραγδαία και πλέον ο προβληματισμός των συνεπειών της δύναμης αυτής είναι έντονος.

Τα αποτελέσματα ωστόσο μιας νέας έρευνας, η οποία εστιάζει σε θέματα καταναλωτικής συμπεριφοράς και στον τρόπο που αυτή επηρεάζεται από τους influencers δίνουν μια αίσθηση αισιοδοξίας ότι η δύναμη των τελευταίων μπορεί να «ελεγχθεί» από την κοινή λογική.

Η έρευνα αυτή διεξήχθη σε 2.042 καταναλωτές στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία, ηλικίας 18-55 ετών από την πλατφόρμα περιεχομένου Stackla και δείχνει ότι για την πλειοψηφία (79%) των ερωτηθέντων το περιεχόμενο που δημιουργείται από απλούς καταναλωτές όπως εικόνες και βίντεο, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις αγοράς τους. Αλλά μόνο το 9% λέει το ίδιο για το περιεχόμενο που παράγεται από influencers.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι το 72% των ερωτηθέντων λένε ότι οι φωτογραφίες και τα βίντεο από πραγματικούς πελάτες είναι το περιεχόμενο που θέλουν περισσότερο να δουν σε ιστότοπους ηλεκτρονικού εμπορίου όταν λαμβάνουν αποφάσεις αγοράς. Περισσότεροι από τους μισούς (56%) των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι επηρεάζονται περισσότερο από εικόνες και βίντεο από τα κοινωνικά μέσα όταν κάνουν αγορές στο διαδίκτυο τώρα από ό, τι πριν από την πανδημία.

Συνεχίζοντας η έρευνα, αναφέρει ότι για την μεγάλη πλειοψηφία (88%) των ερωτηθέντων η αυθεντικότητα – την οποία σχετίζουν με τα brands– είναι ένας σημαντικός παράγοντας για να αποφασιστεί ποια από αυτά τους αρέσουν και υποστηρίζουν. Την ίδια στιγμή, το 83% πιστεύει ότι οι λιανοπωλητές πρέπει να παρέχουν πιο αυθεντικές εμπειρίες αγορών σε πελάτες όπως αυτοί.

Μερικά από τα σημαντικότερα ευρήματα της συγκεκριμένης έρευνας – τα οποία δημοσιεύθηκαν στο thetotalbusiness.com – είναι τα εξής:

  • Το 59% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι το περιεχόμενο που δημιουργείται από άλλους καταναλωτές είναι ο πιο αυθεντικός τύπος περιεχομένου. Μόνο το 10% των ερωτηθέντων λένε ότι το περιεχόμενο από influencers γίνεται αντιληπτό ως αυθεντικό.
  • Το 41% των ερωτηθέντων λέει ότι το περιεχόμενο που δημοσιεύουν στα κοινωνικά μέσα έχει αυξηθεί από την έναρξη της πανδημίας του COVID-19.
  • Οι ερωτηθέντες της Gen Z αναφέρουν τις περισσότερες δημοσιεύσεις στο Instagram (68%), ακολουθούμενο από το Snapchat (51%) και το Facebook (36%).
  • Τα δύο τρίτα (66%) των ερωτηθέντων της Gen Z αγόρασαν ρούχα αφού είδαν περιεχόμενο και βίντεο που δημιούργησαν άλλοι χρήστες.
  • Το Instagram (47%), το Facebook (38%) και το YouTube (36%) είναι οι κοινωνικές πλατφόρμες που οι ερωτηθέντες αναζητούν τώρα για το μεγαλύτερο μέρος της αγοραστικής τους έμπνευσης.

Όλες οι γενιές αγοραστών λένε στα brands ότι είναι πιο πιθανό να αγοράσουν προϊόντα εάν βλέπουν αυθεντικό περιεχόμενο πελατών σε ιστότοπους και τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι αγοραστές στο διαδίκτυο επηρεάζονται και περιμένουν να δουν οπτικό περιεχόμενο από πραγματικούς πελάτες περισσότερο από ποτέ.

Eίναι λοιπόν εμφανές ότι η «κανονικότητα» επανέρχεται, τουλάχιστον στο κομμάτι της καταναλωτικής συμπεριφοράς. Κι αυτό είναι ξεκάθαρα σημάδι ωρίμανσης των καταναλωτών, με ότι θετικό μπορεί αυτή να συνεπάγεται.

Η ώρα των θεματικών αδειών

Μπορεί οι τηλεοπτικές άδειες να απασχόλησαν τις προηγούμενες μέρες τη Βουλή, σχετικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά τον διαγωνισμό αδειοδότησης του 2016, ωστόσο το θέμα είναι ακόμα ανοικτό, εξελίσσεται και όλα δείχνουν ότι σύντομα θα πρέπει να αναμένουμε περαιτέρω εξελίξεις στο κομμάτι αυτή τη φορά των θεματικών αδειών.

Όπως φαίνεται, τόσο η κυβέρνηση όσο και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης εξετάζουν αυτή την περίοδο το ενδεχόμενο προκήρυξης των θεματικών αδειών, μετά και τις σχετικές πληροφορίες περί επιχειρηματιών του χώρου που ετοιμάζουν νέες επιχειρηματικές κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση.

Σύμφωνα με πληροφορίες, από τον Όμιλο του Σκάι μελετάται το ενδεχόμενο λανσαρίσματος ενός νέου θεματικού καναλιού με την επωνυμία Σκάι 24, ενώ και το Μακεδονία TV αναμένεται να μετονομαστεί σε ΝΕΟΝ. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι οι κινήσεις αυτές – και άλλες που σχεδιάζονται αλλά δεν έχουν γίνει ακόμα γνωστές – αποτελούν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία επίσπευσης των διαδικασιών, ώστε να ξεκαθαρίσει το τηλεοπτικό τοπίο όσο πιο γρήγορα γίνεται. Τον προηγούμενο Φεβρουάριο εξάλλου ψηφίστηκε από τη Βουλή νόμος ο οποίος προβλέπει ότι οι θεματικές άδειες θα πρέπει να δοθούν εντός διετίας, δηλαδή μέχρι το τέλος του 2022.

Είναι γεγονός ότι στην όλη διαδικασία υπάρχει σημαντική καθυστέρηση, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσει αυτή αφού ήταν περιορσμένη η χωρητικότητα φάσματος. Κάτι που αναμένεται να αλλάξει σύντομα, αφού οι διαδικασίες ψηφιακής μετάβασης σε τεχνολογία DVB-T2 τόσο από την Digea όσο και από την ΕΡΤ βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη και αναμένεται άμεσα να ολοκληρωθούν οδηγώντας στην επέκταση των συχνοτήτων εκπομπής. Προς την κατεύθυνση αυτή αναμένεται να κινηθεί σύμφωνα με πληροφορίες και ο αρμόδιος Υπουργός που έχει την πολιτική εποπτεία των ΜΜΕ, Θοδωρής Λιβάνιος, ο οποίος σχεδιάζει την άμεση προκήρυξη και των θεματικών αδειών.

Όλα αυτά τη στιγμή που ο ανταγωνισμός στο τηλεοπτικό πεδίο χρόνο με το χρόνο εντείνεται, δεδομένου ότι αυξάνονται τα κανάλια, αλλά η διαφημιστική πίτα δεν μεγαλώνει αντίστοιχα. Έστω κι αν τους τελευταίους μήνες η διαφημιστική δαπάνη στην τηλεόραση αρχίζει να ανακάμπτει. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η συνολική δαπάνη στην τηλεόραση για το πρώτο εξάμηνο του 2021 έκλεισε στο +40,3% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2020, ξεπερνώντας ακόμα και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις που μιλούσαν για αύξηση το πολύ έως και 30%. Μάλιστα τον Ιούνιο η δαπάνη κινήθηκε πολύ καλά – ελέω και του Euro 2020 – και αυξήθηκε κατά 46% σε σχέση με τον Ιούνιο του 2020. Θετικά κινείται και ο Ιούλιος, ο οποίος σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις αναμένεται να κλείσει περίπου στο +15% σε σχέση με τον Ιούλιο του 2020.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι το κόστος των τηλεοπτικών αδειών και οι προβλεπόμενες δόσεις διατηρήθηκαν στα ίδια επίπεδα και στο νόμο του περασμένου Φεβρουαρίου. Όπως είναι γνωστό, για το 2020 οι τηλεοπτικοί σταθμοί απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση καταβολής της ετήσιας δόσης των 3,5 εκατ. ευρώ λόγω της πανδημίας, ωστόσο από τον Οκτώβριο του 2021 επανέρχεται η κανονική καταβολή τους, με μηνιαίες δόσεις. Συγκεκριμένα, οι 5 σταθμοί που αδειοδοτήθηκαν το 2018 θα αποπληρώσουν το κόστος της άδειας έως το τέλος του 2027, σε 84 δόσεις των 287.500 ευρώ. Τα αδειοδοτημένα κανάλια έχουν ήδη καταβάλει δύο ετήσιες δόσεις συνολικού ύψους για κάθε ένα από αυτά 7 εκατ. ευρώ.- εκτός του 2020 – και απομένουν να δοθούν 24.150.000 ευρώ από έκαστο. Με βάση και τις εξελίξεις ελέω πανδημίας το συνολικό κόστος των αδειών από τα 35 εκατ. ευρώ που είχε οριστεί στην αρχή μειώνεται σε 31,5 εκατ. ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις είναι μπροστά και ελπίζουμε να είναι άμεσες, ξεκάθαρες και ουσιαστικές, ώστε να προχωρήσει η τηλεοπτική αγορά στον απαραίτητο εκσυγχρονισμό της, αφήνοντας πίσω τα «μαύρα στίγματα» του διαγωνισμού του 2016. Γιατί η αγορά πρέπει να κινείται με επιχειρηματικούς, οικονομικούς και «μαρκετινίστικους» όρους και όχι με όρους πολιτικούς και πολύ περισσότερο νομικούς και δικαστικούς.

H επικαιρότητα δεν είναι αυτοσκοπός…

Η αξιοποίηση της επικαιρότητας για τη διαφημιστική καμπάνια ενός προϊόντος ή υπηρεσίας δεν αποτελεί κάτι καινούργιο για τον κλάδο της διαφήμισης. Το πλέον πρόσφατο παράδειγμα αφορά στο ατυχές συμβάν με την πτώση του πίνακα του Πάμπλο Πικάσο «Γυναικείο Κεφάλι» κατά τη διάρκεια ανακοινώσεων για την εύρεσή του, πτώση που αξιοποιήθηκε εξαιρετικά εύστοχα διαφημιστικά από εταιρείες όπως το Πλαίσιο και η Ikea.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η είδηση αφορούσε στην εύρεση μετά από 9 χρόνια δύο σημαντικών πινάκων που είχαν κλαπεί από την Εθνική Πινακοθήκη: Του έργου «Γυναικείο Κεφάλι» του Πάμπλο Πικάσο και του έργου «Ανεμόμυλος Στάμμερ» του Πιτ Μοντριάν. Μετά την εύρεση των πινάκων και την σύλληψη του δράστη, παραχωρήθηκε συνέντευξη Τύπου με τη συμμετοχή του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοϊδη και της Υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, οι οποίοι μίλησαν για την σημαντική αυτή επιτυχία της Ελληνικής Αστυνομίας.

Οι δύο πίνακες είχαν τοποθετηθεί στο χώρο της συνέντευξης Τύπου, αλλά ο ένας από αυτούς, του Πικάσο, δεν είχε τοποθετηθεί σταθερά με αποτέλεσμα να κυλήσει και να πέσει στο πάτωμα, προκαλώντας ποικίλα σχόλια. Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, αφού κάποιος αστυνομικός σήκωσε με τα γυμνά χέρια του τον πίνακα, μάλλον με άτσαλο τρόπο και τον τοποθέτησε ξανά στη θέση του. Η έκταση που έλαβε το συμβάν ήταν τόσο μεγάλη που δύο μεγάλοι διαφημιζόμενοι, το Πλαίσιο και η Ikea κινήθηκαν αστραπιαία και δημιούργησαν διαφημίσεις ουσιαστικά «τρολάροντας» το συμβάν, αλλά προσαρμόζοντάς το εξαιρετικά με δικά τους προϊόντα.

Η Ikea λοιπόν δημιούργησε διαφήμιση για ένα ράφι στήριξης κορνίζας (Maleras) που διαθέτει προς πώληση με το μήνυμα «Ιδέες δίνουμε» και τα hastags, #picasso και #οοps. Στο ράφι αυτό στήριζε το συγκεκριμένο έργο του Πικάσο! Στο ίδιο μήκος κύματος, το Πλαίσιο δημιούργησε διαφήμιση για βάσεις στήριξης τηλεοράσεων, με κεντρικό μήνυμα «Στηρίζουμε ότι έχει αξία» και το ευρηματικό hastag, #denthapesipote! Προφανώς στην συγκεκριμένη βάση στήριξης είχε τοποθετηθεί επίσης, το ίδιο έργο του Πικάσο.

Είναι προφανές ότι η επιτυχία και των δύο προσεγγίσεων ήταν τόσο εύστοχη, «μίλησε» τόσο έντονα στο κοινό, που οι δύο αυτές διαφημίσεις έγιναν viral στο social media και πολλαπλασίασαν την δυναμική του μηνύματος που μετέφεραν. Πρόκειται για δύο παραδείγματα εξαιρετικής αξιοποίησης της επικαιρότητας για διαφημιστικούς λόγους.

Και από εδώ ξεκινούν οι κίνδυνοι και οι παγίδες. Η αξιοποίηση της επικαιρότητας για διαφημιστικούς λόγους δεν είναι δεδομένο ότι θα αποφέρει και επικοινωνιακά οφέλη στο διαφημιζόμενο προϊόν ή υπηρεσία. Πολλές φορές δε, μπορεί να λειτουργήσει και αποτρεπτικά κάνοντας ζημιά στην αξία του brand. Τέτοια παραδείγματα έχουμε αρκετά αυτές τις ημέρες που βρίσκεται σε εξέλιξη το Euro 2020 και όλοι μιλούν για ποδόσφαιρο.

Είδαμε λοιπόν διαφημίσεις… κουφωμάτων αλουμινίου να προσπαθούν να συνδεθούν με το μεγάλο αυτό ποδοσφαιρικό γεγονός, απλά προσθέτοντας εικόνες γηπέδου και μία ποδοσφαιρική μπάλα στις διαφημίσεις τους, με έναν τρόπο που είναι ξεκάθαρο ότι δεν εξυπηρετεί σε καμία περίπτωση το concept της καμπάνιας εξαιτίας της φύσης του προϊόντος. Ίσως να θεωρείται εύκολη λύση μια τέτοια προσέγγιση αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι αποτελεσματική.

Στο παρελθόν έχουμε δει αρκετά τέτοια παραδείγματα, που είναι σίγουρο ότι οι δημιουργοί τους δεν θα έμειναν ευχαριστημένοι από το αποτέλεσμα που επέφεραν. Ο πειρασμός ωστόσο της εύκολης λύσης είναι μεγάλος και εξακολουθεί να ακολουθείται από κάποιους. Ίσως αυτό θα έπρεπε να απασχολήσει διαφημιζόμενους και διαφημιστές. Και δεν θα ήταν πρόβλημα εάν τέτοιες κινήσεις βλέπαμε από μικρά brands που επιδιώκουν την αναγνωρισιμότητα. Όταν όμως το βλέπουμε και από μεγάλα και καταξιωμένα brands, ε, μάλλον πρέπει να το ξαναδούμε ως θέμα…

Νόμος 4706/2020: Κριτήριο η εταιρική κουλτούρα

Με αφορμή το νόμο 4706/2020 που ρυθμίζει ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης εισηγμένων εταιρειών, η RSM Greece εκπόνησε την έρευνα «The RSM Board Diversity Survey», η οποία εξετάζει το ζήτημα της πολυμορφίας των διοικητικών συμβουλίων τους. Τα ευρήματα δείχνουν ότι θα χρειαστούν προσαρμογές και προϊδεάζουν για σημαντικές προκλήσεις.

Τα κριτήρια πολυμορφίας που εξετάστηκαν είναι μεταξύ άλλων το φύλο, η ηλικία, η εθνικότητα, οι οικογενειακές σχέσεις μεταξύ των μελών, οι δεξιότητες, το ακαδημαϊκό επίπεδο και γενικότερα η ανεξαρτησία. Ο νέος νόμος τίθεται σε εφαρμογή από τις 17 Ιουλίου και είναι ξεκάθαρο ότι θα απαιτήσει προσαρμογή στην πολιτική καταλληλότητας κάθε εταιρείας, η οποία θα πρέπει να είναι επαρκώς δομημένη, στοχευμένη και προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Το πιο δύσκολο σημείο είναι η διαμόρφωση μιας κουλτούρας συμπερίληψης (inclusion) που θα επιτρέψει σε κάθε μέλος ξεχωριστά, ανεξάρτητα από το φύλο, την εθνικότητα, τις γνώσεις, τις δεξιότητες κ.λπ. να αντιμετωπίζεται ως ισότιμο μέλος της ομάδας, να έχει φωνή και να μπορεί έμπρακτα να συνεισφέρει τις σκέψεις του χωρίς περιορισμούς. Η αρχή αυτής της προσπάθειας πρέπει να γίνει από τα ίδια τα διοικητικά συμβούλια, τα μέλη των οποίων πρέπει να ενθαρρύνουν με το παράδειγμά τους και τον υπόλοιπο οργανισμό ούτως ώστε να κάνουν «set the tone at the top».

Ο ρόλος του Προέδρου και του CEO έχει καταλυτική σημασία ώστε να ενσωματώσουν τα δ.σ. τις αρχές της πολυμορφίας και της συμπερίληψης στην εταιρική στρατηγική και κουλτούρα, επισημαίνεται σε ανακοίνωση της RSM Greece. Σύμφωνα με την έρευνα, τα διοικητικά συμβούλια των εισηγμένων εταιρειών, αυτή τη στιγμή εκπροσωπούνται από 200 περίπου γυναίκες, που αποτελούν το 16% του συνόλου των μελών – ήτοι αναλογία γυναικών:ανδρών 1:5 -, όταν ο μέσος όρος της Ευρώπης είναι 34%. Πιο συγκεκριμένα, το 64% των εταιρειών της έρευνας έχουν μία ή καμία γυναίκα στο δ. σ., με 50 από αυτές να μην εκπροσωπούνται καθόλου από γυναίκες.

Εφόσον επιθυμούν οι εταιρείες να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του ν. 4706/2020 (25% ελάχιστη εκπροσώπηση), απαιτείται να οριστούν συνολικά 92 τουλάχιστον γυναίκες στα διοικητικά συμβούλια, αντικαθιστώντας τον αντίστοιχο αριθμό ανδρών. Έχει ενδιαφέρον εδώ να δει κανείς ότι ο κλάδος με την μεγαλύτερη εκπροσώπηση γυναικών είναι αυτός των καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και ακολουθούν οι κλάδοι της τεχνολογίας, των τραπεζών, των μέσων επικοινωνίας και των ακινήτων, με αναλογία 1 γυναίκα ανά 4 άνδρες.

Προκύπτει δε ότι εταιρείες με τζίρους έως 100 εκατ. ευρώ έχουν μεγαλύτερη εκπροσώπηση στα διοικητικά τους συμβούλια από γυναίκες αναλογικά, σε σχέση με άνδρες. Είναι αξιοσημείωτο ότι η εκπροσώπηση των γυναικών σε ανώτατες θέσεις στα διοικητικά συμβούλια (π.χ. Προέδρου, Αντιπροέδρου ή CEO ή συνδυασμού αυτών) είναι μόλις 12%.

Ως προς την ηλικία τώρα των μελών διοικητικών συμβουλίων, η έρευνα διαπίστωσε ότι μόλις το 21% των μελών είναι ηλικίας κάτω των 50. Μόνο 49 μέλη (4% του συνόλου) είναι ηλικίας κάτω των 40 και απασχολούνται σε 35 εταιρείες. Δηλαδή μόλις μία στις πέντε εταιρείες έχει ένα μέλος κάτω των 40 ετών. Αντίθετα το 65% των μελών είναι ηλικίας 50 – 70, ενώ το 14% των μελών (159 μέλη) είναι άνω των 70. Οι κλάδοι της υγείας, των υποδομών, τηλεπικοινωνιών και καταναλωτικών προϊόντων έχουν τη μεγαλύτερη εκπροσώπηση μελών κάτω των 50 ετών.

Εξετάζοντας το αντικείμενο σπουδών και τις θέσεις ευθύνης των μελών διοικητικών συμβουλίων η έρευνα διαπίστωσε ότι το 64% των μελών έχει ειδίκευση στα οικονομικά και τη διοίκηση επιχειρήσεων, 11% κατέχει εμπειρία στον τομέα της παραγωγής και 7% με 8% στον τομέα των πωλήσεων ή την παροχή νομικών συμβουλών. Μέλη με εξειδικευμένες δεξιότητες σε θέματα διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, πληροφορικής, βιώσιμης ανάπτυξης έχουν σχεδόν μηδενική παρουσία στα διοικητικά συμβούλια κι αυτό είναι ένα πρόβλημα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα. Η έρευνα έγινε σε 160 εταιρείες, στα δ.σ. των οποίων συμμετέχουν 1250 στελέχη.

Στην εποχή του ESG…

Tο ενδεχόμενο δημιουργίας ενός νέου δείκτη ESG εξετάζει η διοίκηση του Χρηματιστηρίου Αθηνών με στόχο να βοηθήσει τους επενδυτές στο να εντοπίζουν εταιρείες με τις καλύτερες επιδόσεις στο περιβάλλον, την κοινωνία και την εταιρική διακυβέρνηση. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται η δημιουργία πλατφόρμας για την καταχώρηση ESG πληροφοριών και δεδομένων σε πλατφόρμα του Χ.Α. Να μια εξέλιξη ενδεικτική του τι θα επακολουθήσει.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο δείκτης ESG (Environmental, Social and Governance) καταγράφει τις επιδόσεις των εισηγμένων σε θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και εταιρικής διακυβέρνησης. Ουσιαστικά αναφέρεται σε θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και εταιρικής διακυβέρνησης που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα μιας εταιρείας να παράγει αξία μακροπρόθεσμα. Μέσω δεικτών που καταγράφουν επιδόσεις σε θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και εταιρικής διακυβέρνησης (δείκτες ESG) αποτυπώνεται η ικανότητα των εταιρειών να δημιουργούν αξία και να διαμορφώνουν αποτελεσματικές στρατηγικές με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Τα παραπάνω κριτήρια απασχολούν ήδη τις εισηγμένες και τις μεγάλες επιχειρήσεις, δεδομένου ότι η υιοθέτησή τους αποτελεί κριτήριο επιλογής από πολλά διεθνή funds ώστε να επενδύσουν σε μια εισηγμένη επιχείρηση. Σύμφωνα με πρόσφατο σχετικό δημοσίευμα του Bloomberg, τα εν λόγω funds εστιάζουν πλέον στο κατά πόσο μια εταιρεία συνδυάζει επιχειρηματικές δράσεις και οικονομικά δεδομένα με την στάση της έναντι του περιβάλλοντος, της κοινωνίας, του ανθρώπινου δυναμικού της, της «διάφανης» εσωτερικής διακυβέρνησης. Στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν οι όμιλοι που μέσα από ανακοινώσεις τους ενημερώνουν για σχετικές κινήσεις που κάνουν ώστε να ανταποκριθούν στα κριτήρια ESG. Όμιλοι όπως οι Μυτιληναίος, Τιτάνας, Viohalco, Motor Oil, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ-Τέρνα Ενεργειακή, ΟΠΑΠ, ΟΤΕ, 3Ε κ.α.

Μια προσεκτική μελέτη των μέχρι στιγμής δεδομένων δείχνει ότι οι όμιλοι που εντείνουν την παρουσία τους στο ESG δραστηριοποιούνται κυρίως στον χώρο της βιομηχανίας, των μετάλλων, της ενέργειας, των υποδομών, του εμπορίου και των τροφίμων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και εταιρείες από άλλους κλάδους. Προς το παρόν όμως φαίνεται ότι το ESG προκαλεί το ενδιαφέρον των συγκεκριμένων κλάδων. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κλάδων αυτών είναι το ότι βρίσκονται στο μικροσκόπιο μεγάλων διεθνών επενδυτικών funds, τα οποία προσπαθούν να εντοπίσουν επενδυτικές ευκαιρίες για λογαριασμό πελατών τους.

Οι επενδυτές ανά τον κόσμο έχουν πλέον συνειδητοποιήσει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη, η κυκλική οικονομία και η αειφορία αποτελούν παγκόσμια προτεραιότητα που κινητοποιεί τις κυβερνήσεις, την κοινωνία των πολιτών και τις επιχειρήσεις προς την υιοθέτηση νέων πρακτικών. Δεν είναι τυχαίο ακόμα το γεγονός ότι και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης εστιάζουν σε πολύ μεγάλο ποσοστό στην ενθάρρυνση τέτοιου είδους επενδύσεων, αλλά – κυρίως – μεταρρυθμίσεων με τα παραπάνω χαρακτηριστικά.  Έτσι, οι επιχειρήσεις που εστιάζουν σε αυτές έχουν σημαντικές ευκαιρίες περαιτέρω ανάπτυξης και ως εκ τούτου έχουν περισσότερες πιθανότητες να αυξήσουν τα κέρδη τους και να προσφέρουν υπεραξίες για τους μετόχους τους.

Η παραπάνω εξέλιξη ουσιαστικά δείχνει μια ριζική αλλαγή της επενδυτικής κουλτούρας, κυρίως από την πλευρά συγκεκριμένων ξένων funds, που διαχειρίζονται τρισεκατομμύρια δολάρια. Τους τελευταίους μήνες έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς αρκετά δημοσιεύματα που μιλούν για ESG assets που έφτασαν παγκοσμίωςστο ποσό των 1,7 τρισ. δολαρίων περίπου, ενώ το Bloomberg αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο τα παγκόσμια περιουσιακά στοιχεία ESG να ξεπεράσουν τα 53 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2025. Σύμφωνα δε με άλλα δημοσιεύματα, το 2020 η Ευρώπη δέχθηκε εισροές προς ESG assets αξίας από 110 έως 180 δισ. ευρώ.

Ουσιαστικά η προσήλωση ενός επιχειρηματικού ομίλου στα κριτήρια ESG αποτυπώνει το πόσο ανθεκτικός και έτοιμος είναι ο όμιλος αυτός να διαχειριστεί τις αλλαγές στο περιβάλλον που δραστηριοποιείται. Κάτι που προφανώς τον καθιστά ελκυστικό και ως επενδυτικό «προορισμό». Ένα είναι σίγουρο: Το ESG μόλις τώρα ξεκίνησε να μας απασχολεί…

Ο τουρισμός και η ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης

Eξι μήνες πριν ίσως φαίνονταν μακρινό όνειρο, ωστόσο σήμερα πλέον μιλάμε για κάτι χειροπιαστό: Από τις 15 Μαϊου άνοιξε ο τουρισμός και πλέον η «βαριά βιομηχανία» της χώρας ξεκινά και πάλι τη λειτουργία της. Με πολύ χαμηλότερες προσδοκίες εσόδων βέβαια, αφού στόχος είναι αυτά να φθάσουν το 50% των αντίστοιχων του 2019.

Σε κάθε περίπτωση, η χώρα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, μερικής κανονικότητας, ενώ απαιτείται η χάραξη νέας επικοινωνιακής στρατηγικής για τον τουρισμό της, η οποία είναι πλέον διαφοροποιημένη τόσο όσο προς τα δεδομένα, όσο και προς τα ζητούμενα. Στο πλαίσιο αυτό, την προηγούμενη εβδομάδα και για 4η συνεχόμενη χρονιά ο ΕΟΤ και η Aegean παρουσίασαν τη νέα διαφημιστική καμπάνια για την τουριστική προβολή της χώρας στο εξωτερικό, η οποία έχει τον τίτλο “Sunshine Discount”.

Όπως και οι προηγούμενες καμπάνιες συνδιαφήμισης ΕΟΤ- Aegean έτσι και η νέα “Sunshine Discount” καμπάνια, με τη χρήση της τεχνολογίας, προσαρμόζεται δυναμικά στις διαφορετικές αγορές και τα διαφορετικά κοινά και εντοπίζοντας όσους αναζητούν τις επόμενες διακοπές τους στην Ελλάδα ή και σε ανταγωνιστικούς προορισμούς, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να κερδίσει τον επισκέπτη. Η καμπάνια ξεκίνησε ήδη και θα διαρκέσει έως το τέλος του χρόνου, Απευθύνεται στους επισκέπτες από 10 βασικές χώρες στόχευσης (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Βέλγιο, Αυστρία, Πολωνία, Σουηδία, Δανία και Ολλανδία), ενώ θα προβάλλεται σε όλα τα διαδικτυακά  μέσα (Facebook, Instagram, YouTube), καθώς και στα κανάλια της Aegean, αξιοποιώντας την πελατειακή βάση της τελευταίας, τα δημοφιλή social media που διαθέτει, όσο και τις οθόνες εντός των αεροσκαφών της.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο αποτελεσματική θα είναι, δεδομένου ότι τα επιδημιολογικά δεδομένα παραμένουν στο «κόκκινο» και απαιτείται από όλους μεγάλη προσοχή ώστε να μην υπάρξουν πισωγυρίσματα, που στην προκειμένη περίπτωση θα είναι καταστροφικά. Όπως και να έχει όμως, η επανεκκίνηση του τουρισμού δίνει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αναδειχθεί η δυναμική του ελληνικού τουριστικού προϊόντος και η ανάγκη αυτό να εκσυγχρονιστεί από κάθε άποψη. Και μεγάλος σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να είναι το Ταμείο Ανάκαμψης.

Όπως αποτυπώθηκε και στο πρόσφατο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η Ελλάδα έχει μπροστά της μια μοναδική ιστορική ευκαιρία εκμεταλλευόμενη τα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης να εμπλουτίσει το τουριστικό της προϊόν και να προχωρήσει σε μπαράζ επενδύσεων στις υποδομές που θα δώσουν νέα δυναμική στην ανάπτυξη της οικονομίας. Μερικά από τα έργα που έχουν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και αφορούν στις τουριστικές υποδομές της χώρας είναι η επέκταση της προβλήτας κρουαζιέρας του ΟΛΠ, η μαρίνα Αλίμου, το project του Ελληνικού που αποτελεί ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο, η επένδυση στα Αστέρια της Γλυφάδας, η χερσόνησος του Αστέρα Βουλιαγμένης όπου θα  δημιουργηθεί μια μαρίνα «κόσμημα» στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, η περαιτέρω ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» κ.α.

Σύμφωνα με τις οικονομικές μελέτες, για να μπορέσει ο ελληνικός τουρισμός να ανακάμψει στο ποσοστό του ΑΕΠ που κατείχε πριν την πανδημία, θα πρέπει να προσεχή χρόνια η Ελλάδα να υποδέχεται κάθε χρόνο 35 – 40 εκατ. τουρίστες, κάτι που είναι σχεδόν απαγορευτικό δεδομένων των ελλείψεων στις απαιτούμενες υποδομές.

Για να τα καταφέρει ωστόσο θα πρέπει να εστιάσει στον ποιοτικό τουρισμό και να αναπτύξει μεταξύ άλλων τον θρησκευτικό και τον αθλητικό τουρισμό, αλλά και τον τουρισμό υγείας, προσελκύοντας τουρίστες με αναβαθμισμένες ανάγκες. Η πανδημία ανέδειξε με τον πλέον επίπονο τρόπο την μεγάλη σημασία του τουρισμού στην ελληνική οικονομία. Ας είναι αυτή η συνειδητοποίηση η αρχή του ολικού επανασχεδιασμού του ελληνικού τουριστικού προϊόντος στα νέα ζητούμενα, με αιχμή το Ταμείο Ανάκαμψης. Η ευκαιρία είναι μοναδική και ίσως δεν εμφανιστεί ξανά…

Τεχνητή Νοημοσύνη και marketing

Mια είδηση που δημοσιεύθηκε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters και αφορούσε στα όρια μέχρι τα οποία μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence – AI) να αξιοποιηθεί στο χώρο του Μarketing, της Επικοινωνίας αλλά και της Διοίκησης, προκάλεσε σοβαρούς προβληματισμούς.

Η είδηση ανέφερε ότι ορισμένες αμερικανικές τράπεζες χρησιμοποιούν λογισμικό προστασίας καμερών για την ανάλυση των προτιμήσεων των πελατών τους, αλλά και για να παρακολουθούν τους εργαζομένους τους. Ήδη τέτοιου είδους δοκιμές έχουν ξεκινήσει από τράπεζες όπως είναι η City National Bank της Φλόριντα και η Wells Fargo & Co. Όπως αναφέρει το Reuters, «η ευρεία χρησιμοποίηση και ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων οπτικής τεχνητής νοημοσύνης στον υπό αυστηρές ρυθμίσεις τραπεζικό τομέα ίσως να είναι ένα βήμα για να θεωρηθούν κανονικότητα στον επιχειρηματικό κόσμο των ΗΠΑ».

Σύμφωνα με τον Bobby Domingez, Διευθυντή Ασφαλείας Πληροφοριών στη City National, ήδη έχουν ανοίξει τον δρόμο τα smartphones που τίθενται σε λειτουργία κάνοντας σάρωση προσώπου. Όπως είπε ο ίδιος, η εν λόγω τράπεζα θα ξεκινήσει από τις αρχές του 2022 τις δοκιμές για αναγνώριση προσώπου ώστε να αναγνωρίζει πελάτες στα ΑΤΜ, αλλά και εργαζόμενους στα υποκαταστήματά της. Την ίδια στιγμή, η JP Morgan δηλώνει ότι πραγματοποιεί μικρές δοκιμές με τεχνολογία βιντεοανάλυσης σε λίγα υποκαταστήματά της στην πολιτεία του Οχάιο.

Είναι προφανές ότι εδώ τίθεται θέμα πολιτικών ελευθεριών, ιδιωτικότητας και προσωπικών δεδομένων. Έτσι, στο Πόρτλαντ από την 1η Ιανουαρίου του 2021 απαγορεύθηκε σε κτίρια που χρησιμοποιούνται από το κοινό να εφαρμόζεται τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου, ενώ η αλυσίδα φαρμακείων Rite Aid κατήργησε σχετικό πρόγραμμα το 2020. Οι τράπεζες ωστόσο στις ΗΠΑ επιμένουν: «Δεν θα κάνουμε εκπτώσεις στην ιδιωτικότητα των πελατών μας. Απλώς θα χρησιμοποιήσουμε τεχνολογία, η οποία ήδη χρησιμοποιείται σε άλλες χώρες και μεταφέρεται τάχιστα και στα αμερικανικά τραπεζικά ιδρύματα» επισημαίνει ο Bobby Domingez.

Σύμφωνα με τον Fredric Nilson, Αντιπρόεδρο και Υπεύθυνο για τη Βόρειο και Νότιο Αμερική στην κορυφαία εταιρεία καμερών παρακολούθησης Axis Communications, «το κύριο μέλημα των χρηματοπιστωτικών ομίλων είναι το πως θα αντιδράσουν οι άνθρωποι σε ένα τέτοιο σύστημα». Η JPMorgan Chase ξεκίνησε να εξετάζει τη δυνατότητα χρήσης λογισμικού δικής της παραγωγής για ανάλυση αρχείων από τις κάμερες στα υποκαταστήματα της Chase στη Νέα Υόρκη και στο Οχάιο. Σύμφωνα με το Reuters, στόχος της Chase είναι να συλλέξει δεδομένα ώστε να οργανώσει αποδοτικότερα το προσωπικό και να σχεδιάσει τα υποκαταστήματά της.

Δηλαδή ενδιαφέρεται να καταγράψει τις ώρες συναλλαγών, το πόσοι άνθρωποι αποχωρούν, όταν η ουρά είναι μεγάλη και ποιες από τις πράξεις απασχολούν αρκετά τους εργαζόμενους.

Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον θαυμασμό για τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης και των προοπτικών που ανοίγει για εφαρμογή της σε δεκάδες τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Δεν συμβαίνει όμως αυτό, διότι τα όριά της είναι απλά… ανύπαρκτα και ο κίνδυνος να διαβρώσει την κοινωνικότητα των ανθρώπων πολύ μεγάλος. Σκεφθείτε π.χ. την Τεχνητή Νοημοσύνη με την αναγνώριση προσώπου και των μορφασμών του να αντιλαμβάνεται και τα θέλω ή τις προτιμήσεις του ανθρώπου.

Από τη μια θα μπορεί να τον προσεγγίζει εξατομικευμένα σε επίπεδο marketing, από την άλλη ο άνθρωπος θα αισθάνεται απροστάτευτος, με απόλυτα εκτεθειμένα τα προσωπικά του δεδομένα. Η συζήτηση αυτή θα ανοίξει περισσότερο όσο οι εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης γίνονται περισσότερο αντιληπτές από τις κοινωνίες και τους πολίτες. Το που θα καταλήξει είναι απρόβλεπτο. Γιατί ναι, η τεχνολογία εξελίσσεται, αλλά τι γίνεται με τον άνθρωπο και τα προσωπικά του δεδομένα;

Ταμείο Ανάκαμψης -και- για την Επικοινωνία

Στα ευρύτερα οφέλη που θα έχουν οι Έλληνες από την υλοποίηση του “Ελλάδα 2.0” και την πραγματοποίηση συνολικών επενδύσεων ύψους 57 δισ. ευρώ εστίασε ο αρμόδιος Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης κατά την παρουσίαση των δράσεων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας, “Ελλάδα 2.0” στις αρμόδιες Επιτροπές της Βουλής, πριν λίγες μέρες.

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα που έρχεται να αντιμετωπίσει το Εθνικό Σχέδιο είναι και το επενδυτικό κενό που παρουσιάζει η χώρα εδώ και πολλά χρόνια. Το επενδυτικό κενό και το έλλειμμα επενδύσεων οφείλονται σε τρεις λόγους. Καταρχήν στην υπερφορολόγηση της εργασίας και του κεφαλαίου, θέμα που ήδη η κυβέρνηση αντιμετωπίζει μειώνοντας προ και στη διάρκεια της πανδημίας ασφαλιστικές εισφορές και φορολογία.

Δεύτερος λόγος το σημαντικά υψηλότερο κόστος δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων σε σχέση με τον μέσο όρο της E.E., και τρίτος τα έμμεσα εμπόδια στις επενδύσεις – χωροταξικά, πολεοδομικά, αδειοδοτήσεις, καθυστέρηση δικαιοσύνης, πολυνομία, μη ψηφιακό κράτος, γραφειοκρατία – , η αντιμετώπισή των οποίων αποτελεί κύριο στόχο του “Ελλάδα 2.0”. Το επενδυτικό κενό και το έλλειμμα επενδύσεων σημαίνουν έλλειψη ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας, λιγότερες θέσεις εργασίας, υψηλή ανεργία, χαμηλούς μισθούς, ασθενικές επιχειρήσεις, παρωχημένες τεχνολογίες.

Σε σχέση με τα ευρύτερα οφέλη που θα έχουν οι Έλληνες πολίτες από την υλοποίηση του “Ελλάδα 2.0” και την πραγματοποίηση συνολικών επενδυτικών πόρων ύψους 57 δισ. ευρώ, ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών επισήμανε ότι ο εκσυγχρονισμός των Νοσοκομείων και των υπηρεσιών τους αφορά κάθε Έλληνα – μόνο οι χρόνιοι πάσχοντες που χρειάζονται κάθε χρόνο το σύστημα υγείας φθάνουν τα 4,5 εκατ. πολίτες –, ενώ η υλοποίηση του μεγαλύτερου προγράμματος πρόληψης που θα έχει γίνει ποτέ στη χώρα (254 εκατ. ευρώ), αφορά στο σύνολο του πληθυσμού. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της εκπαίδευσης θα ωφελήσει μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, όπως και η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του κράτους, που αφορά όλους τους πολίτες.

Πολύ σημαντικό ρόλο στο Σχέδιο έχουν ακόμα η κατάρτιση, η δια βίου εκπαίδευση και οι ψηφιακές δεξιότητες, που αφορούν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, αλλά και ανέργους. Το Σχέδιο προβλέπει επίσης επενδύσεις στη βιοποικιλότητα, αντιπλημμυρικά έργα, υποστήριξη ατόμων με αναπηρία, καταπολέμηση διακρίσεων, κοινωνική ενσωμάτωση ευάλωτων ομάδων, εκσυγχρονισμό οδικών αξόνων και συγκοινωνιών,  ηλεκτρική διασύνδεση νησιών, βελτίωση λιμένων, καθώς και σημαντικές επενδύσεις στο κομμάτι του πολιτισμού.

Είναι ξεκάθαρο ότι όλα τα παραπάνω αφορούν και στον κλάδο της Επικοινωνίας, δεδομένου ότι τα έργα θα χρειαστούν ισχυρή επικοινωνιακή στήριξη και προβολή. Κάτι που σημαίνει ότι για τα επόμενα 5 χρόνια, έως το 2026 που θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις του Ταμείου, ο ευρύτερος κλάδος της Επικοινωνίας θα έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει πολύ μεγάλα επικοινωνιακά κονδύλια, με ότι θετικό μπορεί αυτό να σημαίνει.

Είναι έτοιμος να αντεπεξέλθει σε αυτή την μεγάλη πρόκληση; Νομίζω πως ναι, αυτό όμως μένει να φανεί και στην πράξη. Ένα είναι βέβαιο, ότι τα επόμενα 5 χρόνια μπορούν να διαμορφώσουν ένα νέο τοπίο στον κλάδο της Επικοινωνίας και να αλλάξουν και πάλι τις ισορροπίες. Θα έχει ενδιαφέρον η εξέλιξη, αλλά κυρίως το αποτέλεσμα. Γιατί τελικά αυτό μας ενδιαφέρει.

Το Σχέδιο “Ελλάδα 2.0” θα δημιουργήσει μια θεμελιώδη αλλαγή οικονομικού υποδείγματος, τοποθετώντας την ελληνική οικονομία σε έναν ενάρετο κύκλο αυξημένων επενδύσεων, απασχόλησης και ανάπτυξης, προκαλώντας σημαντική αύξηση του ΑΕΠ. Παράλληλα, θα καταστήσει τις επενδύσεις και τις εξαγωγές κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας, δημιουργώντας 180.000 – 200.000 νέες μόνιμες θέσεις εργασίας και μόνιμη αύξηση του ύψους του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7% μέχρι το 2026. Αρκεί να εξελιχθεί ορθολογικά και να αντιμετωπιστεί σοβαρά από όλους.