x

Η ψύχραιμη αντίδραση της διαφημιστικής αγοράς

O κλάδος της Επικοινωνίας και του Μarketing είναι ο πρώτος που πλήττεται σε κάθε κρίση, είτε αυτή είναι οικονομική, είτε κοινωνική, είτε οποιασδήποτε άλλης μορφής. Αυτό αποδείχθηκε διεθνώς και κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, όταν δέχθηκε «σφυροκόπημα» από την έναρξη της οικονομικής κρίσης του 2008.

Στην πρώτη δυσκολία, η εύκολη λύση των διαφημιζόμενων στην προσπάθειά τους να αντέξουν τους κραδασμούς της κρίσης και να μειώσουν τις δαπάνες τους είναι να περιορίσουν δραστικά ή και να «κόψουν» τελείως την διαφημιστική τους δαπάνη. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι αντιλαμβάνονται πως ένα brand χωρίς διαφημιστική «φωνή» είναι επιρρεπές σε απώλειες μεριδίων αγοράς.

Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα όπου καταξιωμένα brands που επέλεξαν την σιωπή έχασαν μερίδια, τα οποία στη συνέχεια είτε δεν τα επανέκτησαν ποτέ, είτε τα επανέκτησαν επενδύοντας πολύ μεγαλύτερα κονδύλια από ότι θα επένδυαν εάν διατηρούσαν μια σταθερή διαφημιστική «φωνή». Για να είμαστε όμως και απόλυτα σωστοί, ο κλάδος της διαφήμισης είναι και ο πρώτος που ανακάμπτει μετά από μια κρίση, όντας ακόμα και για τους επενδυτές προάγγελος ανάπτυξης, ο οποίος οδηγεί τις επενδυτικές τους επιλογές.

Ο ερχομός της πανδημίας Covid-19 στις αρχές του 2020 δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο τον κλάδο της διαφήμισης, ο οποίος είχε σημαντικές απώλειες σε παγκόσμιο επίπεδο. Εάν μάλιστα δούμε τα στοιχεία ανά παραγωγικό κλάδο, υπήρχαν κλάδοι που οι απώλειες ήταν τεράστιες όπως π.χ. στις υπηρεσίες τουρισμού, στην εστίαση, στο λιανεμπόριο.

Στον τουρισμό δε, σε παγκόσμιο επίπεδο, η μείωση των διαφημιστικών κονδυλίων έφτασε σε κάποιες περιόδους και το 90%. Αυτή η πραγματικότητα όμως – και αυτό είναι το χειρότερο – δεν άφησε ανεπηρέαστους τους εργαζόμενους στον κλάδο της Επικοινωνίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ετήσιας έρευνας IPA Agency Census που δημοσίευσε την προηγούμενη εβδομάδα το Institute of Practitioners inAdvertising (IPA), τα agencies-μέλη του Ινστιτούτου στη Μεγάλη Βρετανία προχώρησαν εξαιτίας της πανδημίας Covid-19 σε μειώσεις του ανθρώπινου δυναμικού τους άνω του 10%, προκαλώντας τριγμούς στην ευρύτερη αγορά, αλλά και στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα, η μείωση ανήλθε σε 11%, το οποίο αντιστοιχεί σε απομακρύνσεις 2.678 ανθρώπων το 2020, με το ανθρώπινο δυναμικό να μειώνεται κατά 9% στο creative και σε άλλα non-media agencies και κατά 12% στα media agencies. Επιπρόσθετα, πιο ευάλωτοι στις περικοπές αναδείχθηκαν, κυρίως, οι γυναίκες, οι νέοι κάτω των 25 ετών και οι ενήλικες άνω των 60 ετών.

Συγκεκριμένα, ο αριθμός των γυναικών με πλήρη απασχόληση στα agencies-μέλη παρουσίασε μείωση κατά 13%, με τον αριθμό των ανδρών να καταγράφει μείωση κατά 8%, ενώ ο αριθμός των νέων κάτω των 25 ετών μειώθηκε κατά 29%, αντιστοιχώντας σε περισσότερο από το 50% των απομακρύνσεων, και των εργαζομένων άνω των 60 κατά 22%. Τέλος, η εν λόγω έρευνα μελέτησε για πρώτη φορά το χάσμα στις αμοιβές λόγω εθνικότητας, το οποίο υπολογίστηκε σε 20% υπέρ των εργαζομένων λευκής καταγωγής.

Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι λίγο διαφορετική, με την έννοια ότι οι απώλειες θέσεων εργασίας εμφανίστηκαν κυρίως στα τμήματα marketing και επικοινωνίας των διαφημιζόμενων και όχι τόσο στις διαφημιστικές εταιρείες. Μάλιστα, το τελευταίο 3μηνο του 2020 η μείωση των marketing budgetsξεπέρασε το 15%. Μιλώντας δε για τις διαφημιστικές εταιρείες, το ίδιο διάστημα οι εκτιμήσεις των στελεχών της διαφημιστικής αγοράς για την ζήτηση και την απασχόληση επανέρχονται σε θετικό έδαφος (+35 και +28 αντίστοιχα). Ο κλάδος αυτή τη φορά αντέδρασε πιο ψύχραιμα κι αυτό θα αποτελέσει ισχυρό ατού ανάκαμψής του για την επόμενη μέρα, η οποία πλέον δεν αργεί.

Αναμένοντας το «κοινό νόμισμα»

H προκήρυξη από την ΕΝΕΔ και τον ΙΑΒ Hellas του διαγωνισμού για την επιλογή αναδόχου για το εργαλείο μέτρησης της επισκεψιμότητας των ελληνικών διαδικτυακών τόπων αποτελεί μια ιδιαίτερα θετική είδηση που θα βοηθήσει στην αξιοκρατική αξιολόγηση των websites και την ορθολογικότερη αξιοποίησή τους ως διαφημιστικά μέσα.

Σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση, η πρωτοβουλία των δύο φορέων αφορά στην από κοινού μελέτη και λειτουργία ενός αναβαθμισμένου μηχανισμού μέτρησης επισκεψιμότητας των διαδικτυακών τόπων, η οποία θα μπορεί να λειτουργήσει ως «κοινό νόμισμα» για την ελληνική διαδικτυακή αγορά. Αυτός είναι ο στόχος και κάθε άλλο αποτέλεσμα θα είναι αποτυχία. Δεδομένου ότι αυτό αποτελεί πάγιο και διαχρονικό ζητούμενο της διαφημιστικής αγοράς, η οποία από την μια θέλει να επενδύσει περισσότερο στην online επικοινωνία, από την άλλη δεν έχει πάντα αξιόπιστα στοιχεία για να το πράξει, κάτι που λειτουργεί αποτρεπτικά και είναι σίγουρο ότι στερεί από τα ελληνικά websites πολλά χρήματα από διαφήμιση.

Υπάρχει εδώ ωστόσο και άλλο ένα στοιχείο που προδιαθέτει για μια επιτυχημένη κίνηση και ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Το στοιχείο αυτό είναι ότι ο νέος μηχανισμός μέτρησης δεν θα αποτυπώνει μόνο τα βασικά μεγέθη επισκεψιμότητας ενός site όπως τα έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα (μετρώντας δηλαδή μοναδικούς χρήστες, επισκέψεις και σελιδοπροβολές), αλλά θα δίνει και πληροφορίες σχετικά με παραμέτρους όπως brand safety, quality of content, invalid traffic, ad blocking και multitasking.

Κι αυτό διότι τα βασικά μεγέθη επισκεψιμότητας έχουν πλέον ξεπεραστεί από την ίδια την πραγματικότητα και την εξέλιξη των ζητουμένων. Πριν 10 χρόνια μπορεί να ήταν αρκετά, σήμερα όμως που η εξειδίκευση της προσέγγισης των χρηστών γίνεται με δεκάδες νέα εργαλεία και τρόπους, ο εμπλουτισμός των στοιχείων μέτρησης είναι μονόδρομος. Και είναι εξαιρετικά θετικό ότι αυτό έχει γίνει κατανοητό από όλους τους εμπλεκόμενους.

Ακριβώς λόγω της κρισιμότητας της επιλογής και της αναγκαίας επιτυχίας του εγχειρήματος, η ΕΝΕΔ και ο IAB Ηellas έχουν αποστείλει Request For Proposal (RFP) σε 7 εταιρείες διεθνούς κύρους, προκειμένου να καταθέσουν τόσο τα credentials, όσο και τις τεχνικές κατευθύνσεις τους για το έργο. Ο πλουραλισμός των εταιρειών που αναμένεται να ασχοληθούν με τον διαγωνισμό εγγυάται σε ένα βαθμό την επιτυχία της επιλογής, δεδομένου ότι θα υπάρχουν πολλές και σοβαρές προτάσεις προς αξιολόγηση και όχι απλά μία-δύο, με ότι αυτό συνεπάγεται. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, η πρώτη φάση του διαγωνισμού αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Μαϊου του τρέχοντος έτους.

Ευχή όλων είναι η διαδικασία να προχωρήσει γρήγορα αλλά και σωστά ώστε να γίνει η καλύτερη δυνατή επιλογή και η διαφημιστική αγορά να αποκτήσει επιτέλους το «νόμισμα» που ζητά εδώ και χρόνια. Ένα «νόμισμα» που θα πρέπει να το αποδεχθούν όλοι, χωρίς υποσημειώσεις και δεύτερες σκέψεις. Αρκεί βέβαια και αυτό να είναι αξιόπιστο, ολοκληρωμένο, αποτελεσματικό και να απαντά ξεκάθαρα στις ανάγκες τόσο της διαφημιστικής αγοράς, όσο και των ψηφιακών εκδοτών. Για να φτάσουμε βέβαια στην πρωτοβουλία προκήρυξης του διαγωνισμού ήταν απαραίτητη η συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων, στην προκειμένη περίπτωση της ΕΝΕΔ και του ΙΑΒ Hellas.

Το έχουμε πει πολλές φορές ότι χωρίς συνεργασία δεν μπορούν να προχωρήσουν τα πράγματα, σε κάθε τομέα. Η ΕΝΕΔ μετά τις αναταράξεις των τελευταίων χρόνων δείχνει να βρίσκει εκ νέου τη δυναμική της, ενώ ο ΙΑΒ Hellas είναι πάντα ο αξιόπιστος συνομιλητής του κλάδου. Αναμένουμε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού για να δούμε και στην πράξη το πώς θα λειτουργήσει. Γιατί η σωστή επιλογή αναδόχου είναι το ένα βήμα. Μένουν όμως πολλά ακόμα για να φτάσουμε στην κοινή αποδοχή του «νομίσματος».

Ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω…

Κάπως έτσι εμφανίζεται η κατάσταση στο χώρο των περιφερειακών εφημερίδων, μετά την δημοσιοποίηση του νέου νομοσχεδίου για τις δημόσιες συμβάσεις, το οποίο καθιστά μη υποχρεωτική τη δημοσίευση προκηρύξεων και διακηρύξεων σε αυτές.

Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου αφορά «στον εκσυγχρονισμό, την απλοποίηση και την αναμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου των δημοσίων Συμβάσεων, ειδικότερες ρυθμίσεις προμηθειών στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας και άλλες διατάξεις για την ανάπτυξη και τις υποδομές». Στο άρθρο 19, παράγραφος 1 αναφέρει ότι οι αναθέτουσες αρχές δημοσιεύουν τις διακηρύξεις και τις προκηρύξεις αποκλειστικά και μόνον στο Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ).

Το περίεργο είναι ότι μόλις πρόσφατα, με την εισηγητική έκθεση του ν. 4674/2020 δόθηκε παράταση στην υποχρέωση του Δημοσίου να καταχωρεί στον Τύπο: «Ο καθορισμός νέας ημερομηνίας ισχύος της κατάργησης της υποχρέωσης δημοσίευσης περίληψης διακηρύξεων στον περιφερειακό και τοπικό Τύπο, κρίνεται επιβεβλημένος για λόγους διαφάνειας των δημοσίων συμβάσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, η οποία εξυπηρετείται καλύτερα από τη δημοσίευση των σχετικών περιλήψεων διακηρύξεων στον τοπικό και περιφερειακό Τύπο» ανέφερε σχετικά η έκθεση.

Όπως ήταν φυσικό, η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση των περιφερειακών και τοπικών εφημερίδων, οι οποίες μέσω των Ενώσεών τους απέστειλαν κοινή επιστολή στον Υπουργό Ανάπτυξης & Επενδύσεων, Ά. Γεωργιάδη, στον Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό, Θ. Λιβάνιο, στον Γ.Γ. Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού, Γρ. Δημητριάδη και στον Γ.Γ. Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, Γ. Μαστρογεωργίου. «Ο αναπροσανατολισμός της ενημέρωσης στα ηλεκτρονικά εργαλεία και Μητρώα, δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσει τις εφημερίδες.

Ούτε βεβαίως με μια τέτοια μονοκονδυλιά μπορεί να διαγραφεί η αξία και ο ρόλος των εφημερίδων στην ενημέρωση των πολιτών και τη μαζική επικοινωνία γενικότερα» αναφέρει μεταξύ άλλων η σχετική επιστολή, την οποία συνυπογράφουν ο Σύνδεσμος Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων (ΣΗΠΕ), η Ένωση Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου (ΕΙΕΤ) και ή Ένωση Δημοσιογράφων Ιδιοκτητών Τύπου (ΕΔΙΠΤ). Και η επιστολή συνεχίζει: «Το πρόβλημα εδώ είναι ότι μιλάμε για περιστολή δημοσιότητας και συνεπώς της διαφάνειας επί των δημοσίων Συμβάσεων, ενέργεια αντίθετη με το ευρωπαϊκό υπόδειγμα για τις σχέσεις Δημοσίου – εφημερίδων και διαφάνειας, που ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε.

Πρόκειται για εμμονή ζημιογόνα και ακατανόητη όπως και ο κατακερματισμός των θεμάτων του περιφερειακού Τύπου, που βρίσκουν τη θέση τους εμβόλιμα σε αλλότρια νομοσχέδια, συντηρώντας επίσης έτσι μια θεσμική Βαβυλωνία, που εκτείνεται από το νομοθετικό έργο στη διοικητική εφαρμογή (…) Άραγε, δεν αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγήν η κατάργηση της δημοσίευσης των Ισολογισμών στις εφημερίδες και η μεταφορά τους στο… σκοτάδι του ΓΕΜΗ; Μια ατυχής (;) πράξη, όπως την έχουν χαρακτηρίσει διαχρονικά πλείστοι συναρμόδιοι υπουργοί».

Καταλήγοντας η σχετική επιστολή των Ενώσεων, ζητά την διατήρηση επ’ αόριστον των καταχωρίσεων και την αντικατάσταση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 19, του συζητούμενου νομοσχεδίου με τη φράση, «στην παρ.1 του άρθρου 66 του Ν4412/16, μετά το πρώτο εδάφιο προστίθενται δυο ακόμη εδάφια ως εξής: Οι προκηρύξεις, διακηρύξεις και αποφάσεις αυτές δημοσιεύονται υποχρεωτικά στον περιφερειακό και τοπικό τύπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν3548/07 ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Η δαπάνη των δημοσιεύσεων αυτών βαρύνει την Αναθέτουσα Αρχή ή τον Αναθέτοντα Φορέα».

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την εξέλιξη του θέματος. Θα σταθούμε όμως στο γεγονός ότι έτσι δεν προκύπτει ούτε ξεκάθαρη, ούτε βιώσιμη λύση. Αντίθετα συντηρείται ένα πρόβλημα που απλά δεν θα έπρεπε να είναι πρόβλημα πλέον. Χρόνος υπάρχει ωστόσο για την επίλυσή του.

Νομοσχέδιο ΜΜΕ: Θετικό, αλλά όχι τέλειο

Κατατέθηκε λοιπόν στη Βουλή πριν μερικές ημέρες το νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ, με το οποίο ενσωματώνεται στην εθνική νομοθεσία η τροποποιημένη οδηγία της ΕΕ με αριθμό 2018/1808, επιτρέποντας ένα πρώτο σχόλιο για τα όσα περιλαμβάνει.

Το νομοσχέδιο ενσωματώνει ευρωπαϊκή οδηγία που έχει ψηφιστεί το 2018 από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, ενώ παράλληλα περιλαμβάνει επιπλέον διατάξεις για την εύρυθμη λειτουργία της τηλεοπτικής αγοράς των ΜΜΕ ευρύτερα, τα οποία έχουν πληγεί σοβαρά από την πανδημία.

Όσον αφορά στο πρώτο σκέλος του, το πιο σημαντικό είναι ότι για πρώτη φορά ρυθμίζεται το οπτικοακουστικό περιεχόμενο σε όλες τις μορφές προβολής και αναπαραγωγής του, δηλαδή την παραδοσιακή γραμμική τηλεόραση, τις κατά παραγγελία οπτικοακουστικές υπηρεσίες (συνδρομητική, ondemand, Netflix), αλλά και για τις πλατφόρμες διαμοιρασμού video, όπως π.χ. το YouΤube και τις υπηρεσίες μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ως προς το οπτικοακουστικό τους περιεχόμενο.

Ωστόσο, οι διατάξεις που αφορούν στην εσωτερική αγορά, παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι φέρνουν 15 αλλαγές. Από τις σημαντικότερες είναι οι ρυθμίσεις για την άμβλυνση των οικονομικών επιπτώσεων που υφίστανται οι επιχειρήσεις ΜΜΕ στην παρούσα, δύσκολη συγκυρία.

Πιο συγκεκριμένα, προβλέπεται η απαλλαγή των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών από την καταβολή του 1,5% των ετήσιων διαφημιστικών τους εσόδων για την παραγωγή κινηματογραφικών έργων, ενώ παράλληλα τους απαλλάσσει από τον ειδικό φόρο διαφήμισης συντελεστή ύψους 5% έως και τις 31/21/2022. Θετικό το βήμα, θα μπορούσε ωστόσο να ήταν μόνιμο, καθώς η περιφερειακή τηλεόραση βάλλεται πανταχόθεν χρόνια τώρα και πρέπει να στηριχθεί περαιτέρω.

Θετική σε ένα βαθμό είναι και η ρύθμιση για την διατήρηση των θέσεων εργασίας, η οποία δίνει τη δυνατότητα στους τηλεοπτικούς σταθμούς να προσμετρούν στους εργαζομένους τους ποσοστό έως 15% από προσωπικό που απασχολείται με εξαρτημένη σχέση εργασίας σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις ή ανεξάρτητες εταιρείες παραγωγής, οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες για τις ανάγκες του συγκεκριμένου σταθμού.

Εξίσου θετική είναι η ενθάρρυνση για την υλοποίηση επενδύσεων από τους τηλεοπτικούς σταθμούς σε πρόγραμμα, εξοπλισμό και υποδομές προς όφελος του τηλεοπτικού κοινού, μέσω της δυνατότητας απομείωσης της ετήσιας δόσης της άδειας για το 2020 για το αντίστοιχο ποσό. Και μπορεί στο σημείο αυτό η αντιπολίτευση να θεωρεί ότι χαρίζονται χρήματα στους καναλάρχες, ωστόσο η επένδυση της διαφοράς σε πρόγραμμα, λειτουργεί πολλαπλασιαστικά για την τηλεοπτική βιομηχανία, δημιουργώντας επιπλέον οικονομική ανάπτυξη σε εκατοντάδες εργαζόμενους.

Σημαντική είναι και η διάσταση της διαφάνειας. Στο πλαίσιο αυτής, εισάγει την υποχρέωση καταγραφής στο Μητρώο του ΕΣΡ του συνόλου των εγκατεστημένων στην Ελλάδα παρόχων υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας, γραμμικών, συνδρομητικών και κατά παραγγελία, ενώ ρυθμίζει θέματα που αφορούν στην έγκριση μεταβιβάσεων ραδιοφωνικών σταθμών ή της εισδοχής νέου εταίρου σε τέτοιες επιχειρήσεις και θεμελιώνει το ασυμβίβαστο της παράλληλης συμμετοχής σε ραδιοφωνική επιχείρηση, φορέα ραδιοφωνικού σταθμού ελεύθερης λήψης και σε διαφημιστική επιχείρηση προς το σκοπό της διασφάλισης της συντακτικής ελευθερίας των παρόχων ραδιοφωνικών υπηρεσιών.

Τέλος, θεσπίζεται η υποχρέωση οικονομικής συνεισφοράς (1,5% του κύκλου εργασιών που αφορά στην Ελλάδα) στους παρόχους κατά παραγγελία υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που απευθύνονται σε ελληνικό κοινό ενώ εδρεύουν σε άλλο κράτος-μέλος. Υπάρχουν και άλλες διατάξεις, όπως π.χ. ο ορισμός ως καταληκτικής ημερομηνίας για τη διαδικασία αδειοδότησης των περιφερειακών και θεματικών τηλεοπτικών σταθμών την 31η Δεκεμβρίου 2022, αλλά και το σχέδιο τεχνολογικής αναβάθμισης της ΕΡΤ.

Το σίγουρο είναι πως δεν πρόκειται για ένα τέλειο νομοσχέδιο, εξακολουθεί να αφήνει γκρίζες ζώνες. Είναι ωστόσο ένα πρώτο βήμα και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Νέος νόμος ΜΜΕ: Τα 4 αγκάθια

Όλο και πιο κοντά στην κατάθεσή του στη Βουλή έρχεται το νέο νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ, το οποίο αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό καθεστώς διαβούλευσης με τους αρμόδιους φορείς. Το προηγούμενο σχετικό νομοσχέδιο που είχε ετοιμαστεί από τον Στέλιο Πέτσα είχε αποσυρθεί, αφού είχε προκαλέσει πολλές αντιδράσεις. Ωστόσο τίποτα δεν διασφαλίζει ότι κάτι αντίστοιχο δεν θα γίνει και με το νέο.

Κι αυτό διότι μια προσεκτική μελέτη του νέου προσχεδίου δείχνει ότι τα μέτωπα παραμένουν ανοικτά και οι διατάξεις που η κυβέρνηση θέλει να περάσει παραμένουν δύσκολες και απαιτούν γενναίες παραχωρήσεις από όλους. Παραχωρήσεις τις οποίες δεν ευνοεί η παρούσα συγκυρία. Στόχος της κυβέρνησης βέβαια είναι το νομοσχέδιο να κατατεθεί μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου, κάτι που μένει να αποδειχθεί στην πράξη. Μελετώντας το προσχέδιο, εντοπίζει κανείς 4 βασικά σημεία τα οποία έχουν πυροδοτήσει τις εντάσεις.

Το πρώτο που αφορά και στον διαφημιστικό κλάδο έχει να κάνει με το περίφημο άρθρο 48, το οποίο κατά την ΕΔΕΕ και τον ΣΔΕ, με τις σχετικές διατάξεις του αλλάζει τα δεδομένα διεξαγωγής των specs, απαγορεύει στην ουσία την παροχή υπηρεσιών media auditing και συνδέει άμεσα την λήψη πιστωτικών από τα ΜΜΕ με την παροχή φοροελαφρύνσεων για τη διαφημιστική δαπάνη. Οι εν λόγω φορείς δεν μπορούν να αποδεχθούν το βαθμό παρέμβασης του κράτους σε μια τέτοια σημαντική διαδικασία. Κυρίως από τη στιγμή που όλες οι διατάξεις είχαν φτιαχτεί χωρίς να ζητηθεί η γνώμη τους.

Το δεύτερο σημείο τριβής έχει να κάνει με την απόσυρση του όρου «ενημερωτικός» από την κατηγορία των θεματικών καναλιών είτε πανελλαδικής είτε περιφερειακής εμβέλειας. Αν στο σημείο αυτό προσθέσει κανείς και τις διαφωνίες για τους όρους και τις προϋποθέσεις αδειοδότησης των περιφερειακών καναλιών, δημιουργείται ένα εκρηκτικό κοκτέιλ διαφορετικών απόψεων και εκτιμήσεων που δεν φαίνεται να μπορεί εύκολα να απενεργοποιηθεί.

Το τρίτο σημείο που προκαλεί διαφωνίες είναι το άρθρο 17, που προβλέπει την έμμεση χρηματοδότηση των ιδιωτικών καναλιών μέσω των κονδυλίων για τον κινηματογράφο. Κι αυτό διότι στο άρθρο αυτό προβλέπεται η μεταφορά ποσοστού 1,5% για την παραγωγή εθνικής κινηματογραφικής παραγωγής από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου στο ΕΚΟΜΕ, αφού το τελευταίο ουσιαστικά χρηματοδοτεί κυρίως τηλεοπτικές και διεθνείς παραγωγές, οι οποίες όμως ενισχύονται ούτως ή άλλως από κονδύλια χωρών της Ε.Ε.

Το τέταρτο προβληματικό σημείο είναι το άρθρο 41, το οποίο έχει να κάνει με τον αριθμό των απασχολούμενων σε κάθε τηλεοπτικό σταθμό. Το προηγούμενο προέβλεπε τη μείωση των απασχολούμενων με συμβάσεις, από 400 σε 280 εργαζόμενους, το οποίο προκάλεσε και μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις. Ωστόσο εδώ υπάρχει μια νέα πρόταση που έκανε ο Στέλιος Πέτσας, σύμφωνα με την οποία η μείωση των απασχολούμενων θα ήταν από τα 400 στα 320 άτομα, με τα υπόλοιπα 80 να απασχολούνται σε άλλες εταιρείες των τηλεοπτικών ομίλων. Η πρόταση αυτή φάνηκε τότε να ικανοποιεί τους εργαζόμενους στα κανάλια, μένει να επιβεβαιωθεί και στο νέο νομοσχέδιο.

Σε κάθε περίπτωση, η εξίσωση είναι δύσκολη, ειδικά στην παρούσα συγκυρία, με την πανδημία να στέκεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια εργαζομένων, αλλά και ιδιοκτητών καναλιών. Μέχρι που μπορούν να φτάσουν οι υποχωρήσεις των εμπλεκόμενων κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Σε κάθε περίπτωση, είναι η ώρα το θέμα αυτό να κλείσει, ώστε ο ευρύτερος κλάδος των ΜΜΕ να πάει παρακάτω.

Οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει τα προσεχή χρόνια και ιδιαίτερα αμέσως μετά το πέρας της πανδημίας είναι δύσκολες και δεν επιτρέπουν εσωστρέφεια και αδράνεια.

Όταν το δημόσιο διαφημίζεται…

Ξεπέρασε τα 5,5 εκατ. ευρώ το κονδύλι για τις επικοινωνιακές ανάγκες του ευρύτερου δημόσιου τομέα το πρώτο 15νθήμερο του 2021, σύμφωνα με στοιχεία που αφορούν σε 11 δημόσιους φορείς. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το ελληνικό δημόσιο παραμένει ενεργό σε μεταρρυθμίσεις, οι οποίες προφανώς και έχουν ανάγκη ευρύτερης επικοινωνίας.

Ίσως να περίμενε κανείς να γκρινιάξουμε για το ύψος των κονδυλίων, τα οποία δεν είναι και λίγα, εν μέσω μάλιστα πανδημίας, η οποία έχει δημιουργήσει σημαντικά οικονομικά προβλήματα τόσο στο ίδιο το κράτος, όσο και στην αγορά. Προβλήματα που αναμένεται να ενταθούν τους προσεχείς μήνες, όσο η πανδημία απομακρύνεται και πλησιάζει η στιγμή που τα χρήματα που έχουν δοθεί από το κράτος θα πρέπει να επιστραφούν, αφού είναι δανεικά.

Κι όμως, ο μόνος τρόπος να επιστραφούν όχι από φορολογία προσώπων και επιχειρήσεων, αλλά από φορολογικά έσοδα που θα προκύπτουν από αναπτυξιακές δράσεις είναι απλά… να υπάρξουν αυτές οι δράσεις. Και το κράτος είναι αυτό που πάντα δίνει τον ρυθμό. Οπότε, ναι, πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις και ναι, αυτές οι μεταρρυθμίσεις έχουν επικοινωνιακές ανάγκες, πρέπει να διαφημιστούν.

Εάν ισχύει αυτό που λέει ο λαός ότι «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται», ίσως το 2021 να συνεχιστεί η αύξηση των διαφημιστικών κονδυλίων του ελληνικού δημοσίου, τάση που έχει ξεκινήσει από το 2019. Όσο όμως η κατάσταση με την πανδημία και το άνοιγμα της οικονομίας παραμένουν ρευστά, η αύξηση αυτή θα είναι έωλη.

Τι αφορούν όμως τα πρώτα διαφημιστικά κονδύλια; Εκ πρώτης φαίνεται ότι υπάρχουν Υπουργεία αλλά και Περιφέρειες που έχουν επιπλέον επικοινωνιακές ανάγκες, αφού εμφανίζονται με περισσότερα από ένα διαφημιστικά προγράμματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το μεγαλύτερο διαφημιστικό κονδύλι που εγκρίθηκε αφορά στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και είναι ύψους 1.990.600 ευρώ.

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται το πρόγραμμα επικοινωνιακής προβολής του Ιδρύματος Νεολαίας και Διά Βίου Μάθησης, ύψους 962.794,70 ευρώ, ενώ ακολουθεί το επικοινωνιακό πρόγραμμα της Περιφέρειας Θεσσαλίας με δαπάνη 882.000 ευρώ. Μάλιστα, για τη Θεσσαλία και την Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης εγκρίθηκε και δεύτερο επικοινωνιακό πρόγραμμα αξίας 520.000 ευρώ.

Στη συνέχεια υπάρχουν εγκεκριμένα διαφημιστικά κονδύλια για την προβολή της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, ύψους 343.000, την προβολή του δήμου Αρταίων, δαπάνης 254.688 ευρώ, την προβολή της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος Περιφέρειας Κρήτης, αξίας 325.000 ευρώ, το πρόγραμμα επικοινωνιακής προβολής της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος Ανταγωνιστικότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης, ύψους 100.000 ευρώ, την επικοινωνιακή προβολή της Εθνικής Αρχής Συντονισμού ΕΣΠΑ, αξίας 47.120 ευρώ, το πρόγραμμα επικοινωνιακής προβολής της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, με δαπάνη 74.400 ευρώ, καθώς και την προβολή του Δήμου Πάρου, αξίας 81.587,12 ευρώ. Σε όλα τα παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε και τα 18,5 εκατ. ευρώ που θα επενδυθούν διαφημιστικά για την Εθνική Εκστρατεία Εμβολιασμού, που έχει ήδη ξεκινήσει.

Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: Το πρόβλημα δεν είναι εάν το ελληνικό κράτος επενδύει πολλά χρήματα σε διαφήμιση όταν αυτά αφορούν έργα εκσυγχρονισμού, αλλά ο τρόπος που αυτά δίνονται. Απαιτείται διαφάνεια σε κάθε βήμα, ώστε να εκλείψουν και οι φωνές που μιλούν για σπατάλη. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει μεγάλα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση και η κατάσταση είναι πολύ καλύτερη από ότι πριν 15 χρόνια. Ωστόσο υπάρχουν ακόμα σημαντικά βήματα που πρέπει να γίνουν. Η τεχνολογία στέκεται αρωγός σε αυτή την κατεύθυνση. Αρκεί να συμπορευθούν μαζί της και οι νοοτροπίες. Το τελευταίο είναι και το πιο δύσκολο…

Ο περιφερειακός Τύπος και… το ψάρι των Κινέζων

To δρόμο της φαίνεται ότι παίρνει μια κάποια λύση στα σημαντικά προβλήματα του περιφερειακού Τύπου, μετά τις επαφές των αρμόδιων θεσμικών οργάνων του με εκπροσώπους της κυβέρνησης. Το ζητούμενο είναι οι επαφές αυτές να είναι ουσιαστικές και να έχουν αποτέλεσμα.

Η αρχή έγινε στα μέσα Δεκεμβρίου, όταν πραγματοποιήθηκε τηλεδιάσκεψη εκπροσώπων των περιφερειακών μέσων με τον τότε υπουργό Εργασίας Γιάννη Βρούτση και τον τότε υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικό εκπρόσωπο Στέλιο Πέτσα. Στην τηλεδιάσκεψη συμμετείχαν οι Γ. Κατσαΐτης και Μ. Χαλκιαδάκης, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος αντίστοιχα του ΣΗΠΕ, Μ. Μουντάκης, Πρόεδρος της ΕΙΕΤ, Μ. Σαββάκης, Πρόεδρος της ΕΔΙΠΤ, Γ. Τριανταφυλλόπουλος, Πρόεδρος της ΕΙΗΕΕ, Γ. Γαρεδάκης, πρώην Πρόεδρος του ΣΗΠΕ και Γ. Μιχαλόπουλος, Διευθύνων Σύμβουλος της εφημερίδας Ελευθερία.

Στο πλαίσιο της συνάντησης, οι Γ. Βρούτσης και Στ. Πέτσας επισήμαναν την πρόθεσή τους να παρέμβουν άμεσα ώστε να ανακουφισθούν οι επιχειρήσεις περιφερειακού και κλαδικού Τύπου, που εμφανίζονται χρεωμένες έναντι των ασφαλιστικών Ταμείων, προϊδεάζοντας για σειρά επαφών τις προσεχείς εβδομάδες, ώστε να βρεθεί μια ουσιαστική λύση.

Όσον αφορά στο πρόγραμμα στήριξης του Τύπου ο Στέλιος Πέτσας δήλωσε ότι δεν έχει αποκλίνει από τις υποσχέσεις που έδωσε το 2019, λέγοντας ότι από τον Απρίλιο του 2020 έχει ετοιμάσει Σχέδιο, που ωστόσο εκκρεμεί. Εξετάζει μάλιστα την καθιέρωση μηδενικού ΦΠΑ στις επιχειρήσεις Τύπου, σύμφωνα με ευρωπαϊκό υπόδειγμα.

Τις τελευταίες εβδομάδες υπήρχε έκδηλη ανησυχία από τους εκπροσώπους του περιφερειακού Τύπου για την τύχη του προγράμματος στήριξης που είχε εξαγγείλει η νυν κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε, δεδομένου ότι η ίδια «πάγωσε» αντίστοιχο πρόγραμμα που είχε εξαγγείλει η προηγούμενη, με την αιτιολογία της επανεξέτασής του.

Η συζήτηση των ενώσεων με τους κυβερνητικούς εκπροσώπους προχώρησε και σε πιο εξειδικευμένα ζητήματα, με τον Στ. Πέτσα να διατυπώνει την πρόθεσή του να παρέχεται κάθε αρωγή στα λογιστήρια των επιχειρήσεων Τύπου ώστε να μην συσσωρεύονται ανεξόφλητες εκκρεμότητες τιμολογίων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ιδιαιτέρως με τη λήξη του οικονομικού έτους.

Ο τότε υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ δεσμεύτηκε για την έναρξη οργανωμένου διαλόγου με αντικείμενο το θεσμικό πλαίσιο συνολικά του Τύπου, περιφερειακού και κλαδικού, από τα μέσα Ιανουαρίου του νέου χρόνου. Σ’ αυτήν τη συζήτηση ο ίδιος έθεσε και τα ασφαλιστικά βάρη αλλά και τη διατήρηση των καταχωρίσεων. Υπάρχουν ωστόσο πολλά ακόμα προβλήματα προς επίλυση, όπως ο ειδικός φόρος 5% επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων, το τέλος 0,02% που υποχρεούται να δίνει η περιφερειακή τηλεόραση για το Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας, η συνεισφορά για την ενίσχυση της οπτικοακουστικής παραγωγής και μάλιστα επί του κύκλου εργασιών κ.α.

Το timing είναι ιδανικό. Πρώτα από όλα διότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια χρόνου, δεδομένου ότι κάθε καθυστέρηση θα είναι μοιραία για τις περιφερειακές εφημερίδες. Από την άλλη, υπάρχουν πληροφορίες για την ύπαρξη κάποιου είδους αναπτυξιακού προγράμματος του Τύπου μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίες εάν επιβεβαιωθούν θα δώσουν ώθηση στα περιφερειακά μέσα, όχι σε επίπεδο πρόσκαιρων επιδοτήσεων, αλλά ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων, που θα εκσυγχρονίσουν τόσο τις υποδομές, όσο και το ανθρώπινο δυναμικό του. Γιατί το ζήτημα δεν είναι απλά να ενισχύεις με χρήματα, αλλά να δημιουργείς με αυτά δομές και προϋποθέσεις που θα σου αποφέρουν σταθερά και άλλα. Όπως λένε και οι κινέζοι «μην δώσεις ψάρι στον φτωχό, μάθε τον να ψαρεύει»…

Τα metrics στην πρώτη γραμμή των PR

Η κρίση της πανδημίας με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος όλος ο πλανήτης δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστο ούτε τον κλάδο των δημοσίων σχέσεων. Τα έσοδα των εταιρειών του μειώνονται σταθερά σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ οι προσδοκίες ανάπτυξης μειώνονται.

Ίσως να περίμενε κανείς να συμβεί το αντίθετο, ειδικά από τη στιγμή που ο κλάδος των PR τα τελευταία 5 χρόνια έχει αλλάξει ριζικά, τόσο με αιχμή τις νέες τεχνολογίες, όσο και τις δομικές αλλαγές που έχουν υποστεί τα media.

Aν στην παραπάνω πραγματικότητα προσθέσει κανείς την ολοένα και μεγαλύτερη ανάγκη διαφάνειας, δεοντολογίας και ηθικής σε όλο το φάσμα της επιχειρηματικής δράσης, αλλά και της ενημέρωσης, θα περίμενε ότι οι δημόσιες σχέσεις θα βρίσκονταν σε καλύτερη μοίρα.

Η τελευταία έρευνα του International Communications Consultancy Organiza-tion (ICOO), World PRReport 2020, που διεξήχθη σε συνεργασία με τις εταιρείες Provoke Media και Opinium, αναφέρει ότι το 62% των εταιρειών PR διεθνώς ακύρωσαν καμπάνιες, ενώ το 61% αναμένουν μείωση εσόδων από fees. Παράλληλα καταγράφηκαν απώλειες στα new business, δεδομένου ότι το 46% των ερωτηθέντων είπαν ότι είχαν απώλειες 46% στα κέρδη, ενώ περίπου 40% ήταν η μείωση στα specsστα οποία οι εταιρείες PR συμμετείχαν.

Ωστόσο, οι αρνητικές συνέπειες της πανδημίας δεν σταματούν εδώ, αφού η έρευνα δείχνει ότι το 38% των συμμετεχόντων σε αυτή έχουν υποστεί καθυστερήσεις στις πληρωμές από τους πελάτες τους, εξέλιξη που δυσκολεύει πάρα πολύ την προσπάθεια σταθεροποίησής τους στην ευρύτερη αγορά.

Τα αρνητικά δεδομένα δεν σταματούν εδώ. Η πανδημία Covid-19 προκάλεσε επιπλέον προβλήματα, όπως «πάγωμα» των προσλήψεων (σε ποσοστό 35%), μειώσεις μισθών (σε ποσοστό 35%), αλλά και απολύσεις (σε ποσοστό 15%). Την ίδια στιγμή βέβαια, τα συγκεκριμένα προβλήματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν και προκλήσεις για τις εταιρείες PR, η αντιμετώπιση των οποίων θα οδηγήσει τον κλάδο στη νέα εποχή που επιβάλλουν οι συνθήκες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η μελέτη των επιμέρους κλάδων που επηρεάστηκαν στο κομμάτι αυτό. Σύμφωνα με το World PR Report 2020, οι κλάδοι που επηρεάστηκαν περισσότερο είναι οι consumerbrand communication υπηρεσίες, οι κλάδοι retail, φιλοξενίας, τροφίμων και ποτών, ψυχαγωγίας, αυτοκινήτου και luxury.

Υπάρχουν όμως και υπηρεσίες που ελέω συνθηκών, βρίσκονται σε ανάπτυξη, όπως είναι η διαχείριση κρίσεων (αναμενόμενο σε ένα βαθμό…), το digital και social, οι corporate και employee communications, ενώ σε επίπεδο τομέων ενισχύθηκαν οι υπηρεσίες τεχνολογίας, το healthcare και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Ειδικότερα οι υπηρεσίες healthcare εκτιμάται ότι διανύουν ίσως την πλέον αναπτυξιακή πορεία των τελευταίων χρόνων, μια πορεία που αναμένεται να διατηρηθεί για αρκετά χρόνια ακόμα, όσο τα θέματα της υγείας και οι παγκόσμιες υγειονομικές κρίσεις θα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα, οι 5 βασικοί τομείς υπηρεσιών που θα αναπτυχθούν την επόμενη 5ετία στον κλάδο είναι Consumer Consulting (46%), Corporate Reputation (42%), MultimediaContent Creation (32%), Marketing Communications (28%), Social & Media & Community Management(28%). Όσον αφορά δε στους τομείς που θα αναπτυχθούν το ίδιο διάστημα, είναι oι IT & Technology (60%), Healthcare (40%), Financial & Professional Services (38%), Consumer Products (32%), Industrial/Manufacturing (22%).

Τέλος, σύμφωνα με το World PR Report 2020 οι πελάτες σήμερα ζητούν περισσότερο engagement metrics (π.χ. social media figures) (22%), awareness metrics (12%), advertising value equlvalency (AVE) (10%), sales figures (4%), media clipping (4%).

Όπως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα ωστόσο, οι δημόσιες σχέσεις έχουν μπροστά τους σημαντικές ευκαιρίες ανάπτυξης. Στην εποχή των fake news αλλά και της δυσπιστίας με την οποία πολίτες και καταναλωτές αντιμετωπίζουν θεσμούς και επιχειρήσεις, οι εταιρείες PR πρέπει να επενδύσουν περισσότερο σε πρακτικές δεοντολογίας και ηθικής, απολύτως απαραίτητες σε ένα απρόβλεπτο περιβάλλον, όπου τα digital και social media αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο την επιρροή τους.

DIME Awards 2020: H ΠΑΕ ΠΑΟΚ «Digital Brand of the Year» | Παναγιώτης Αρωνιάδης: «Δημιουργούμε διαρκώς προκλήσεις για εμάς»

Η δημιουργικότητα και η καινοτομία έχουν πάντα τη δύναμη να κάνουν τη διαφορά και να «σπάνε» στερεότυπα. Γιατί τι άλλο από το «σπάσιμο» στερεοτύπων είναι η ανάδειξη για 2η συνεχόμενη χρονιά της ΠΑΕ ΠΑΟΚ, ενός αθλητικού συλλόγου, σε «Digital Brand of the Year/Content & UX» στα πρόσφατα DIME Awards;

H «στερεοτυπική» σκέψη θα ήθελε ίσως το Digital Brand of the Year να είναι ένα διαφημιζόμενο brand, που θα μπορούσε να είναι ένα καταναλωτικό προϊόν ή μια υπηρεσία. Κι όμως, και στα φετινά DIME είδαμε τη διάκριση αυτή να απονέμεται σε έναν αθλητικό σύλλογο και δη στην ΠΑΕ ΠΑΟΚ. Τα πώς και τα γιατί της διάκρισης αυτής αναλύει ο Παναγιώτης Αρωνιάδης, New Media Director της ΠΑΕ ΠΑΟΚ, στη συνέντευξη που ακολουθεί.

To να αναδεικνύεται ένας αθλητικός σύλλογος «Digital Brand of the Year» στα DIME και μάλιστα για 2η συνεχόμενη χρονιά, αποτελεί σημαντική εξέλιξη, από κάθε άποψη. Θα θέλαμε ένα σχόλιο.

Αισθανόμαστε πολύ περήφανοι. Είναι η επιβράβευση των ατελείωτων ωρών δουλειάς των προηγούμενων χρόνων, αφού τίποτα δεν έρχεται μόνο του και από τη μία μέρα στην άλλη. Μην ξεχνάμε πως ο ΠΑΟΚ δεν είναι Media Agency, ούτε Marketing Agency ώστε να διαθέτει τους ανθρώπινους πόρους για να δουλεύει σε πολλά project ταυτόχρονα. Κι όμως κατάφερε και απέσπασε τη διάκριση, ξεπερνώντας μεγάλες εταιρείες επικοινωνίας και brands, αλλά και εταιρείες όπως η ΕΡΤ, η οποία επένδυσε πολλά στο Ertflix.
Ο ΠΑΟΚ βραβεύτηκε για 7 διαφορετικά έργα κι έφτασε τα 17 μέσα σ’ ένα χρόνο. Όλα εμπνευσμένα και υλοποιημένα in house μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Γεγονός που αποδεικνύει ότι δικαίως θεωρείται leader της ψηφιακής αγοράς και η εταιρεία που θέτει τα απαραίτητα στάνταρ σε επίπεδο επικοινωνίας, δημιουργίας και διαχείρισης περιεχομένου και community.

Θα επαναλάβω ότι είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε μια τόσο προοδευτική και ανοιχτόμυαλη διοίκηση, η οποία μας επιτρέπει να υλοποιούμε όποια τρέλα μας έρχεται στο κεφάλι και μας παρέχει τα εφόδια για να τη φέρουμε σε πέρας. Αυτό βέβαια που μας στενοχωρεί είναι πως η διοργάνωση υπέπεσε σε ένα σοβαρό λάθος στην αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων, στερώντας μας τη χαρά να επικοινωνήσουμε σωστά την επιτυχία μας. Το σημαντικό, βέβαια, είναι ότι ο ΠΑΟΚ διατήρησε τον τίτλο του.

Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά του συλλόγου που οδήγησαν στη διάκριση αυτή;

Πρώτα απ’ όλα η ακόρεστη ανάγκη για δημιουργία, η οποία αποτελεί την κινητήριο δύναμή μας. Θέλουμε να γινόμαστε συνεχώς καλύτεροι, να εμπλουτίζουμε το περιεχόμενό μας, να βάζουμε δύσκολα στους εαυτούς μας, να ξεπερνάμε στόχους, να σηκώνουμε τον πήχη και να δημιουργούμε προκλήσεις για εμάς, αλλά και για την υπόλοιπη αγορά.
Η στόχευσή μας δεν είναι ελληνική. Θυμάμαι σε μια συνάντηση που είχαμε πριν μερικά χρόνια με τον κ. Σαββίδη, να μας λέει χαρακτηριστικά πως «αν μπορούμε έστω και σ’ ένα τομέα ν’ ανταγωνιστούμε ομάδες όπως η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ κι αυτός ο τομέας είναι ο δικός σας, είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε». Και θέλουμε να πιστεύουμε ότι το κάνουμε και με τον τρόπο μας συμπαρασύρουμε και τις υπόλοιπες ελληνικές ομάδες ν’ ακολουθήσουν. Είδαμε ότι ο Παναθηναϊκός έφτιαξε το PAO TV χρησιμοποιώντας τη δική μας περσινή πλατφόρμα, ότι ο Ολυμπιακός δημιούργησε τη δική του ταινία στα πρότυπα του «The Invincibles», η ΑΕΚ κι ο ΟΦΗ διακρίθηκαν στα Sports Marketing Awards.

Μιλώντας για τη στρατηγική και τη φιλοσοφία μας, προσπαθούμε να είμαστε αυθεντικοί, εξωστρεφείς, φρέσκοι, δημιουργικοί, απαλλαγμένοι από στερεότυπα και προκαταλήψεις και συναισθηματικά έξυπνοι, γιατί μιλάμε για ποδόσφαιρο όπου τα δεδομένα αλλάζουν ανά πάσα στιγμή και είσαι υποχρεωμένος ν’ αντιλαμβάνεσαι τη δύναμη της στιγμής. Τέλος, απαραίτητα συστατικά σε όλες μας τις δουλειές είναι η αισθητική και η ποιότητα, που αποτελούν κομμάτια του branding μας.

Προσπαθούμε να σκεφτόμαστε και να λειτουργούμε ως χρήστες προκειμένου να ικανοποιήσουμε την ψηφιακή μας κοινότητα που αριθμεί περισσότερους από ένα εκατομμύριο χρήστες. Αυτός είναι και ο λόγος που επιδιώκουμε να «χτίσουμε» όσο το δυνατόν πιο προσωπικές σχέσεις με το κοινό μας. Θέλουμε να μας νιώθουν κοντά τους, να είμαστε ένας από αυτούς. Έστω κι αν δεν γνωρίζουν ποιος είναι πίσω από το πληκτρολόγιο…

Πίσω από όλα αυτά βέβαια «κρύβονται» εξαιρετικοί επαγγελματίες, απ΄ όσο γνωρίζω…

Πράγματι. Και χαίρομαι που μου δίνεται εδώ η δυνατότητα να ευχαριστήσω την ομάδα μου. Τη δική μας οικογένεια. Τον Μάκη Γκαγκάτση και τη Μαρία Γκοντσάρεβα, που είναι στη διοίκηση. Τον Κυριάκο Κυριάκο, που έχει την ευθύνη της εταιρικής πολιτικής και στρατηγικής. Τον Λευτέρη Δούκα, στο κομμάτι της επικοινωνίας. Κι έπειτα τους άμεσους συνεργάτες μου, Μιχάλη, Κώστα, Άκη, Νίκο, Νένα, Αναστασία, Παύλο, Στεφανία και Γιάννη.

Δύο Gold, τρία Silver και δύο Bronze Awards ήταν η συγκομιδή σας στα φετινά DIME. Πείτε μας δύο λόγια για τις συγκεκριμένες συμμετοχές.

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Μιλάμε για το PAOK TV, ως «Best Outstanding New Project». Tην ψηφιακή ΟΤΤ πλατφόρμα που άλλαξε τα δεδομένα στον τηλεοπτικό χάρτη και κέρδισε διεθνή προβολή, αφού ο ΠΑΟΚ ήταν η μοναδική ομάδα στην Ευρώπη που διαχειρίστηκε μόνη της τα δικαιώματα των εντός έδρας αγώνων της και τα μετέδωσε μέσω της δικής της πλατφόρμας.
Gold πήρε και η κάλυψη της φαντασμαγορικής γιορτής για την κατάκτηση του πρωταθλήματος μέσα από το PAOK TV κι όλες τις σελίδες μας στα Social Media με ξεχωριστό κι αποκλειστικό περιεχόμενο σε κάθε μέσο.

Μετά πάμε στην κοινότητά μας στο Viber “Your chat buddy” όπως λέει κι ο τίτλος. Στην παραγωγή της ταινίας ντοκιμαντέρ “The Invincibles” που κέρδισε την κατηγορία «Best Video Reporting». Στη διαχείριση του ψηφιακού community και στη στρατηγική μας για την περίοδο της καραντίνας με το “We stay #PAOKatHome”. Στη γενικότερη στρατηγική μας με τον τίτλο “From fans, for fans” και στην τρελή περσόνα του ΠΑΟΚτσή καμεραμάν που δημιουργήθηκε για την προώθηση της ταινίας “The Invincibles”.

Το PAOK TV αποτέλεσε κορυφαίο εγχείρημα, όχι μόνο για το περιεχόμενο και τη φιλοσοφία του, αλλά και για τη συνολική ποιότητα που εξέπεμπε. Θεωρείτε ότι αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της επιτυχίας;

Πράγματι το PAOK TV ήταν το εγχείρημα που συζητήθηκε όσο κανένα την περασμένη σεζόν. Δικαίως. Ήταν μια τολμηρή ως τρελή κίνηση και χαιρόμαστε που την κάναμε εμείς, διότι όπως έχετε καταλάβει μια μεγάλη δόση… τρέλας την έχουμε. Το PAOK TV ήταν η απόδειξη πως δεν υπάρχουν αδιέξοδα αν σκέφτεσαι ανατρεπτικά και είσαι διατεθειμένος να βγεις εκτός ζώνης ασφαλείας.

Το PAOK TV έδειξε πως ένας σύλλογος δεν χρειάζεται απαραίτητα να εξαρτάται από κάποιον παραδοσιακό τηλεοπτικό πάροχο, αλλά μπορεί να πορευτεί και αυτόνομα, εκμεταλλευόμενος μόνος του το περιεχόμενό του προκειμένου να δημιουργήσει ένα ελκυστικό πακέτο με μεγάλη δυναμική στην αγορά.

Τις προεκτάσεις του PAOK TV πλέον τις έχουν καταλάβει όλοι. Ακόμα κι εκείνοι που φανερά το πολεμούσαν και παρασκηνιακά το μελετούσαν. Παρότι πλέον τα τηλεοπτικά δικαιώματα πέρασαν και πάλι στη Nova – που αναγκάστηκε να μας κάνει σχεδόν διπλάσια προσφορά ακριβώς λόγω της δυναμικής του PAOK TV -, η πλατφόρμα μας είναι εδώ και θα συνεχίσει να είναι, με πλούσιο περιεχόμενο, πέρα από τους αγώνες που μεταδίδονται μόνο στο εξωτερικό.

Ως σύλλογος στηρίζετε σταθερά τα DIME Awards. Θα θέλαμε ένα σχόλιο για τον συγκεκριμένο θεσμό.

Τα Digital Media Awards είναι ένας θεσμός που αναδεικνύει τη δημιουργικότητα σ’ έναν χώρο δίχως ταβάνι. Η τεχνολογία δεν σταματάει κι όσο οι δίαυλοι επικοινωνίας με το κοινό γίνονται περισσότεροι είμαστε κι εμείς υποχρεωμένοι να εξελισσόμαστε. Ο θεσμός επιβραβεύει αυτή την προσπάθεια κι όσους τολμούν να ονειρεύονται. Γι’ αυτό και είμαστε χαρούμενοι που αποτελούμε το «Digital Brand of the Year» τόσο για το 2019, όσο και για το 2020, ενώ η δημιουργικότητά μας αναγνωρίζεται δίχως να περιορίζεται στον αθλητικό τομέα.

Τύπος ώρα μηδέν…

Με ιδιαίτερα πτωτικούς ρυθμούς εξακολουθούν να κινούνται οι κυκλοφορίες των εφημερίδων και των περιοδικών, οι οποίες για το 2019 έφθασαν το -13,7% και -5,9% αντίστοιχα, σε σχέση με το 2018, όπως δείχνει η τελευταία σχετική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ. Πτωτική ήταν η πορεία εφημερίδων και περιοδικών και το 2018 σε σχέση με το 2017, με τα ποσοστά να είναι αντίστοιχα -5,9% και -9,4%.

Η εικόνα είναι απογοητευτική, αλλά κάπου και αναμενόμενη, δεδομένης της τεράστιας διείσδυσης του διαδικτύου στο χώρο της ενημέρωσης, το οποίο είναι πιο άμεσο, αλλά και οικονομικότερο. Είναι χαρακτηριστικό ότι την δεκαετία 2010-2020 σταμάτησαν να κυκλοφορούν 69 εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας, ενώ σήμερα κυκλοφορούν μόλις 55 τίτλοι. Συνολικά στην επικράτεια κυκλοφορούν σήμερα 285 εφημερίδες, οι οποίες αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, άλλες σε πιο έντονο βαθμό και άλλες σε μικρότερο. Η εικόνα ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν παραπέμπει σε βιώσιμη κατάσταση. Αντίθετα, μήνα με τον μήνα η κατάσταση γίνεται πιο δραματική.

Η πτώση της κυκλοφορίας των εφημερίδων δεν οφείλεται μόνο στις επιπτώσεις της πανδημίας ή στην ανάπτυξη του διαδικτύου. Τα προηγούμενα χρόνια ο Τύπος είχε αναπτύξει αμφιλεγόμενες σχέσεις με την εξουσία και τις εκάστοτε κυβερνήσεις, γεγονός που του στοίχισε – και εξακολουθεί να του στοιχίζει – σε αξιοπιστία και κύρος. Οι Έλληνες δεν εμπιστεύονται πλέον τις εφημερίδες και η κατάσταση αυτή είναι πολύ δύσκολο να ανατραπεί, ενώ σε κάθε περίπτωση χρειάζεται χρόνος, ο οποίος δυστυχώς δεν περισσεύει.

Σύμφωνα με τα στοιχεία Statista της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο μέσος όρος ανάγνωσης εφημερίδων στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι 26%, ποσοστό που στην Ελλάδα είναι μόλις 7%, νούμερο που φέρνει τη χώρα μας προτελευταία στη σχετική κατάταξη. Οι πλέον θετικά προσκείμενες χώρες στον ημερήσιο Τύπο είναι η Φινλανδία και η Σουηδία, με το ποσοστό εκείνων που διαβάζουν κάθε μέρα εφημερίδα να ανέρχεται στο 56%. Ακολουθούν με 54% οι Ολλανδοί, με 44% οι Δανοί, με 40% οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί, με 34% οι Βέλγοι, με 23% οι Γάλλοι, με 20% οι Ιταλοί και με 14% οι Κύπριοι.

Όσον αφορά στον δείκτη αξιοπιστίας των εφημερίδων, η εικόνα δεν διαφέρει. Ο μέσος ευρωπαϊκός όρος της αξιοπιστίας του Τύπου στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται στο 46%, ποσοστό που για την Ελλάδα είναι μόλις 29%. Ωστόσο εδώ υπάρχουν και χειρότερα, αφού ο αντίστοιχος δείκτης στην Μ. Βρετανία είναι μόλις… 14%! Η χώρα που ο πληθυσμός της εμπιστεύεται περισσότερο τις εφημερίδες είναι η Ολλανδία με 73% και ακολουθούν η Φινλανδία (71%), το Βέλγιο (63%), η Σουηδία (62%), η Γερμανία (60%), η Δανία (59%), η Πορτογαλία (58%), η Ιταλία (51%), η Γαλλία (48%) και η Κύπρος (41%).

Η πτώση των κυκλοφοριών έχει επιπτώσεις και στα έσοδα από τις διαφημίσεις, οι οποίες πλέον κατευθύνονται σε ένα βαθμό προς το διαδίκτυο. Μάλιστα για το πρώτο 6μηνο του 2020 υπολογίζεται ότι τα έσοδα του Τύπου έχουν μειωθεί έως και 70% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Βέβαια, υπήρξε κρατική στήριξη το διάστημα αυτό με 20 εκατ. ευρώ, με τη μορφή της διαφημιστικής καμπάνιας «Μένουμε Σπίτι» και «Μένουμε Ασφαλείς», ωστόσο το ποσό αυτό δεν ήταν αρκετό, αφού δεν αφορούσε μόνο στις εφημερίδες, αλλά σε όλα τα ΜΜΕ. Το μόνο θετικό στοιχείο είναι ότι τελικά δεν καταργήθηκε η υποχρέωση των δημόσιων φορέων και οργανισμών να προχωρούν σε κρατικές δημοσιεύσεις στις εφημερίδες της περιφέρειας.

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση προγραμματίζει ενίσχυση με ποσό 7,5 εκατ. ευρώ για τις εφημερίδες πανελλαδικής εμβέλειας και άλλα 4 εκατ. ευρώ για τις περιφερειακές. Μια καλοδεχούμενη ενίσχυση, η οποία θα πρέπει να γίνει άμεσα και με τα κατάλληλα κριτήρια. Για την ουσιαστική όμως επίλυση των προβλημάτων απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική ανάπτυξης του Τύπου, με κανόνες της αγοράς και όχι με τακτική επιδοτήσεων. Γιατί με επιδοτήσεις κανείς ποτέ δεν πήγε πουθενά…

Δύο μέτρα και δύο σταθμά για τα ΜΜΕ;

Η υποχρέωση των δημόσιων φορέων να δημοσιεύουν ανακοινώσεις και προκηρύξεις στις εφημερίδες τερματίζεται στις 31 Δεκεμβρίου του 2020, εξέλιξη που σαφώς θα δώσει ισχυρό χτύπημα σε αυτές και ιδιαίτερα στις περιφερειακές, που θα χάσουν μια ακόμα σημαντική πηγή εσόδων τους.

Ωστόσο, το τέλος των καταχωρίσεων των δημόσιων φορέων στις εφημερίδες περιορίζει παράλληλα την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σε ανακοινώσεις και προκηρύξεις, αφού δεν έχουν όλοι την ίδια ευχέρεια και τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές μέσω του διαδικτύου. Η τελευταία ανακοίνωση του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων (ΣΗΠΕ), στην οποία ο ΣΗΠΕ ζητούσε την επ’ αόριστον παράταση της υποχρέωσης των δημόσιων φορέων να προχωρούν σε ανακοινώσεις στον Τύπο, ήταν απλά μια κραυγή αγωνίας της περιφέρειας, που μέρα με την ημέρα βλέπει να σβήνουν οι ελπίδες επιβίωσης των ΜΜΕ της.

Παρά την κρισιμότητα της κατάστασης ωστόσο, ο ΣΗΠΕ ζητά να προηγηθεί θεσμικός διάλογος «για την αντικατάσταση του ερειπωμένου πλαισίου που διέπει τα του περιφερειακού Τύπου, με άλλο αρτιμελές, σύγχρονο λειτουργικό και δίκαιο υπόδειγμα».

Ωστόσο υπάρχει άλλος ένας βραχνάς για τον Τύπο και δη τον περιφερειακό, που αφορά στην διατήρηση της υποχρέωσης των επιχειρήσεων Τύπου να καταβάλουν ετησίως, πέραν των ασφαλιστικών, το 2% επί του τζίρου τους υπέρ του ΕΔΟΕΑΠ. Και όλα αυτά τη στιγμή που όπως εκτιμά ο ΣΗΠΕ σε σχετική του ανακοίνωση «με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου ήρθησαν όλες οι ασφαλιστικές και φορολογικές πρόνοιες υπέρ του Τύπου, εξακοντίζοντας τις υποχρεώσεις αυτές, δίχως ποτέ έκτοτε να υπάρξει κάποια αντισταθμιστική πρόνοια».

Όπως επισημαίνει δε ο Σύνδεσμος, «η υποχρέωση αυτή θα ισοσκελιζόταν με τους πόρους του πολυετούς προγράμματος ενίσχυσης των επιχειρήσεων Τύπου δια της επιδότησης της εργασίας, το οποίο καταργήθηκε και ουδέποτε αντικαταστάθηκε». Ως εκ τούτου, ο ΣΗΠΕ ζητά τη σύνταξη και εφαρμογή προγράμματος ενίσχυσης ή έκτακτη και ειδική ρύθμιση των οφειλών στον ΕΔΟΕΑΠ, με πρόγραμμα τουλάχιστον 120 δόσεων.

Όσον αφορά στις εφημερίδες, όλα τα αιτήματα των συνδικαλιστικών φορέων τους συγκλίνουν στην ανάγκη συγκρότησης νέου, σύγχρονου και ενιαίου Μητρώου ενημερωτικών ΜΜΕ στην Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, είτε αναφέρεται σε έντυπα, ανεξαρτήτως περιοδικότητας, είτε σε ενημερωτικές ιστοσελίδες, με κριτήρια την απασχόληση, την αναγνωσιμότητα και την ιστορικότητά τους.

«Η υποστήριξη του περιφερειακού Τύπου συνιστά μέτρο δημοκρατικής λειτουργίας και συγκαταλέγεται στις προσπάθειες υπέρβασης του ανορθολογικού, ελληνικού υδροκεφαλισμού» τονίζει ο ΣΗΠΕ, ο οποίος επιμένει σταθερά στην ανάγκη έναρξης θεσμικού διαλόγου με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου, δημοκρατικού πλαισίου σχέσεων των επιχειρήσεων Τύπου με την Πολιτεία, την λειτουργία της μαζικής επικοινωνίας και του δημοσίου λόγου, γενικότερα.

Ωστόσο, οι εξελίξεις παραμένουν αρνητικές για τον Τύπο, δεδομένου ότι η κυβέρνηση προχώρησε στην κατάργηση των δύο προγραμμάτων στήριξης των εφημερίδων που είχε ανακοινώσει η προηγούμενη, ενώ την ίδια στιγμή δεν εξήγγειλε νέα, όπως είχε υποσχεθεί. Κι αυτό είναι κάτι που έχει προκαλέσει προβληματισμό στον Τύπο και δη στον περιφερειακό, ο οποίος βρίσκεται σε δύσκολη θέση.

Μάλιστα, ο εκνευρισμός των εκπροσώπων του Τύπου εντάθηκε τις τελευταίες ημέρες όταν διαπιστώθηκε ότι ο τομέας της παραγωγής σειρών και ταινιών ενισχύεται με ποσοστό ως και 40% επί του προγράμματος, διατηρώντας θέσεις εργασίας και γεμίζοντας με ελληνικό πρόγραμμα τους σταθμούς, αφού έτσι επιστρέφεται ένα μέρος του κόστους προγράμματος. Οι εκπρόσωποι της περιφέρειας θεωρούν ότι υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά, αφού εκτιμούν ότι τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ έχουν ενισχυθεί οικονομικά από το κράτος, εν αντιθέσει με τις εφημερίδες και δη τις περιφερειακές.

Περιφερειακά ΜΜΕ: Kλυδωνισμοί για το 2% του ΕΔΟΕΑΠ

Σε πορεία σύγκρουσης φαίνεται ότι βρίσκονται για μια ακόμη φορά κυβέρνηση και Περιφερειακός Τύπος, όπως προκύπτει από τις τελευταίες συνεδριάσεις των ΣΗΠΕ, ΕΙΕΤ και ΕΔΙΠΤ, με αιχμή την παρατεταμένη εκκρεμότητα του προγράμματος ενίσχυσης των επιχειρήσεων Περιφερειακού Τύπου δια της επιδότησης των θέσεων εργασίας.

Η εκκρεμότητα αυτή παραμένει εδώ και πολλούς μήνες, παρά το γεγονός ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας, σύμφωνα με τους παραπάνω φορείς, έχει διαβεβαιώσει ότι το πρόγραμμα αυτό θα ενεργοποιηθεί άμεσα. Δεν είναι όμως μόνο αυτό το ζήτημα που έχει προκαλέσει τριβές μεταξύ των δύο πλευρών. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι αυτό αποτελεί απλά την κορυφή του παγόβουνου των προβλημάτων που εκκρεμούν και είναι πολύ σοβαρά και σύνθετα.

Μένοντας στο θέμα της επιδότησης των θέσεων εργασίας, εντοπίζουμε μια μεγάλη αντίφαση. Η διοίκηση του ΕΔΟΕΑΠ, που συνέδεε το έως σήμερα ανύπαρκτο πρόγραμμα επιδότησης των θέσεων εργασίας, με την υποχρέωση των επιχειρήσεων περιφερειακού, κλαδικού Τύπου να καταβάλουν επιπλέον εισφορές (2% επί του ετήσιου τζίρου), τώρα βεβαιώνει την οφειλή, και μάλιστα αναδρομικά, «στήνοντας βιομηχανία εξωδίκων σε βάρος των εφημερίδων», σύμφωνα τουλάχιστον με την εκτίμηση των περιφερειακών εφημερίδων.

Ως αποτέλεσμα, μεγαλώνει η λίστα των περιφερειακών εκδοτικών οργανισμών που οφείλουν τις ασφαλιστικές εισφορές, ενώ την ίδια στιγμή, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά σχετική ανακοίνωση του ΣΗΠΕ, «δεν ικανοποιούνται και οι προϋποθέσεις εσόδων του Ταμείου, έτσι τουλάχιστον όπως αυτές περιγράφονται στον οικείο Κανονισμό Είσπραξης και τις τακτικώς συντασσόμενες, σχετικές, αναλογιστικές μελέτες».

Την προηγούμενη εβδομάδα ωστόσο φαίνεται ότι έγινε ένα βήμα προσέγγισης κυβέρνησης και ενώσεων περιφερειακού Τύπου και ειδικότερα του Συνδέσμου Ημερήσιων Περιφερειακών Εφημερίδων (ΣΗΠΕ), μετά την συνάντηση που είχε ο Πρόεδρος του Δ.Σ, του ΣΗΠΕ, Γ. Κατσαίτης με τον Γενικό Γραμματέα του Πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Γ. Κατσαϊτης, ζήτησε μεταξύ των άλλων, την έναρξη θεσμικού διαλόγου για την ρύθμιση κάθε εκκρεμότητας με σκοπό την υποστήριξη των επιχειρήσεων Περιφερειακού Τύπου, στήριξη που με τη σειρά της θα αναβαθμίσει την μαζική επικοινωνία και τον δημόσιο λόγο στην ελληνική περιφέρεια.

Μάλιστα, οι θέσεις του ΣΗΠΕ, οι οποίες ομαδοποιήθηκαν σε 6 βασικά σημεία, κατατέθηκαν από τον ΣΗΠΕ στη σειρά επαφών που είχε το Προεδρείο του με κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και την διοίκηση του ΕΔΟΕΑΠ.

Στις συναντήσεις με τον ΕΔΟΕΑΠ, παρουσία διευθυντικών στελεχών του Ταμείου, επισημάνθηκε η υποχρέωση αναγνώρισης της μεγάλης φορολογικής και ασφαλιστικής επιβάρυνσης των περιφερειακών επιχειρήσεων, ειδικά από τη στιγμή που ήρθησαν όλες οι πρόνοιες υπέρ τους, προστιθέμενης της υποχρέωσης καταβολής του 2% επί του τζίρου. Και μάλιστα, χωρίς την εφαρμογή του προγράμματος ενίσχυσης των επιχειρήσεων περιφερειακού Τύπου.

Όπως ειπώθηκε από μέλη του ΣΗΠΕ αργότερα, οι επαφές έγιναν σε καλό κλίμα, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει κάποια σχετική ανακοίνωση από τον ΕΔΟΕΑΠ, κάτι που όμως αναμένεται να γίνει, πυροδοτώντας σίγουρα νέα σειρά εξελίξεων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει η αποδοχή ή μη από τον ΕΔΟΕΑΠ της πρότασης του ΣΗΠΕ, ο οποίος ζήτησε στην αμέσως προσεχή συνεδρίαση της διοίκησης του πρώτου να παρευρίσκονται εκπρόσωποι των ΣΗΠΕ, ΕΙΕΤ και ΕΔΙΠΤ. Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να αναμένονται δυναμικές αντιδράσεις από τα περιφερειακά ΜΜΕ.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το πιο ενδιαφέρον είναι το αποτέλεσμα των επαφών, αφού αυτό είναι που λείπει από τις συναντήσεις των τελευταίων μηνών. Το χειρότερο είναι ότι πλέον δεν υπάρχει κανένα περιθώριο καθυστέρησης.

Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο καθυστέρησης αποφάσεων, αφού η επιβίωση του περιφερειακού Τύπου τίθεται πλέον καθημερινά υπό αμφισβήτηση

Θεματικές άδειες… γενικής στόχευσης

Mε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένει η διαφημιστική αγορά την κατάθεση του νέου νομοσχεδίου για τα ΜΜΕ, το οποίο ετοιμάζει η κυβέρνηση. Ένα από τα «αγκάθια» που απασχολεί την αγορά – και ιδιαίτερα τα κανάλια – είναι το θέμα των ραδιοτηλεοπτικών αδειών και των όρων που τις ακολουθούν.

Το πρώτο ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο που προκύπτει είναι ότι η προκήρυξη των περιφερειακών τηλεοπτικών αδειών θα καθυστερήσει για ένα τουλάχιστον χρόνο, για λόγους που δεν μας είναι ιδιαίτερα ξεκάθαροι. Η επίσημη αιτιολογία της καθυστέρησης είναι η ύπαρξη της πανδημίας Covid19, αλλά η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι μια τέτοια χρονική καθυστέρηση συνήθως παραπέμπει στις καλένδες την όποια διάθεση υλοποίησης και αποτελεί την πλέον «αναίμακτη ντρίπλα» ματαίωσης (ή αλλοίωσης) μιας διάταξης.

Από την άλλη, για να είμαστε και ρεαλιστές, δεν θα μπορούσε η κυβέρνηση – η όποια κυβέρνηση – να προχωρήσει στην προκήρυξη περιφερειακών αδειών, όταν ακόμα δεν έχει ρυθμιστεί και ξεκαθαρίσει το τοπίο στις άδειες πανελλαδικής εμβέλειας. Και δεν έχει ξεκαθαρίσει με την έννοια ότι εκκρεμεί η προκήρυξη των θεματικών αδειών, η οποία θα έδινε διέξοδο σε κανάλια που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να πάρουν άδεια πανελλαδικής εμβέλειας στην κατηγορία καναλιών γενικής στόχευσης.

Και κάπου εδώ μπαίνουμε στα δύσκολα. Για να πάρει ένα κανάλι θεματική άδεια θα πρέπει να έχει χαρακτήρα καθαρά θεματικό, να είναι δηλαδή αμιγώς ειδησεογραφικό, αθλητικό, επιστημονικό, ψυχαγωγικό κ.α.

Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή στη σημερινή συγκυρία δεν αποτελεί και εχέγγυο επιτυχίας, δεδομένου ότι ένας τέτοιος σταθμός έχει μεγάλα έξοδα και χαμηλές προσδοκίες για διαφημιστικά έσοδα. Για να δημιουργήσεις π.χ. έναν αμιγώς ειδησεογραφικό σταθμό χρειάζονται σημαντικές επενδύσεις σε υλικοτεχνική υποδομή και ανθρώπινο δυναμικό, με το αναμενόμενο ROI να είναι προβληματικό.

Τι γίνεται λοιπόν με τους τηλεοπτικούς σταθμούς που περιμένουν να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό και αυτή τη στιγμή είναι με δεμένα χέρια; Οι πληροφορίες δεν είναι και οι πλέον ξεκάθαρες. Αντίθετα προμηνύουν νέο κύκλο εντάσεων. Τι λένε αυτές; Ότι η κυβέρνηση ετοιμάζει μια νέα διάταξη η οποία θα δίνει τη δυνατότητα σε επιχειρηματίες να λειτουργήσουν τηλεοπτικό σταθμό πανελλαδικής εμβέλειας, θεματικού περιεχομένου, αλλά με χαρακτήρα… γενικής στόχευσης!

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν τελικά θα φτάσουμε σε κάτι τέτοιο. Το σίγουρο είναι ότι η σκέψη αυτή υπάρχει και βρίσκεται στο τραπέζι. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ωστόσο να έχουμε τις απαραίτητες διευκρινήσεις από τους εμπνευστές της σχετικής διάταξης.

Βέβαια, μια τέτοια διάταξη αυτή τη στιγμή αντίκειται στην υφιστάμενη νομοθεσία, η οποία διαχωρίζει ρητά τα κανάλια γενικής στόχευσης από τα θεματικά. Πάντα όμως υπάρχει ο τρόπος τέτοιου είδους «εμπόδια» να ξεπερνιούνται.

Τι σημαίνει πρακτικά η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης; Πολύ απλά ότι θα μπορούσε ένας επιχειρηματίας να αποκτήσει ένα τηλεοπτικό κανάλι εθνικής εμβέλειας γενικής στόχευσης, έχοντας την ταυτότητα του θεματικού καναλιού, πληρώνοντας μάλιστα λιγότερα χρήματα από τους σταθμούς πανελλαδικής εμβέλειας που ήδη έχουν πάρει την άδειά τους και έχουν αρχίσει να την πληρώνουν σε δόσεις.

Έχει πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τη συνέχεια και τις οριστικές αποφάσεις της κυβέρνησης. Είναι σαφές και νομίζω το αντιλαμβάνεται εύκολα ο καθένας, ότι εάν τελικά υιοθετηθεί μια τέτοια διάταξη, θα μπορούσε να αποτελέσει πολύ καλή λύση για υπάρχοντα κανάλια που μη έχοντας πάρει άδεια πανελλαδικής εμβέλειας γενικής στόχευσης, αναζητούν μια θέση στον «τηλεοπτικό ήλιο». Θα είναι μια λύση νόμιμη μεν, αλλά αμφιβόλου «ηθικής».

Όλα αυτά όμως δεν θα μπορούν να γίνουν εν μια νυκτί, σίγουρα θα απαιτηθεί χρόνος με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για το άμεσο ξεκαθάρισμα της τηλεοπτικής αγοράς, το οποίο με τη σειρά του θα βοηθήσει στο να επανέλθει η σταθερότητα και η διαφάνεια στο καθεστώς λειτουργίας της. Ένα καθεστώς το οποίο είναι σαφές ότι επηρεάζει και τη διαφημιστική αγορά. Μέχρι να γίνουν όμως όλα αυτά και επειδή «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού», οι γκρίζες ζώνες θα παραμένουν.

Που πάει η ελεύθερη τηλεόραση;

H νέα τηλεοπτική σεζόν ουσιαστικά ξεκίνησε αρχές Σεπτεμβρίου, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία της ελεύθερης ιδιωτικής τηλεόρασης.

Οι επενδύσεις των καναλιών σε πρόγραμμα είναι σημαντικές για την εποχή, ωστόσο η μεγάλη αγωνία τους αφορά στο return on investment (R.O.I).

Η αγωνία δεν αφορά μόνο στο εάν το νέο τηλεοπτικό πρόγραμμα θα γίνει αποδεκτό από τους τηλεθεατές, αλλά στο το εάν οι τελευταίοι θα συνεχίσουν να προτιμούν την ελεύθερη τηλεόραση και δεν θα… ξενοκοιτάξουν προς τα συνδρομητικά κανάλια και το διαδίκτυο.

Η όποια πρόβλεψη είναι σαφώς παρακινδυνευμένη, αν και η εμπειρία της προηγούμενης σεζόν δείχνει ότι τα ποιοτικά προγράμματα -είτε αφορούν σειρές, είτε ενημέρωση-, μπορούν να κάνουν την διαφορά.

Ωστόσο η συνδρομητική τηλεόραση χρόνο με τον χρόνο κάνει άλματα τόσο σε επίπεδο περιεχομένου, όσο και τιμολογιακής πολιτικής, με αποτέλεσμα πλέον να είναι σχετικά προσιτή από ολοένα και περισσότερους Έλληνες τηλεθεατές.

Και μιλώντας για συνδρομητική τηλεόραση συμπεριλαμβάνουμε και την τηλεόραση μέσω διαδικτύου. Cosmote TV, Vodafone TV, Wind Vision, Nova, Netflix, AppleTV, Αmazon TV αποτελούν το αντίπαλο δέος των ελεύθερων καναλιών, τα οποία εκτός από το ποιοτικό τους πρόγραμμα, έχουν πλέον να αντιπαραθέσουν και το on demand πρόγραμμά τους, μέσω των smart TV.

Η αλήθεια είναι ότι η μάχη δεν έχει κριθεί για καμία από τις δύο πλευρές. Και όσο κι αν εξελιχθεί η συνδρομητική τηλεόραση, τα ελεύθερα κανάλια θα έχουν μεγαλύτερη διείσδυση στα ελληνικά νοικοκυριά.

Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα έχουν και το μερίδιο του λέοντος στην τηλεθέαση και στη διαφημιστική απορρόφηση, αφού θα πρέπει διαρκώς να προσπαθούν, με επενδύσεις που μόνο εύκολες δεν είναι πλέον, ακόμα και για τα μεγάλα κανάλια.

Την προηγούμενη μόλις χρονιά, η εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων Simon-Kucher διεξήγαγε διεθνή έρευνα στις προηγμένες χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής και διαπίστωσε ότι περισσότερο από τα 2/3 των ερωτηθέντων έπαψαν να βλέπουν ελεύθερη τηλεόραση και στράφηκαν στο streaming και στις μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες.

Σήμερα εκτιμάται ότι πάνω από 1 δισ. άνθρωποι βλέπουν συνδρομητική τηλεόραση και μέχρι το 2023 εκτιμάται ότι ο αριθμός τους θα φτάσει το 1,24 δισ. ευρώ.

Ίδια εικόνα και στην Ελλάδα, με τον έναν στους δύο τηλεθεατές να βλέπει συνδρομητική τηλεόραση, κάθε είδους και μορφής, ενώ οι εκτιμήσεις μιλούν για περισσότερους από 1,5 εκατ. τηλεθεατές που βλέπουν συνδρομητικά προγράμματα, χωρίς διαφημίσεις και on demand.

Όπως όλα δείχνουν, η κατάσταση αυτή δεν αναμένεται να διαφοροποιηθεί ιδιαίτερα τα προσεχή χρόνια, θέτοντας σειρά ερωτημάτων στα ελεύθερα κανάλια, όχι τόσο για το εάν μπορούν να επιβιώσουν, αλλά για το εάν και προς ποια κατεύθυνση θα επιλέξουν να ανεβάσουν το επίπεδο του προγράμματός τους.

Γιατί εάν η απάντηση είναι προς τα reality, τότε, πέρα από παροδικές νίκες σε τηλεθέαση, σε βάθος χρόνου και στην μεγάλη εικόνα, θα είναι χαμένα.

Από την άλλη, εάν εστιάσει κανείς στα διαφημιστικά έσοδα, θα διαπιστώσει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών πηγαίνει στα δύο πρώτα σε τηλεθέαση κανάλια. Το 2019 η τηλεόραση είχε περίπου 300 εκατ. ευρώ έσοδα, με τα 125 από αυτά να πηγαίνουν στους δύο πρώτους.

Κι αυτό είναι άλλο ένα δείγμα του πόσο δύσκολο είναι πλέον να μιλάμε για κερδοφόρα ελεύθερα τηλεοπτικά κανάλια και πόσο σύνθετο έχει γίνει το επιχειρείν στην ελεύθερη τηλεόραση. Οι επιλογές που πρέπει να γίνουν από αυτά απαιτούν δημιουργικότητα, ανοικτό μυαλό, καινοτομία, αλλά και πολύ ρίσκο.

 

Ο άγνωστος «Χ» καταναλωτής της μετά-Covid19 εποχής…

Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά και τα ζητούμενα της καταναλωτικής ζήτησης μετά το πέρας της πανδημίας του Covid19; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί σοβαρά τα brands τους τελευταίους μήνες, με τις σχετικές έρευνες να δείχνουν σημαντικές αλλαγές, αλλά και πολλές “γκρίζες ζώνες” που θα δυσκολέψουν τη δουλειά των marketers.

Eίναι προφανές ότι μόνο εύκολο δεν είναι να προβλέψει κανείς πότε – και αν – θα περάσει στην ιστορία ο Covid19. Πόσο μάλλον να μπορέσει να σχεδιάσει με ασφάλεια το νέο μοντέλο καταναλωτή που θα προκύψει μετά από την πανδημία αυτή. Έρευνες έχουν γίνει δεκάδες τους τελευταίους μήνες, τόσο στη χώρα μας, όσο και στο εξωτερικό, με τα πρώτα συμπεράσματα να είναι εξόχως ενδιαφέροντα και να αναδεικνύουν σημαντικές προκλήσεις για marketers και διαφημιστές.

Η ΕΥ είναι από τις εταιρείες που τους τελευταίους μήνες έχoυν μελετήσει σε βάθος την καταναλωτική συμπεριφορά, μέσα από την μηνιαία έρευνα Future Consumer Index. Και είναι πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς τις αλλαγές που επέρχονται στα συμπεράσματά της, από μήνα σε μήνα. Τον περασμένο Μάιο π.χ., η σχετική έρευνα ανέδειξε 4 νέες τάσεις καταναλωτικής συμπεριφοράς, τις οποίες η ΕΥ ονόμασε «Cut deep», «Stay calm, carry on», «Save and stockpile» και «Hibernate and spend». Σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση αυτή, οι καταναλωτές της ομάδας «Cut deep» (27,3%) έχουν περιορίσει τις δαπάνες τους σε όλες τις κατηγορίες δαπανών, λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας στην απασχόληση.

Αντίθετα, όσοι ανήκουν στην ομάδα «Stay calm, carry on» εξακολουθούν να ξοδεύουν κανονικά (26,2%). Η μεγαλύτερη μερίδα καταναλωτών, η οποία διακατέχεται από απαισιοδοξία για το μέλλον, κατατάσσεται στην κατηγορία «Save and stockpile» (35,1%), ενώ η τελευταία ομάδα, «Hibernate and spend» (11,4), ξοδεύει περισσότερα.

Η έρευνα προέβλεπε τότε ότι μετά το τέλος της πανδημίας 5 νέες ομάδες αναμένεται να αναδειχθούν, με κεντρικά στοιχεία τις «συνεχιζόμενες περικοπές» (13,1%), τη «συνεχιζόμενη λιτότητα» (21,7%), την «επιστροφή στην κανονικότητα» (31,4%), τους «προσεκτικά υπερβολικούς στις δαπάνες» (24,7%) και την «δυναμική επιστροφή στην κατανάλωση» (9,1%). Τρεις μόλις μήνες μετά, η ίδια έρευνα εντοπίζει 5 νέες κατηγορίες καταναλωτών, που θα προκύψουν μετά το πέρας της πανδημίας του Covid19.

Οι κατηγορίες αυτές είναι οι Affordability first (το 30% του δείγματος), Health first (26%), Planet first (17%), Society first (16%) και Experience first (11%). Eύκολα μπορεί κάποιος να καταλάβει τα ζητούμενα της κάθε κατηγορίας καταναλωτών, ωστόσο είναι σημαντικό να δούμε ότι το affordability και το health first παραμένουν ψηλά στα ζητούμενα, ενώ το experience που πριν την πανδημία ήταν στις πρώτες θέσεις τώρα έχει εκτοπιστεί στην τελευταία θέση, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 11% του δείγματος της έρευνας.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο θα αλλάξουν τα δεδομένα στην επόμενη έρευνα της ΕΥ, εφόσον δεν μπορούμε να γνωρίζουμε την πορεία της πανδημίας. Εκείνο όμως που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ως ένα – κάποιο – συμπέρασμα είναι το γεγονός ότι η υγεία και η σχέση ποιότητας-τιμής θα κυριαρχήσουν και τους επόμενους μήνες, ως βασικά ζητούμενα των καταναλωτών.

Παραμένοντας στην τελευταία σχετική έρευνα της ΕΥ, είναι ξεκάθαρο ότι οι καταναλωτές αναμένεται να προβούν σε δραματικές και μόνιμες αλλαγές, με το 62% να δηλώνουν ότι σκοπεύουν να είναι πιο ενημερωμένοι και προσεκτικοί όσον αφορά στη σωματική τους υγεία και το 58% να δίνουν όλο και μεγαλύτερη έμφαση στη σχέση ποιότητας-τιμής στο μέλλον. Οι αξίες των καταναλωτών είναι αυτές που θα θέσουν για άλλη μια φορά τους κανόνες του παιχνιδιού. Μένει να δούμε την ένταση της επιρροής αυτής. Οι προκλήσεις για τον κλάδο της Επικοινωνίας είναι ίσως μεγαλύτερες από ποτέ…

Ήσυχες μέρες του Αυγούστου…

Η προδιάθεση του κράτους να παρεμβαίνει βίαια στον τρόπο λειτουργίας της διαφημιστικής αγοράς δεν είναι κάτι καινούργιο. Δεν αναφερόμαστε στην θεμιτή ανάγκη να θέτει το θεσμικό πλαίσιο, αλλά σε ανορθόδοξες παρεμβάσεις, οι οποίες μπορεί να ξεκινούν από αγαθά κίνητρα, σχεδόν πάντα όμως καταλήγουν να δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από εκείνα που υποτίθεται θα έλυναν.

Η αρχή έγινε με τον ιστορικό πλέον Νόμο Βενιζέλου 2328/1995, ο οποίος προκάλεσε κυριολεκτικά καταιγίδα εξελίξεων και αλλαγών στη διαφημιστική αγορά, συνεχίστηκε με τον Νόμο Ρουσσόπουλου το 2007, για να φθάσουμε στο 2014, όταν με τον Νόμο 4279/2014 το κράτος επιχείρησε για άλλη μια φορά να ρυθμίσει τον τρόπο λειτουργίας της. Μάλιστα η τελευταία νομοθετική παρέμβαση ήταν τόσο… εύστοχη, που η εφαρμογή της σε όλο της το εύρος πηγαίνει διαρκώς – έξι χρόνια μετά – από αναβολή σε αναβολή, με διαρκείς τροποποιήσεις που στο πέρασμα του χρόνου τείνουν να αλλοιώσουν ολοκληρωτικά την αρχική του μορφή.

Όλα αυτά τα χρόνια, οι θεσμικές ενώσεις του ευρύτερου κλάδου της Επικοινωνίας – και κυρίως της ΕΔΕΕ και του ΣΔΕ – αναρωτιούνται σε όλους τους τόνους για ποιο λόγο το κράτος δεν λαμβάνει ποτέ υπόψη του (ή σχεδόν ποτέ) τις προτάσεις που αυτές θέτουν σταθερά, αναλυτικά, ξεκάθαρα και τεκμηριωμένα. Αν εστιάσουμε δε στα τελευταία χρόνια, οι παρεμβάσεις που κατά καιρούς έχουν κάνει στα ΜΜΕ τόσο ο Πρόεδρος της ΕΔΕΕ, Μανόλης Παπαπολύζος, όσο και ο Πρόεδρος του ΣΔΕ, Γρηγόρης Αντωνιάδης, αποτυπώνουν ξεκάθαρα τις προβληματικές παρεμβάσεις του κράτους, οι οποίες διαιωνίζουν προβλήματα και συντηρούν κακές πρακτικές που εμποδίζουν την υγιή ανάπτυξη του κλάδου. Για να μην είμαστε ωστόσο άδικοι, υπάρχουν κατά καιρούς και παρεμβάσεις που είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο δεν αρκούν για να βελτιώσουν τη συνολική προβληματική εικόνα.

Όλα αυτά θα ήταν μια καλή ευκαιρία για μεγάλη συζήτηση και προβληματισμό εάν βρισκόμασταν σε μια ομαλή περίοδο της αγοράς. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, αφού οι επιπτώσεις της πανδημίας του Covid-19 είναι ακόμα εδώ και θα τις ζούμε για πολλούς ακόμα μήνες. Όπως σε κάθε περίοδο κρίσης, ο κλάδος της Επικοινωνίας είναι ο πρώτος που βιώνει τις συνέπειες και σχεδόν πάντα, σε ακραίο βαθμό. Το ίδιο συμβαίνει και αυτή την εποχή.

Γιατί όμως αναφερόμαστε σε όλα αυτά, σήμερα; Διότι κάθε μέρα πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι το κράτος ετοιμάζει για τις προσεχείς εβδομάδες άλλη μια ανάλογη νομοθετική παρέμβαση. Οι πληροφορίες μιλούν για τον σχεδιασμό ενός – ακόμα – νέου νομοσχεδίου που θα ρυθμίζει τις εμπορικές συναλλαγές των τηλεοπτικών σταθμών με τους διαφημιζόμενους. Το οποίο μάλιστα – εάν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες – θα έρθει για άλλη μια φορά προς ψήφιση μέσα στον Αύγουστο, μήνα που φαίνεται να προτιμούν οι κυβερνήσεις όταν προχωρούν σε πρωτοβουλίες που θέλουν να ολοκληρώνουν άμεσα και χωρίς πολλά-πολλά.

Προφανώς και δεν είμαστε κατά της θέλησης του κράτους να θέτει όρια και κανόνες, ειδικά σε μια αγορά που έχει αποδειχθεί από τη δεκαετία του 1990 πόσο εύκολα μπορεί να εκτροχιαστεί σε αθέμιτες πρακτικές. Έχει καθήκον και υποχρέωση να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, πριν προβεί σε τετελεσμένες κινήσεις, θα πρέπει να μιλάει και να ακούει σοβαρά τους προβληματισμούς και τις προτάσεις εκείνων που ζουν μέσα στην αγορά. Συναντήσεις της Πολιτείας με τα θεσμικά όργανα του κλάδου γίνονται κατά καιρούς. Ωστόσο είναι μάλλον τυπικές, ρηχές και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, με ευθύνη κυρίως της Πολιτείας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτές οι επαφές θα πρέπει να διατηρηθούν και ο δίαυλος επικοινωνίας να παραμείνει ανοικτός. Ειδικά αυτή την περίοδο που η όποια νομοθετική παρέμβαση μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια ή μοιραία. Θα είναι λοιπόν οι μέρες του Αυγούστου ήσυχες; Αναμένουμε.

Νόμος 4412/2016: Ξεκάθαρες λύσεις εδώ και τώρα…

Tα προβλήματα του Περιφερειακού Τύπου, ημερήσιου και μη, δεν είναι ούτε καινούργια, ούτε αμελητέα. Σε μια εποχή ωστόσο που τα δεδομένα αλλάζουν διαρκώς, είναι φυσικό ένας νόμος που πριν 6-7 χρόνια είχε θετικά στοιχεία, σήμερα να χρειάζεται αναθεώρηση.

Πριν μερικά χρόνια, η πρωτοβουλία της τότε κυβέρνησης να θεσπίσει νόμο που έθετε τέλος στις υποχρεωτικές δημοσιεύσεις στις περιφερειακές εφημερίδες, με το σκεπτικό ότι οι ηλεκτρονικές δημοσιεύσεις θα ήταν πιο εύκολα προσβάσιμες και θα προήγαγαν την διαφάνεια, ίσως και να είχε ένα νόημα. Σήμερα όμως η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική και η εφαρμογή του νόμου αυτού θα σήμαινε τεράστιες απώλειες εσόδων για τις περιφερειακές εφημερίδες, θέτοντας εν αμφιβόλω την ίδια τους την επιβίωση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν βέβαια, η εφαρμογή του νόμου αυτού έπαιρνε συνεχώς αναβολές, κάτι που μόνο τυχαίο δεν ήταν. Ωστόσο για το ζήτημα αυτό φαίνεται ότι υπάρχει αυτές τις ημέρες κινητικότητα, εκ νέου. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να αναμορφώσει το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τον νόμο 4412/2016 για τις δημόσιες συμβάσεις στο σύνολό τους, φέρνοντας στη Βουλή εντός Ιουλίου ένα-δύο σχετικά νομοσχέδια.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι υπάρχει το ενδεχόμενο η κυβέρνηση να «περάσει» στο νομοσχέδιο αυτό την κατάργηση από 1/1/2021 των υποχρεωτικών δημοσιεύσεων στον Περιφερειακό Τύπο, δημοσιεύσεων που αφορούν συμβάσεις έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών των φορέων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εξέλιξη που θα στερήσει από αυτόν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ιδιαίτερα πολύτιμα για την επιβίωσή του.

Οι πληροφορίες αυτές όπως ήταν αναμενόμενο προκάλεσαν την άμεση κινητοποίηση των αρμόδιων Περιφερειακών Ενώσεων Τύπου και ιδιαίτερα του ΣΗΠΕ (Σύνδεσμος Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων) και της ΕΙΕΤ (Ένωση Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου), οι οποίες με σχετικό υπόμνημα προς τους αρμόδιους φορείς και ιδιαίτερα προς τον Άδωνη Γεωργιάδη, Πρόεδρο της Επιτροπής Δημοσίων Συμβάσεων και Υπουργό Ανάπτυξης, ζητούν την διατήρηση της υποχρέωσης δημοσιεύσεων στον Περιφερειακό Τύπο και μετά τις 31/1/2020, «πρωτίστως για λόγους χρηστής διοίκησης και διαφάνειας», όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά, προτείνοντας παράλληλα μια σειρά συγκεκριμένων αλλαγών στον νόμο 4412/2016.

«Επίσης διαμαρτυρόμαστε για την παρερμηνεία στον νόμο που αφήνει περιθώριο να εκληφθεί ο Τύπος ως προμηθευτής και να χρεωθεί διατάξεις που δεν συνάδουν με το λειτούργημα που επιτελεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον αθέμιτο ανταγωνισμό σε ένα πεδίο που έχει ρυθμιστεί εδώ και καιρό με ειδικούς όρους για τον Περιφερειακό Τύπο» αναφέρει μεταξύ άλλων το σχετικό υπόμνημα των Ενώσεων.

Μάλιστα, ο ΣΗΠΕ και η ΕΙΕΤ προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, τονίζοντας ότι «τυχόν βραχυπρόθεσμες παρατάσεις της υποχρεωτικότητας των δημοσιεύσεων στον περιφερειακό Τύπου μας βρίσκει αντίθετους, καθώς επιδιώκουμε μια διαλεκτική συζήτηση για το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις δημοσιεύσεις και όχι των επιλογών των μικρής διάρκειας παρατάσεων, που οδηγούν αναπόφευκτα σε έναν άτυπο καθεστώς πολιτικής ομηρίας των εκδοτικών μας επιχειρήσεων».

Προς το παρόν δεν υπάρχουν πληροφορίες ή ενδείξεις για το τελικά θα πράξει η κυβέρνηση. Το πλέον πιθανό είναι να δοθεί μια ακόμα αναβολή στην εφαρμογή του νόμου, κάτι όμως που αν συμβεί, για άλλη μια φορά θα μεταθέσει απλά ένα πρόβλημα, που απαιτεί οριστική λύση «εδώ και τώρα».

Είναι σίγουρο ότι η διαφάνεια που επικαλείται η κυβέρνηση έχει πολλούς άλλους τρόπους να εξασφαλιστεί, χωρίς να επιβαρύνει τις περιφερειακές εφημερίδες. Εάν θέλουμε βέβαια να τις διατηρήσουμε ζωντανές, για λόγους πολυφωνίας και πλουραλισμού, βασική αρχή της δημοκρατίας.

Διαφάνεια: Η πιο δύσκολη «άσκηση»

Όλοι γνωρίζουμε ότι το πρόβλημα στη χώρα μας δεν είναι η έλλειψη νόμων, αλλά η μη τήρηση αυτών. Πρόκειται για μια πραγματικότητα για την οποία δεν ευθύνεται μόνο η Πολιτεία, αλλά η γενικότερη νοοτροπία, που θέλει την επίκληση των νόμων να γίνεται κατά το δοκούν.

Έτσι, μόνο έκπληξη δεν προκαλεί η αναστάτωση των προηγούμενων ημερών στον κλάδο των ΜΜΕ και της διαφήμισης, για τον τρόπο κατανομής του διαφημιστικού κονδυλίου ύψους 20 εκατ. ευρώ που αφορούσε στην καμπάνια «Μένουμε Σπίτι». Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στη Βουλή, από τα 1232 MME που προέβαλαν την καμπάνια και έλαβαν τα σχετικά κονδύλια, τα 627 είναι websites, πολλά από τα οποία δεν είναι εγγεγραμένα στο μητρώο online media. Στον παραπάνω αριθμό υπάρχουν ακόμα 272 εφημερίδες πανελλαδικής και περιφερειακής κυκλοφορίας, 245 ραδιοφωνικοί σταθμοί και 88 τηλεοπτικά κανάλια.

Ήδη το πρόβλημα γίνεται εμφανές από το γεγονός ότι κονδύλια της καμπάνιας έλαβαν και websites που δεν εμφανίζονται στο μητρώο μέσων, βασική προϋπόθεση για ένα μέσο που θέλει να λάβει κρατική διαφήμιση. Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο προβληματική όταν η σχετική λίστα των ΜΜΕ που κατατέθηκε στη Βουλή δεν ανέφερε τα ποσά που έλαβε κάθε ένα από αυτά.

«Μα δεν υπάρχει νόμος που να επιβάλλει τη δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών;», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Προφανώς και υπάρχει και μάλιστα επικαιροποιήθηκε στις 30 Απριλίου 2020 για τις ανάγκες της συγκεκριμένης καμπάνιας, με την υπ’ αριθμόν απόφαση 179/15-3-2020, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο νόμος επιβάλλει την υποχρεωτική δημοσιοποίηση των στοιχείων του τρέχοντος έτους έως τον Μάρτιο του 2021 και προβλέπει κυρώσεις στην περίπτωση που διαπιστωθούν ελλείψεις, ανακριβή στοιχεία ή αποκλίσεις στα ποσά των διαφημίσεων που χορηγήθηκαν.

Γενικότερα, η εκάστοτε διαφημιστική εταιρεία που αναλαμβάνει καμπάνια του Δημοσίου, σύμφωνα με την παρ. 7α του άρθρου 10 του ν. 3444/2006, «προκειμένου να διαπιστωθεί η αναλυτική κατανομή του συμβατικού τιμήματος, πριν από την εξόφληση του τιμήματος της εκάστοτε συμβάσεως ανάθεσης διαφημιστικών υπηρεσιών πρέπει να παρέχει αναλυτική κατάσταση, στην οποία θα αναγράφονται υποχρεωτικώς το όνομα και το είδος ΜΜΕ που χρησιμοποιήθηκε, ο αριθμός, η ημερομηνία και το ποσό του τιμολογίου που εξεδόθη από το χρησιμοποιηθέν Μέσο Ενημέρωσης προς τη διαφημιστική εταιρεία. Επίσης, θα επισυνάπτονται οι αντίστοιχες εξοφλητικές αποδείξεις της διαφημιστικής εταιρείας προς το χρησιμοποιηθέν Μέσο Ενημέρωσης».

Οι φορείς του Δημοσίου που αναθέτουν διαφημιστικές καμπάνιες υποχρεούνται να υποβάλλουν στο Υπουργείο Τύπου και στο ΕΣΡ κατάσταση με το ύψος των ποσών που διέθεσαν κατά το προηγούμενο έτος για κάθε είδους δραστηριότητες. Στην περίπτωση δε που τα στοιχεία «είναι ελλιπή ή ανακριβή εν γνώσει του γενικού διευθυντή του οικείου υπουργείου», υπάρχει η δυνατότητα «για την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους προϊσταμένων οργανικών μονάδων δημοσίων υπηρεσιών».

Μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει κάτι ουσιαστικό από την παραπάνω υπόθεση, ωστόσο ακόμα και ΜΜΕ που έλαβαν μέρος του σχετικού κονδυλίου ζητούν την δημοσιοποίηση των στοιχείων, ενώ κάποια άλλα δημοσίευσαν τα ποσά που έλαβαν τα ίδια.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της διαφάνειας στη διαφήμιση του δημοσίου.

Ωστόσο πέρα από τους νόμους, εκείνο που θα πρέπει να αλλάξει είναι η νοοτροπία όλων. Όχι μόνο της Πολιτείας, αλλά και των ΜΜΕ και των στελεχών της διαφήμισης – η αναφορά προφανώς και δεν αφορά όλους. Δεν γίνεται να επικαλούμαστε την διαφάνεια κατά το δοκούν. Οι καιροί είναι δύσκολοι και η αλλαγή νοοτροπίας είναι η μόνη σταθερά που κατά τη γνώμη μου μπορεί να κάνει τη διαφορά. Γι’ αυτό είναι και η πιο δύσκολη άσκηση.

«Greek Summer is a state of mind»…

Στην αρχή ήταν το – υποτιθέμενο – τεράστιο κόστος της καμπάνιας. Μετά, ήταν κάποιες ατάκες που – δήθεν – ήταν κλεμμένες από αλλού. Και στο τέλος, ήταν μερικές φωτογραφίες που – ορισμένοι υποστήριξαν ότι – δεν ήταν από την Ελλάδα. Για άλλη μια φορά, μια καμπάνια για τον ελληνικό τουρισμό πυροδότησε εντάσεις, σχόλια και προβληματισμούς.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 90’ η καμπάνια για την προβολή του ελληνικού τουρισμού αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στο χώρο της ελληνικής διαφήμισης. Κάτι τα τεράστια κονδύλια που επενδύονταν, κάτι το prestige που προσέδιδε η κατοχή του λογαριασμού στις διαφημιστικές εταιρείες που τον χειρίζονταν, κάθε χρόνο η καμπάνια του ΕΟΤ ήταν σημείο αναφοράς και προστριβών για τον κλάδο.

«Παράδοση» που όπως φαίνεται δεν έπαψε να υφίσταται ούτε στις μέρες μας, που τα κονδύλια είναι απείρως μικρότερα, ενώ οι digital εφαρμογές και το διαδίκτυο έχουν αλλάξει άρδην τα δεδομένα και τα ζητούμενα. Η «παράδοση» αυτή λοιπόν… τηρήθηκε και φέτος, αμέσως μόλις παρουσιάστηκε η καμπάνια, που φέτος έχει τίτλο «The Greek Summer is a state of mind» και υλοποιήθηκε με τη συνεργασία του Υπουργείου Τουρισμού, του ΕΟΤ, της Marketing Greece και του Steve Vranakis, από μια δημιουργική ιδέα της Frank & Fame.

To βασικό μήνυμα της καμπάνιας είναι πως το ελληνικό καλοκαίρι δεν είναι απλά κάποιες μέρες διακοπών, αλλά μια ολόκληρη ψυχική κατάσταση. Μια απλή, αλλά παράλληλα ξεκάθαρη ιδέα, για όσους όμως είναι διατεθειμένοι να την κατανοήσουν χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις.

Αμέσως μόλις παρουσιάστηκε η καμπάνια, άρχισαν οι εντάσεις. Ορισμένοι θεώρησαν ότι η φράση «Greek Summer is a state of mind» είναι αντιγραφή από σλόγκαν εταιρείας καλλυντικών και το διατυμπάνιζαν στο διαδίκτυο με οργή. Αγνοώντας ότι η συγκεκριμένη φράση υπάρχει στη λογοτεχνία εδώ και χρόνια, όπως και χιλιάδες ακόμα εκδοχές του τι είναι «state of mind». Όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, η εταιρεία καλλυντικών απλά την υιοθέτησε πρόσφατα για μια προσφορά της.

Ο Θανάσης Παπαθανασίου, επικεφαλής της Frank & Fame, αναλύοντας το σκεπτικό της καμπάνιας, μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook επισήμανε ότι στόχος είναι «να καθιερώσουμε την έκφραση “Greek Summer” σαν την ανώτερη, την πιο ξεχωριστή μορφή διακοπών στη Μεσόγειο και να βρεθούμε έτσι ένα ποιοτικό σκαλί πάνω από τους ανταγωνιστές μας. Να το κάνουμε brand δηλαδή».

Στη συνέχεια, ακούστηκε ο ισχυρισμός ότι ο ΣΕΤΕ και η Marketing Greece ανέλαβαν με απευθείας ανάθεση από τον ΕΟΤ ποσό 32 εκατ. ευρώ για την προώθηση του ελληνικού τουρισμού. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η μοναδική ανάθεση που έχει υπάρξει και είναι αναρτημένη στη Διαύγεια, είναι το ποσό των 99.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, για να μπορέσει η καμπάνια #greecefromhome -η εξαιρετική προωθητική ενέργεια της χώρας κατά τη διάρκεια του lockdown- να «τρέξει» στις διαδικτυακές πλατφόρμες του εξωτερικού. Το διαχειριστικό όφελος της εταιρείας από την ενέργεια αυτή ύψους 9.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, επανεπενδύθηκε στην ενέργεια, μαζί με άλλα 15.000 ευρώ από τα κεφάλαια της Marketing Greece, για να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο το αποτύπωμα της καμπάνιας.

Aπό την άλλη, άραγε πόσοι γνωρίζουν ότι η Marketing Greece τα τελευταία 7 χρόνια έχει επενδύσει για την προώθηση του ελληνικού τουρισμού διεθνώς, πάνω από 8,5 εκατομμύρια ευρώ των μετόχων της και των εταιρειών που τη στηρίζουν, στο digital marketing, ενώ έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν με το ελληνικό δημόσιο, το 2015 εν μέσω capital controls και το 2019, προσφέροντας και πάλι δωρεάν υλικό και καμπάνιες. Υποθέτω ελάχιστοι.

Προφανώς και η κριτική είναι καλοδεχούμενη και ο έλεγχος απαραίτητος. Απαιτείται όμως σοβαρή μελέτη και έρευνα των δεδομένων πριν γίνουμε όλοι κριτές και κατακρίνουμε. Η κριτική είναι εύκολη, το να φέρεις αποτέλεσμα είναι δύσκολο. Οι εποχές άλλαξαν, ας αλλάξουμε κι εμείς νοοτροπία.

“Nαι μεν, αλλά” η εικόνα για το display advertising…

Mπορεί το ετήσιο report Αdex Hellas 2019 του ΙΑΒ να έδειξε θετική μεταβολή της online δαπάνης την προηγούμενη χρονιά, ωστόσο η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική, και σίγουρα όχι τόσο ευνοϊκή για την ψηφιακή διαφήμιση στη χώρα μας.

Σύμφωνα λοιπόν με τον ΙΑΒ Hellas, το 2019 η display διαφήμιση στην Ελλάδα παρουσιάζει ενδείξεις βελτίωσης και ανάσχεσης της αρνητικής μεταβολής του προηγούμενου έτους, καταγράφοντας αύξηση της τάξεως του 4% έναντι του 2018 οπότε η δαπάνη είχε αρνητικό πρόσημο (-3%) σε σχέση με το 2017. Σε επίπεδο απόλυτων αριθμών, η display δαπάνη επιστρέφει το 2019 στις επιδόσεις του 2017, καθώς διαμορφώνεται στα 64,6 εκατ. ευρώ έναντι 62,1 εκατ. ευρώ το 2018.

Είναι σημαντικό να τονιστεί εδώ ότι στην έρευνα του 2019 συμμετείχαν 14 publishers έναντι 16 το 2018, κάτι που σημαίνει ότι η αύξηση ήταν οργανική, όχι μόνο αριθμητική. Βέβαια, αυτό που πρέπει όλοι να γνωρίζουν είναι ότι το Adex Hellas 2019 δεν εμπεριέχει τη διαφημιστική δαπάνη σε Programmatic, Google και Social media, ενώ θα πρέπει να λάβουν υπόψιν τους ότι σημαντικό ρόλο στην αύξηση της δαπάνης έπαιξε και το γεγονός ότι το 2019 ως εκλογική χρονιά, είχε και επιπλέον κονδύλια προεκλογικών καμπανιών, που ανήλθαν συνολικά σε 2,35 εκατ. ευρώ.

Κάπου εδώ όμως θα πρέπει να δούμε την μεγάλη εικόνα. Και η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι από το 2014 μέχρι και το 2019 η display δαπάνη μειώθηκε κατά 18,5%, πέφτοντας από τα 80 εκατ. ευρώ στα 65 εκατ. Μάλιστα, εάν κανείς μελετήσει τα στοιχεία αυτά από χρόνο σε χρόνο θα διαπιστώσει μια σημαντική μεταβλητότητα, με τον δείκτη κάποιες χρονιές να είναι θετικός και κάποιες αρνητικός. Η πορεία δηλαδή είναι ασταθής και μάλλον απρόβλεπτη.

Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση της online διαφημιστικής δαπάνης είναι μια μάχη που ακόμα δεν έχει κερδηθεί και θα πρέπει να συνεχιστεί, με έμφαση στο ποιοτικό και έγκυρο περιεχόμενο, αλλά και στα αξιόπιστα και λειτουργικά format προβολής.

Αν πρέπει να σταθούμε σε κάποια επιπλέον σημαντικά ευρήματα του Adex Hellas 2019 είναι σίγουρα τα στοιχεία που αφορούν στους κλάδους που επιλέγουν να διαφημιστούν περισσότερο στο ψηφιακό περιβάλλον. Βλέπουμε λοιπόν, ότι από τις 21 επιμέρους κατηγορίες διαφημιζόμενων, η πλέον προβεβλημένη είναι εκείνη των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στις οποίες αντιστοιχεί το 16% της συνολικής δαπάνης. Στη δεύτερη θέση βρίσκουμε το λιανεμπόριο, με ποσοστό 14%, τα ΜΜΕ και την διασκέδαση με 10%, τις τηλεπικοινωνίες με 8% και τα FMCG με 6% περίπου.

Στην μετά COVID-19 εποχή, με τον καταναλωτή να θέτει πλέον νέα δεδομένα και ανάγκες στην συμπεριφορά του, είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς τις ευκαιρίες. Το λιανεμπόριο, οι τηλεπικοινωνίες, τα FMCG, αλλά και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα εξακολουθήσουν να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατανάλωση, οπότε και οι ανάγκες επικοινωνίας τους θα παραμείνουν μεγάλες.

Το γενικότερο σχόλιο ωστόσο, που ευχής έργον θα ήταν να αποτελέσει έναυσμα σοβαρού προβληματισμού, είναι ότι το display advertising τα τελευταία 6 χρόνια έχει μειωθεί, σε μια περίοδο που το διαδίκτυο αποτελεί την πιο αναγκαία κοινωνική πραγματικότητα, ενώ έντυπα και ραδιόφωνα χάνουν συνεχώς μερίδια.

Κατά τη γνώμη μας, ένας από τους σοβαρότερους λόγους είναι ότι οι ψηφιακοί εκδότες δεν έχουν ακόμη πειστική απάντηση στην πιο σημαντική ίσως ανάγκη των διαφημιζόμενων, που είναι να προβάλλουν τα brands τους σε ένα ποιοτικό και αξιόπιστο διαφημιστικό περιβάλλον. To τελευταίο παραμένει ακόμα ζητούμενο και όχι μόνο με ευθύνη των εκδοτών…

Βίαιη αναδιάρθρωση για διαφήμιση και marketing

To 2015, με την απόφαση της τότε κυβέρνησης να κλείσει τις τράπεζες, να επιβάλει capital controls και να παγώσει την οικονομική δραστηριότητα, μάθαμε έστω και με βίαιο τρόπο να αξιοποιούμε το πλαστικό χρήμα και να κάνουμε online συναλλαγές, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο λειτουργίας του εμπορίου. Σήμερα, με τις συνέπειες της πανδημίας να εντείνονται, ήρθε η ώρα να ανακαλύψουμε και νέες δυνατότητες της τεχνολογίας.

Κι όμως, η τεχνολογία ήταν πάντα εδώ, τα εργαλεία που θα έκαναν την ζωή μας πιο εύκολη υπήρχαν, ωστόσο οι περισσότεροι από εμάς δεν αισθανόμασταν έτοιμοι να την εμπιστευθούμε. Ώσπου ήρθε η πανδημία να μας αναγκάσει να προστρέξουμε εξ ανάγκης στην τεχνολογία, για άλλη μια φορά, με πρώτη και καλύτερη την τεχνολογία που αφορά στην τηλεργασία από το σπίτι. Δεν θα σταθούμε στο σημείωμα αυτό, στα εργαλεία που υπάρχουν και που πλέον ανακαλύψαμε όλοι. Θα εστιάσουμε στην επόμενη ημέρα και στη νέα πραγματικότητα που θα διαμορφωθεί όταν μετά την κρίση, διατηρήσουμε και αναπτύξουμε τις δυνατότητες της τηλεργασίας.

Με την έννοια αυτή, ήταν εξαιρετικά χρήσιμη η πρωτοβουλία της Behavioural Science της Ogilvy να δημιουργήσει έναν οδηγό με χρήσιμα tips για τον νέο αυτό τρόπο εργασίας. Ο οδηγός αυτός περιλαμβάνει πλήθος ιδεών και οδηγιών για το πώς όσοι εργάζονται από το σπίτι μπορούν να διατηρήσουν την κοινωνικοποίησή τους αξιοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα, να διαμορφώσουν μια νέα καθημερινή «ρουτίνα», να είναι εξίσου παραγωγικοί, δραστήριοι και συνεργατικοί, να φροντίζουν τον εαυτό τους, τους γύρω τους και την ομάδα τους.

«Σε συνθήκες όπως αυτές που ζούμε σήμερα, εξαρτάται από εμάς αν θα πετύχουμε την επιχειρησιακή συνέχεια. Και όταν τις ξεπεράσουμε, θα αξιοποιήσουμε τις νέες δεξιότητες και συνήθειές μας για να κάνουμε μια νέα αρχή και να οικοδομήσουμε έναν πιο υγιή επιχειρηματικό κόσμο», αναφέρει η Ogilvy στη σχετική της ανακοίνωση, δίνοντας το στίγμα της επόμενης μέρας.
Δεν είναι όμως μόνο η τηλεργασία που ανακαλύψαμε αυτή την περίοδο. Ξαφνικά, τα περισσότερα περιοδικά και εφημερίδες απέκτησαν ψηφιακή μορφή, με format φιλικό όχι μόνο για desktop, αλλά και για mobile/tablet.

Ακόμα και έντυπα που δεν το είχαν επιχειρήσει στο παρελθόν, τώρα πλέον έκαναν το μεγάλο (;) βήμα, επενδύοντας παράλληλα και στις online συνδρομές. Η επέκταση αυτής της στρατηγικής είναι ξεκάθαρο ότι αλλάζει εκ νέου τις ισορροπίες υπέρ της digital διαφήμισης, με ότι μπορεί αυτό να σημαίνει για διαφημιζόμενους και διαφημιστές.

Το πιο σημαντικό από όλα όμως είναι η συνειδητοποίηση ότι ο Covid-19 δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα σε επίπεδο εμπορικής και εταιρικής επικοινωνίας. Την πραγματικότητα αυτή διερευνά η μελέτη της Recipe, η οποία αξιοποιώντας στοιχεία από το Trust Barometer της Edelman για τον Covid-19, που βασίστηκε σε 10.000 συνεντεύξεις, επιβεβαιώνει το γεγονός ότι ο ιός επιβάλει βίαιη αναδιάρθρωση του επικοινωνιακού περιβάλλοντος. Όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση, «τα brands οφείλουν να προσεγγίσουν το νέο status, αφουγκραζόμενα τις διαφοροποιημένες ανάγκες των κοινών τους, επαναδιαπραγματευόμενα τη δημόσια εικόνα και τον ρόλο τους, παρακολουθώντας παράλληλα τις αλλαγές που συντελούνται ως προς τη χρήση των Μέσων.

Αντίστοιχα, και σε ό,τι αφορά στα εσωτερικά τους κοινά, οι επιχειρήσεις οφείλουν να βοηθήσουν στην καλύτερη και ασφαλέστερη μετάβαση εργαζομένων και συνεργατών στη νέα κατάσταση». Αν μη τι άλλο, τεχνολογία και Covid-19 διαμορφώνουν για ακόμα μια φορά νέα δεδομένα στον κλάδο του Μarketing και της Επικοινωνίας. Έστω και με βίαιο τρόπο, η αγορά αλλάζει. Διαφημιζόμενοι και διαφημιστές βρίσκονται πλέον μπροστά σε μια ακόμα μεγάλη πρόκληση, που για να την αντιμετωπίσουν θα πρέπει να αναθεωρήσουν νοοτροπίες, στρατηγικές και παγιωμένες αντιλήψεις. Δεν θα είναι εύκολο. Είναι όμως πλέον απαραίτητο.

«Εθελοντική Αυτοσυγκράτηση» και «πόλεμος»

Εν μέσω των ανατροπών που φέρνει η επέλαση του κορονωϊού σε οικονομικό, επιχειρηματικό και κοινωνικό επίπεδο, τα άμεσα αντανακλαστικά τόσο της ΕΙΗΕΑ, όσο και του ΣΗΠΕ, με μια σειρά αναγκαίων αλλά και ευρηματικών προτάσεών τους για την ενίσχυση του Τύπου, έρχονται να αναδείξουν τον καθοριστικό ρόλο των εφημερίδων στις δύσκολες περιόδους της χώρας.

Υπάρχει ένα αξίωμα που λέει ότι η ευρηματικότητα εμφανίζεται πιο έντονη στα δύσκολα. Κι αυτό επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά όταν η ΕΙΗΕΑ (Ένωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών) πρότεινε μια σειρά από μέτρα για την στήριξη του Τύπου, πέρα από την αναμενόμενη πρόταση για την άμεση αναστολή στον ΦΠΑ των πωλήσεων. Έτσι, διαβάσαμε τρία ξεχωριστά μέτρα, τα οποία η Ένωση χαρακτήρισε ως μέτρα «Εθελοντικής Αυτοσυγκράτησης». Ζήτησε λοιπόν από τους εκδοτικούς οργανισμούς να προχωρήσουν σε εθελοντική μείωση των σελίδων των εφημερίδων, να μειώσουν ή να αναστείλουν την έκδοση ενθέτων και να αναστείλουν την κυκλοφορία νέων προσφορών.

Είναι ίσως η πρώτη φορά που προτείνονται τέτοιας έκτασης και περιεχομένου μέτρα και σίγουρα είναι σημαντικό να δούμε εάν υπάρξει ανταπόκριση από τα εκδοτικά συγκροτήματα. Εκτιμώ ωστόσο ότι η πρόταση αυτή, τουλάχιστον σε ότι αφορά στα ένθετα και στις προσφορές θα εισακουσθεί, αναδεικνύοντας ένα «κοιμώμενο» αλλά υπαρκτό στα δύσκολα, αίσθημα αλληλεγγύης. Ίσως μάλιστα αυτό να είναι και ένα «κέρδος» από όλο αυτό το κακό που βιώνουμε. Αρκεί βέβαια να διατηρηθεί και μετά το πέρας της πανδημίας, με την έννοια του υγιούς ανταγωνισμού.

Η ΕΙΗΕΑ όμως έκανε προτάσεις και προς την Πολιτεία. Ζητάει την άμεση ενίσχυση της μισθοδοσίας προς τους εργαζομένους, χωρίς καμία προϋπόθεση ή περιορισμό, προτείνοντας μάλιστα για την απλοποίηση της διαδικασίας, την επιλογή των προς ενίσχυση εφημερίδων να αναλάβει η ίδια η ΕΙΗΕΑ. Τέλος, ζητά να μην κλείσουν τα περίπτερα, αλλά να υποχρεωθούν τα super markets να πωλούν εφημερίδες. Να μια πρόταση, που θα είχε ενδιαφέρον να δούμε την απόδοσή της, όχι μόνο στους μήνες της πανδημίας, αλλά και μετά.

Στο ίδιο μήκος κύματος και οι προτάσεις του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων (ΣΗΠΕ), ο οποίος σε σχετική ανακοίνωση αναφέρει ότι «ο Τύπος, ειδικότερα ο ημερήσιος περιφερειακός, πρέπει να παραμείνει “εν κινήσει” αυτές τις δύσκολες ώρες, όπως ακριβώς παρέμεναν “εν κινήσει” και τα φορτηγά πλοία που μετέφεραν προμήθειες προς τον στρατό των συμμάχων και τον χειμαζόμενο πληθυσμό, κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, διασχίζοντας τον Ατλαντικό, παρά τους κινδύνους και τις απώλειες». Ίσως με μια πρώτη ανάγνωση η παραπάνω παρομοίωση να ακούγεται τραβηγμένη, ίσως και όχι, αν σκεφθεί κανείς ότι σημαντικοί πολιτικοί παράγοντες της Ε.Ε. χαρακτήρισαν αυτό που ζούμε «πόλεμο».

Στις προτάσεις του ΣΗΠΕ, πέρα από τις διαχρονικές που αφορούν θεσμικά και φορολογικά ζητήματα, προστέθηκε και το ζητούμενο της ένταξης των επιχειρήσεων Τύπου στις ευεργετικές διατάξεις που αφορούν στην αναστολή της λειτουργίας των επιχειρήσεων με κυβερνητική εντολή, καθώς και η τροποποίηση των προϋποθέσεων για την ένταξη στο Μητρώο των επιχειρήσεων Τύπου για το 2021 όσον αφορά στον αριθμό των εκδόσεων αλλά και στο μέγεθος (αριθμός σελίδων) των εφημερίδων, λόγω της επικράτησης των ειδικών συνθηκών επιβίωσης των επιχειρήσεων περιφερειακού Τύπου. Και το τελευταίο έχει λογική, αρκεί να μην παραταθεί πέρα του 2021, για προφανείς λόγους. Bλέπετε, στη χώρα του «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού» όλα είναι πιθανά…

Oι κανόνες δεοντολογίας δεν αρκούν…

H εμφάνιση του κορωνοϊού στη χώρα μας και η ένταση του προσφυγικού ζητήματος πυροδότησαν καταιγισμό αμφιλεγόμενων ρεπορτάζ στα ΜΜΕ, κάποια από τα οποία υπό την επίφαση της ενημέρωσης ανέδειξαν το θέμα με έναν τρόπο που σε πολλές περιπτώσεις δοκίμαζε τα όρια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που τα όρια αυτά δοκιμάζονται. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό συνέβαινε από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε η δημοσιογραφία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, με την σημαντική διείσδυση του διαδικτύου και των social media τα όρια αυτά δεν έχουν απλώς «δοκιμαστεί», έχουν εξαφανιστεί. Στον «βωμό» μερικών clicks, οι «δημοσιογράφοι» κάποιων ειδησεογραφικών – και όχι μόνο – sites, επιλέγουν τίτλους και κείμενα που θεωρούνται «πιασάρικα», ώστε να προσελκύσουν clicks, τα οποία στη συνέχεια κάποιοι εκδότες θα τα «πουλήσουν» σε διαφημιστικές εταιρείες και διαφημιζόμενους για να προσελκύσουν διαφήμιση.

Το ερώτημα είναι τι κάνουν οι διαφημιστικές εταιρείες και οι διαφημιζόμενοι. Επιλέγουν τα clicks ή την εγκυρότητα; Αντιλαμβάνονται ότι η ποιότητα του διαφημιστικού περιβάλλοντος είναι πολύ σημαντική για το προϊόν τους; Και ότι πρέπει να υπάρχει μια αμφίδρομη «win win» σχέση μεταξύ περιεχομένου και διαφήμισης; Είναι απλή λογική να καταλάβει κάποιος ότι όταν ένα σοβαρό περιεχόμενο συνοδεύεται από μια ποιοτική διαφήμιση, κερδισμένες είναι και οι δύο πλευρές.

Toν Δεκέμβριο του 2016, η Ένωση Εκδοτών Διαδικτύου παρουσίασε τον Κώδικα Δεοντολογίας Ψηφιακών Μέσων Ενημέρωσης, ένα εξαιρετικό από κάθε άποψη έργο, το οποίο υιοθετήθηκε από τα μέλη της ΕΝΕΔ και αποτελεί φάρο εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Μπορεί ωστόσο τα μέλη της ΕΝΕΔ να την ακολουθούν, δεν συμβαίνει το ίδιο όμως με δεκάδες άλλα ειδησεογραφικά – και μη – sites που φαίνεται να βρίσκονται στον δικό τους κόσμο, αδιαφορώντας για νόμους και κανόνες δεοντολογίας.

Θα ήταν παράλειψη βέβαια να μην αναφερθεί εδώ ότι ευθύνη για την κατανάλωση ποιοτικού περιεχομένου έχουν και οι ίδιοι οι αναγνώστες, που θα πρέπει να μην πέφτουν στην παγίδα των εντυπωσιακών τίτλων, αλλά να επιλέγουν ποιοτικό περιεχόμενο, από έγκυρα sites. Αυτό βέβαια απαιτεί εκπαίδευση επίπονη και διαρκή, κάτι μάλλον ανέφικτο στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.

Οπότε ποια είναι η λύση; Η απάντηση δεν είναι απλή, ωστόσο φαίνεται ότι το κλειδί κρατούν διαφημιστές και διαφημιζόμενοι, οι οποίοι προκειμένου να εμπιστευθούν το διαφημιζόμενο προϊόν ή υπηρεσία σε κάποιο site θα πρέπει να μελετούν και άλλες παραμέτρους, πέρα από τα clicks. «Μα αυτό το κάνουν ήδη» θα μπορούσε να πει κανείς. Το αποτέλεσμα ωστόσο δείχνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει πρόβλημα. Οι εταιρείες επικοινωνίας πρέπει να εντείνουν το αφήγημα του ποιοτικού διαφημιστικού περιβάλλοντος και να κατευθύνουν τους διαφημιζόμενους εκεί που πραγματικά αξίζει να βρίσκονται. Διαπλοκή και πιέσεις συμφερόντων δεν πρέπει να έχουν καμία θέση στην πραγματικότητα αυτή. Διαφορετικά όσοι κανόνες κι αν θεσπιστούν, το αποτέλεσμα θα παραμένει ημιτελές.

Υπό την έννοια αυτή, η πρωτοβουλία που ανακοίνωσαν πριν μερικές εβδομάδες ο ΙΑΒ Hellas και η ΕΝΕΔ για την από κοινού μελέτη και λειτουργία ενός αναβαθμισμένου μηχανισμού μέτρησης επισκεψιμότητας των διαδικτυακών τόπων, «που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του σήμερα ως προς τα στοιχεία που θα παρέχει, θα έχει καθολική αποδοχή από όλους τους φορείς της αγοράς και θα αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο στα χέρια των ανθρώπων της αγοράς» είναι σημαντικό βήμα, αλλά θα πρέπει να ολοκληρωθεί όσο πιο σύντομα γίνεται. Δεν υπάρχει χρόνος για καθυστερήσεις. Η αξιοπιστία της δημοσιογραφίας στο διαδίκτυο δοκιμάζεται καθημερινά…

Εισφορές, προσφυγές και κράτος

Η απόρριψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας της προσφυγής της ΕΔΕΕ, η οποία ζητούσε να καταργηθεί η εισφορά 2% υπέρ του ΕΔΟΕΑΠ για τις διαφημίσεις στο διαδίκτυο επανέφερε στην επικαιρότητα ένα θέμα με πολλαπλές προσεγγίσεις και ερμηνείες.

Με την απόφαση κρίνονται ως «απαράδεκτες για έλλειψη εννόμου συμφέροντος» οι αιτήσεις της ΕΔΕΕ για ακύρωση σχετικών διατάξεων του κανονισμού είσπραξης εσόδων και του καταστατικού του ΕΔΟΕΑΠ. Η απόφαση αυτή ήρθε να προστεθεί στις αντίστοιχες απορριπτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας από προσφυγές των εργοδοτικών οργανώσεων για το ίδιο ζήτημα. Η απόφαση έγινε δεκτή με ικανοποίηση από τον ΕΔΟΕΑΠ, ο οποίος με σχετική του ανακοίνωση αναφέρει ότι «με τη νέα απόφαση ο ΕΔΟΕΑΠ εδραιώνει ακόμη περισσότερο τη θέση του και συνεχίζει απρόσκοπτα τον αγώνα, για να παραμείνει πρότυπο ταμείο ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και επικούρησης για τους 27.800 ασφαλισμένους του, εργαζόμενους και συνταξιούχους από τα ΜΜΕ όλης της χώρας».

Στην απόφαση αναφέρεται ότι «για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της η ΕΔΕΕ ισχυρίζεται ότι με την ένδικη ειδική εισφορά συρρικνώνεται η διαφημιστική αγορά στο διαδίκτυο διότι οποιαδήποτε εισφορά επιβαρύνει τα διαθέσιμα ποσά διαφήμισης, μειώνει αντιστοίχως τα ποσά αυτά και συνακόλουθα τα έσοδα των διαφημιστικών εταιρειών και το μέγεθος της διαφημιστικής αγοράς. Προβάλλει δε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι διαφημιζόμενοι – λήπτες των διαφημιστικών υπηρεσιών παρακρατούν την εισφορά διαδικτύου από την αμοιβή των διαφημιστικών εταιρειών προκειμένου να την αποδώσουν στον ΕΔΟΕΑΠ». Σύμφωνα με την απόφαση, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αόριστοι, «διότι η αιτούσα δεν τεκμηριώνει την πραγματική βάση τους με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία, ούτε άλλωστε προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η ένδικη εισφορά διαδικτύου έχει προκαλέσει, από τότε που θεσπίστηκε και άρχισε να εισπράττεται, μείωση των εσόδων ή του κύκλου εργασιών των διαφημιστικών εταιρειών». Το ΣτΕ εκτιμά με άλλα λόγια, ότι η ειδική εισφορά 2% δεν μπορεί, αυτή και μόνο, να πλήξει τη διαφημιστική αγορά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η αναφορά ότι η ΕΔΕΕ επικαλείται την ιδιότητά της ως διαφημιζομένης μέσω του διαδικτύου, διότι διαφημίζεται συστηματικά στο διαδίκτυο (π.χ. Facebook) για τις κλαδικές βραβεύσεις δημιουργικότητας (Ermis Awards, Young Lions Hellas, Effie Hellas κ.λπ.) που διοργανώνει σε ετήσια βάση, προσκομίζοντας και σχετικά τιμολόγια. Το Συμβούλιο ωστόσο έκρινε ότι τα παραπάνω βραβεία δεν έχουν σχέση με προϊόντα ή υπηρεσίες που πωλούνται ή παρέχονται στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας, «αλλά αποτελούν απλές εκδηλώσεις του αιτούντος σωματείου, τις οποίες διοργανώνει για την επίτευξη των καταστατικών σκοπών του (προώθηση διαφημιστικού επαγγέλματος κ.λπ.), στους οποίους πάντως δεν περιλαμβάνεται η πώληση προϊόντων ή η διάθεση υπηρεσιών, και για την αύξηση των εσόδων του». Ως εκ τούτου, δεν πείστηκε ότι αρκούν για να δώσουν στην ΕΔΕΕ τον χαρακτήρα διαφημιζόμενου, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Θα υπάρξει συνέχεια στο ζήτημα; Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Η αλήθεια είναι πως όσο ο διαφημιστικός τζίρος στο διαδίκτυο αυξάνεται, το ζήτημα θα επανέρχεται, ίσως με άλλη μορφή και διαφορετική «συσκευασία». Μετά από την εμπειρία του αγγελιοσήμου ωστόσο, όλες οι πλευρές έχουν την ωριμότητα να δουν την πραγματική κατάσταση και να συμφωνήσουν σε 2-3 βασικά πράγματα. Στην προσπάθεια αυτή ο ρόλος του κράτους θα πρέπει να είναι υποστηρικτικός και αντικειμενικός, αλλά όχι καταναγκαστικός. Κάθε νομοθέτημα πρέπει να είναι προϊόν ουσιαστικού διαλόγου με τους εμπλεκόμενους, οι οποίοι γνωρίζουν καλύτερα τις ανάγκες και τα προβλήματα των κλάδων τους. Η ΕΔΕΕ σε όλα τα παραπάνω έχει τεκμηριωμένη άποψη, αλλά και δίκιο σε πολλά ζητήματα. Κι αυτό δεν πρέπει να αγνοηθεί…

Εφημερίδες: Επιχορηγώντας έναν άνισο αγώνα

Η τροπολογία κατατέθηκε στη Βουλή και με σχετική ΚΥΑ που θα εκδοθεί άμεσα θα συγκεκριμενοποιηθούν η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις. Σε πρώτη φάση ωστόσο, αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι η επιχορήγηση απευθύνεται σε εκδοτικές επιχειρήσεις που εκδίδουν εφημερίδες και περιοδικά πανελλήνιας κυκλοφορίας, ενώ αυτή τη φορά συμπεριλαμβάνονται και επιχειρήσεις έκδοσης περιφερειακών και τοπικών εφημερίδων. «Η στήριξη κρίνεται αναγκαία, αποτελεί μάλιστα πάγιο αίτημα του κλάδου, καθώς τα τελευταία χρόνια, λόγω των επάλληλων εξωγενών κρίσεων, καταγράφεται κατακόρυφη αύξηση των λειτουργικών εξόδων, του μεταφορικού κόστους για τη διανομή και του κόστους αγοράς του δημοσιογραφικού χάρτου» αναφέρεται μεταξύ άλλων στο σκεπτικό του νομοσχεδίου.

Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι και η αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας: «Συνέπειες της κρίσης του κορωνοϊού Covid-19 είναι μεταξύ άλλων, στο χώρο των εντύπων μέσων και η κατακόρυφη αύξηση στα μεταφορικά κόστη για τη διανομή των εντύπων, αλλά και στο κόστος της αγοράς της πρώτης τους ύλης, δηλαδή του δημοσιογραφικού χάρτου (…) Κατά την περίοδο της πανδημικής κρίσης επλήγη ανεπανόρθωτα ο κλάδος των επιχειρήσεων των εφημερίδων και των περιοδικών, οι οποίες προσπαθούν να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας και να συνεχίσουν να εκπληρώνουν τη συνταγματική τους επιταγή και μείζονα κοινωνική αποστολή, δηλαδή την έγκυρη και αξιόπιστη ενημέρωση. Επίσης, η συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων δέχθηκε σοβαρό πλήγμα, καθώς είδε τα οικονομικά της μεγέθη να υποχωρούν αισθητά εξαιτίας της αναδιαμόρφωσης του τοπίου των μέσων πληροφόρησης και επικοινωνίας, που οφείλεται αφενός στις νέες μορφές επικοινωνίας και ενημέρωσης που έχουν αναδυθεί τα τελευταία χρόνια και προτιμήθηκαν λόγω των συνθηκών της πανδημίας και αφετέρου στις οικονομικές διαταραχές που προκαλούν εξωγενείς παράγοντες».

Σύμφωνα με την απόφαση, η διάρκεια της επιχορήγησης καθορίζεται σε 3 ημερολογιακά τρίμηνα, αρχής γενομένης από 1η Ιανουαρίου του 2022. Το ύψος της ενίσχυσης του μεταφορικού κόστους είναι ανάλογο του συνολικού μεταφορικού κόστους του κάθε τριμήνου. Το μέγιστο ποσό της επιχορήγησης ισούται με το μεταφορικό κόστος του αντίστοιχου τριμήνου του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους. Τέλος, το ύψος της ενίσχυσης του κόστους δημοσιογραφικού χάρτου είναι ανάλογο του συνολικού κόστους αυτού ανά τρίμηνο. Το μέγιστο ποσό της επιχορήγησης ισούται με το 50% του επιπλέον κόστους δημοσιογραφικού χάρτου του αντίστοιχου τριμήνου του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους.

Το ερώτημα ωστόσο που εύλογα προκύπτει στο σημείο αυτό είναι εάν δίνει λύση η παραπάνω εξέλιξη στο πρόβλημα του Τύπου. Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Οι ζημιές και οι απώλειες εσόδων και κυκλοφοριών που βίωσαν και βιώνουν τα τελευταία χρόνια εφημερίδες και περιοδικά είναι πολλαπλάσιες. Για τις οποίες βέβαια δεν φταίει μόνο η πανδημία, αλλά και άλλοι παράγοντες που όλοι γνωρίζουμε, όπως το διαδίκτυο, η τηλεόραση, η κρίση αξιοπιστίας και εγκυρότητας κ.α. Ωστόσο θα πρέπει να δει κανείς τη μεγάλη εικόνα. Η τροπολογία φιλοδοξεί να καλύψει απλά ένα μέρος της ζημιάς και ίσως κατά τη γνώμη μου λειτουργεί και λίγο σημειολογικά, θέλοντας να δείξει δηλαδή ότι η πολιτεία – υπό την όποια κυβέρνηση- ενδιαφέρεται για τα έντυπα και προσπαθεί και με σειρά άλλων πρωτοβουλιών να τα ενισχύσει. Στο βαθμό των δυνατοτήτων της οικονομίας πάντα. Αν θέλουμε ωστόσο να είμαστε ρεαλιστές θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο αγώνας αυτός είναι άνισος. Θα πρέπει όμως να συνεχιστεί για το καλό της δημοκρατίας και του πλουραλισμού. Και η νέα τροπολογία ακριβώς αυτή την ανάγκη σηματοδοτεί.

Startups και Επικοινωνία

Το μητρώο του Elevate Greece αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές ενδείξεις για την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας τα προσεχή χρόνια, αλλά και για τις τάσεις που αναμένεται να επικρατήσουν στο επιχειρηματικό πεδίο. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά λοιπόν, τα τελευταία 3 χρόνια, από το 2019 μέχρι το 2021, δημιουργήθηκαν στη χώρα μας σχεδόν όσες νεοφυείς εταιρείες είχαν δημιουργηθεί από το 2014. Πιο συγκεκριμένα, οι μισές ελληνικές startups (το 45%) δημιουργήθηκαν τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ το 2019 αποτέλεσε χρονιά-σταθμό δεδομένου ότι τη χρονιά αυτή συστήθηκε το 21,2% των ενεργών νεοφυών εταιρειών στο μητρώο του Elevate Greece.

Πάντα σύμφωνα με τα στοιχεία του τελευταίου, στη χώρα μας υπάρχουν αυτή τη στιγμή 618 startups εταιρείες, οι οποίες απασχολούν 5.900 εργαζόμενους. Βέβαια – και εδώ είναι θέμα που θέλει προσοχή – οι περισσότερες από αυτές εδρεύουν στην Αθήνα και πιο συγκεκριμένα το 67,2% αυτών. Μόλις ένα 14% έχει έδρα στην Κεντρική Μακεδονία, ενώ στην Κρήτη βρίσκεται εγκατεστημένο το 6,8% των startups. Στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας μας υπάρχει ανεπαίσθητη παρουσία νεοφυών επιχειρήσεων, κάτι που αναδεικνύει την πρώτη πρόκληση, που αφορά στην ανάγκη αποκέντρωσης του οικοσυστήματος αυτού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δει κανείς την πηγή χρηματοδότησης των επιχειρήσεων αυτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το μεγαλύτερο ποσοστό εξωτερικής χρηματοδότησης που έχουν λάβει οι ελληνικές startups και συγκεκριμένα το 72,8%, προέρχεται από κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capitals). Η δεύτερη βασικότερη χρηματοδότηση είναι οι επιδοτήσεις, από όπου προέρχεται το 10%, ενώ ο τρίτος πιο σημαντικός χρηματοδότης είναι οι «επενδυτικοί άγγελοι» με 8,2%.

Υπάρχει όμως μια σειρά ποιοτικών στοιχείων που αποσαφηνίζουν περαιτέρω το πεδίο. Σύμφωνα με αυτά, το 80% των νεοφυών επιχειρήσεων ιδρύθηκε από άνδρες και μόλις το 20% από γυναίκες, το 84% είναι Ι.Κ.Ε. (Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες) – ακολουθούν με 11% Α.Ε. και 5% Ε.Π.Ε.-, ενώ το 16,4% έχει ένα ιδρυτή, το 37,4 δύο και το 28,1% τρεις. Το 91% των startups έχει έδρα αποκλειστικά στην Ελλάδα, ενώ ένα 5% είναι υποκατάστημα ξένης εταιρείας στη χώρα μας.

Προχωρώντας την μελέτη, έχει σημασία να εστιάσει κάποιος στους κλάδους που προτιμούν οι startups. O πιο ελκυστικός είναι οι βιοεπιστήμες, με ποσοστό 13,3% και ακολουθούν ο τουρισμός – υπηρεσίες φιλοξενίας με 9,4%, το περιβάλλον –ενέργεια με 8,3%, ο αγροδιατροφικός κλάδος με 7,7%, η διαφήμιση – marketing με 6,6%. Ο τομέας της ανάλυσης δεδομένων έχει προσελκύσει το 6% των ενεργών startups, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες το 4,7%, οι βιομηχανικές κατασκευές το 4,1%, ενώ ακολουθούν λιανικό και ηλεκτρονικό εμπόριο με 3,9%, εκπαίδευση με 2,8% και οι μεταφορές με 2,6%.

Για τους ανθρώπους του Μarketing και της Επικοινωνίας, το γεγονός ότι ο κλάδος δεν αποτελεί προτεραιότητα επενδύσεων από τις νεοφυείς επιχειρήσεις είναι κάπως πικρό, αλλά είναι και μια πραγματικότητα την οποία θα πρέπει να διαχειριστεί. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η καινοτομία, η πρωτοπορία, ο εκσυγχρονισμός, η αλλαγή κουλτούρας σε έναν επιχειρηματικό κλάδο ξεκινούν από τις startups. Αν δεν ενισχυθεί το ενδιαφέρον των τελευταίων για τον συγκεκριμένο κλάδο, υπάρχει ο κίνδυνος στασιμότητάς του σε κάθε επίπεδο: ανθρώπινου δυναμικού, υποδομών, ιδεών, στρατηγικής. Το πώς βέβαια θα ενισχυθεί το ενδιαφέρον αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη, συζήτηση.

Στην εποχή των VR, AR & AI

Εάν ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που αναρωτιούνται πόσο θα αλλάξουν τη ζωή μας το Virtual Reality, το Augmented Reality και το Artificial Intelligence, βλέποντας την συγκεκριμένη συναυλία θα κατάλαβαν ότι η αλλαγή αυτή θα είναι όχι απλά μεγάλη, αλλά σχεδόν τρομακτική, που αναμένεται να εγείρει ακόμα και ζητήματα ηθικής. Το 2021 οι ABBA επέστρεψαν δισκογραφικά μετά από 40 ακριβώς χρόνια με τον δίσκο “Voyager”, προκαλώντας αίσθηση. Στο πλαίσιο του νέου τους δίσκου ανακοίνωσαν περιοδεία, η οποία όμως θα είχε μια ιδιαιτερότητα: Θα διεξάγονταν με τα ολογράμματά τους ή αλλιώς τα «ABBA-tars» τους. Που σημαίνει ότι στη σκηνή εμφανίζονταν οι ίδιοι με την μορφή ολογραμμάτων, τα οποία τους παρουσίαζαν όπως ακριβώς ήταν το 1978. Οι θεατές δηλαδή έβλεπαν και άκουγαν τους ABBA με την ίδια μορφή που είχαν εκείνη την εποχή.

Σύμφωνα με τον Guardian, τα μέλη των ΑΒΒΑ, οι Agnetha Fältskog, Björn Ulvaeus, Benny Andersson, και Anni-Frid Lyngstad – που πλέον διανύουν την 7η δεκαετία της ζωής τους -, έκαναν ζωντανές πρόβες με τα τραγούδια τους για 5 εβδομάδες, με 160 κάμερες οι οποίες κατέγραφαν τις κινήσεις τους. Τα δεδομένα που ελήφθησαν πέρασαν στα υπολογιστικά συστήματα και με την χρήση συστημάτων Virtual Reality, Artificial Intelligence και Augmented Reality κατασκευάστηκαν τα ολογράμματά τους, τα οποία ξεσήκωσαν τους 3.000 θεατές που γέμισαν το Olympic Park του Λονδίνου.

Η προετοιμασία του show ξεκίνησε από το 2016 και κόστισε περισσότερα από 20 εκατ. δολάρια. Οι ψηφιακές εκδοχές των ABBA σχεδιάστηκαν από την Industrial Light and Magic, την εταιρεία οπτικών εφέ που ιδρύθηκε από τον δημιουργό του Star Wars, George Lucas. Για τη δημιουργία τους δούλεψαν περισσότεροι από 850 άνθρωποι, χρησιμοποιώντας την τεχνολογία κίνησης και ανίχνευσης των μελών του συγκροτήματος. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία, αφού σύμφωνα με τον παραγωγό της συναυλίας Ludvig Andrersson, «οι ΑΒΒΑ ερμήνευσαν τέλεια τα τραγούδια τους και έτσι όταν ο θεατής βλέπει τη συναυλία, δεν βλέπει 4 άτομα να προσποιούνται τους ΑΒΒΑ, αλλά τους ίδιους τους ΑΒΒΑ και μάλιστα όπως ήταν την εποχή που μεσουρανούσαν».

Ας σκεφθούμε λίγο τώρα τι ακριβώς έγινε στη συναυλία εκείνη: Νέοι άνθρωποι που δεν είχαν γεννηθεί την δεκαετία του 70’, αλλά και άνθρωποι που εκείνη την εποχή ήταν στην εφηβεία τους, απόλαυσαν τους ΑΒΒΑ όπως ακριβώς ήταν τότε. Όχι από κάποια μαγνητοσκοπημένη συναυλία, αλλά live. Και όλα αυτά, με την χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας. Τι μας εμποδίζει λοιπόν να μην δούμε μεθαύριο συναυλία ακόμα και διάσημων τραγουδιστών που πλέον έχουν φύγει από τη ζωή, οι οποίοι θα δώσουν το «παρών» στη σκηνή, με τα ολογράμματά τους, όπως την εποχή που έκαναν καριέρα; Σκεφθείτε κάποιος νέος άνθρωπος να μπορεί να δει ζωντανά συναυλία του Έλβις Πρίσλεϋ, του Μάικλ Τζάκσον, ή της Γουίτνεϊ Χιούστον, με τους ίδιους να τραγουδούν και να χορεύουν. Ή θεατρικές παραστάσεις με ολογράμματα ηθοποιών που δεν ζουν ή ακόμα και ποδοσφαιρικούς αγώνες με θρυλικούς παίκτες που δεν είναι πια ανάμεσά μας. Σκεφθείτε τα τώρα όλα αυτά ως πολυσύνθετες εφαρμογές στο χώρο του marketing και της διαφήμισης. Εκπληκτικό ή τρομακτικό; Θα το δείξει ο χρόνος…

Δεοντολογία και αλήθεια στα ΜΜΕ

Η ύπαρξη εκατοντάδων ΜΜΕ δίνει την αίσθηση του πλουραλισμού στην πληροφόρηση, η οποία είναι απαραίτητη στις σύγχρονες δημοκρατίες. Από μόνη της ωστόσο δεν λύνει το πρόβλημα για αντικειμενική πληροφόρηση, αφού η τελευταία διαμορφώνεται από δεκάδες παραμέτρους που έχουν να κάνουν τόσο με την αντίληψη και την κουλτούρα των δημοσιογράφων, όσο και από την οπτική από την οποία – θέλουν να – βλέπουν τα γεγονότα τα ΜΜΕ με τα οποία οι τελευταίοι συνεργάζονται. Αυτός είναι και ο λόγος που η καθημερινή ανάγνωση των γεγονότων στην Ουκρανία αναδεικνύει όλες τις οπτικές γωνίες αντίληψης αυτών, ενίοτε πολύ διαφορετικές ακόμα και με βάση τα ίδια ακριβώς γεγονότα. Υπάρχει όμως η μια και μοναδική αλήθεια;

Η μια και μοναδική αντικειμενική ανάγνωση των γεγονότων; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Οι περισσότεροι μελετητές της ανθρώπινης φύσης επισημαίνουν ότι είναι ουτοπικό να αναζητούμε από τον άνθρωπο αντικειμενικότητα, αλλά και φασιστικό να του επιβάλουμε τρόπο σκέψης. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να του δώσουμε – τα ΜΜΕ – τα απαραίτητα «εργαλεία» ώστε μόνος του να διαμορφώσει μια μεθοδολογία σκέψης, η οποία αρμόζει στην ιδιοσυγκρασία του και στις δικές του προσλαμβάνουσες. «Καλύτερα είναι να μιλούμε για κοινωνικά αποδεκτές αποστάσεις του δημοσιογράφου από κάθε γεγονός, να δίνουμε κατευθύνσεις σκέψης, μεθοδολογία για πολλές περιπτώσεις – μια και η ποικιλία των γεγονότων είναι άπειρη και δεν υποτάσσεται σε καλούπια – και να συνιστούμε στο άτομο που θα ασκήσει ή ασκεί το δημοσιογραφικό λειτούργημα, όταν κωδικοποιεί τα γεγονότα να σκέφτεται ότι το μήνυμα που θα φτάσει στον δέκτη πρέπει να είναι εύληπτο και όσο το δυνατόν απαλλαγμένο από διφορούμενες έννοιες – αν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό είναι εφικτό», ανέφερε ο αείμνηστος Λυκούργος Κομίνης στο βιβλίο του «Τα μυστικά της δημοσιογραφίας». Άποψη με την οποία συμφωνεί και ο Ουμπέρτο Έκο, ο οποίος λέει ότι «ο δημοσιογράφος δεν είναι υποχρεωμένος να είναι αντικειμενικός. Χρέος έχει να παίζει τον μάρτυρα. Πρέπει να λέει ότι ξέρει και πρέπει – αφού εκθέσει τις απόψεις όλων των μερών μιας υπόθεσης – να λέει τη δική του γνώμη».

Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση των fake news, των παραποιημένων ειδήσεων, που δεν είναι ψευδείς, δεν περιγράφουν δηλαδή ένα γεγονός που δεν έγινε, αλλά αλλοιώνουν πτυχές του τρόπου με τον οποίο συντελέστηκε; Εδώ το πρόβλημα είναι σύνθετο. Μια παραποιημένη είδηση μπορεί να έχει παραχθεί σκόπιμα από πολιτικούς και να έχει διοχετευθεί σε δημοσιογράφους, με τους τελευταίους να την μεταδίδουν παραποιημένη εν αγνοία τους. Υπάρχει και η περίπτωση να έχει παραποιηθεί σκόπιμα από δημοσιογράφους, στο πλαίσιο της πολιτικής γραμμής του μέσου τους. Η εξίσωση της αλήθειας εδώ είναι πραγματικά πολύ δύσκολη. Κι αυτό διότι οι άνθρωποι, ανάλογα της ιδεολογικής τους τοποθέτησης αντιλαμβάνονται το ίδιο γεγονός με διαφορετικό τρόπο.

Αντιμέτωπη με αυτή την πραγματικότητα είμαστε σήμερα στον πόλεμο στην Ουκρανία. Τι χρειάζεται λοιπόν; Απλή παρουσίαση των γεγονότων, χωρίς επίθετα και χαρακτηρισμούς, με την άποψη στην είδηση να καταγράφεται μόνο μέσα από επώνυμες στήλες. Ακόμα κι αυτό όμως δεν είναι απλό. Αλλά είναι ένα μικρό βήμα προς την δεοντολογία, η οποία είναι πιο ξεκάθαρη από την αλήθεια, δεδομένου ότι η τελευταία – μπορεί να – έχει πολλές πλευρές…

Γραφειοκρατία και πολιτικό κόστος

Πολλές φορές τα προηγούμενα χρόνια ανακοινώθηκαν νομοθετικές πρωτοβουλίες από τις κυβερνήσεις, οι οποίες υποτίθεται θα έβαζαν τέλος στην άναρχη δόμηση του ραδιοφωνικού τοπίου στη χώρα μας, κάτι που ουδέποτε συνέβη. Αν σκεφθεί κανείς το πόσο επίπονη ήταν η διαδικασία αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών πανελλήνιας εμβέλειας πριν από μερικά χρόνια, μάλλον θα καταλάβει τους λόγους της καθυστέρησης αυτής. Και ο πιο σημαντικός λόγος είναι ότι για να προχωρήσει η ρύθμιση του ραδιοφωνικού τοπίου θα απαιτηθούν πρωτοβουλίες που θα ξεβολέψουν πολλούς, επιχειρηματίες, πολιτικούς, ανθρώπους των μέσων. Το πολιτικό κόστος – εάν μιλάμε για ουσιαστική και αποτελεσματική παρέμβαση – θα είναι μεγάλο για όλες τις πλευρές.

Τι συνέβη όμως τις τελευταίες ημέρες στο θέμα αυτό; Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι μετά την ψήφιση του ν. 4779/21 και τη σύσταση ομάδας εργασίας για την επεξεργασία θεμάτων που αφορούν στους ραδιοφωνικούς σταθμούς, ξεκινά συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες που διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις και πολυετή εμπειρία για την υλοποίηση του εγχειρήματος. Όπως αναφέρει η σχετική ανακοίνωση, «η εν λόγω συνεργασία κρίνεται αναγκαία λόγω της πολυπλοκότητας, του εξειδικευμένου αντικειμένου και της αναγκαίας ενσωμάτωσης των σύνθετων τεχνικών προαπαιτούμενων, έτσι ώστε, από κοινού με τους αρμόδιους κατά περίπτωση φορείς και τα συναρμόδια Υπουργεία, να εκπονηθεί το πλέον άρτιο από ουσιαστικής, νομικής και τεχνικής πλευράς νέο νομοθετικό πλαίσιο για την αδειοδότηση των ραδιοφωνικών σταθμών της ελληνικής Επικρατείας». Να σημειωθεί εδώ ότι η σχετική πρωτοβουλία αφορά και στην αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, ένα ακόμα πιο ακανθώδες ζήτημα που θεωρείται – και είναι – «καυτή πατάτα» για όλους, ειδικά όταν το 2023 θεωρείται έτος βουλευτικών εκλογών.

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, μέχρι τον Απρίλιο του 2023 έχουν την υποχρέωση οι 4 ειδικοί που ορίστηκαν από την Κυβέρνηση να συντάξουν νέα νομοθεσία αδειοδότησης των ραδιοφωνικών σταθμών και των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών.

Η ανακοίνωση ωστόσο προβληματίζει περισσότερο απ’ ότι χαροποιεί. Κι αυτό διότι αναδεικνύει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο όλες τις διαχρονικές παθογένειες του νομοθετικού συστήματος της χώρας, όπου οι καθυστερήσεις και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες δεν αφήνουν να προχωρήσουν και να ολοκληρωθούν οι σχετικές πρωτοβουλίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η κυβέρνηση θα μελετήσει τις προτάσεις των ειδικών επιστημόνων, οι οποίοι διαθέτουν τις εξειδικευμένες γνώσεις και την πολυετή εμπειρία που απαιτούνται για να προτείνουν λύσεις σε ζητήματα που αφορούν στην ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία. Στη συνέχεια, θα υπάρξει συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς και τα υπουργεία που εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή.

Το επόμενο βήμα είναι η εκπόνηση του νέου νομοθετικού πλαισίου, το οποίο όμως μόλις ολοκληρωθεί – σε πόσο χρόνο άραγε; – θα πρέπει να τεθεί σε διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, το ΕΣΡ και τα πολιτικά κόμματα. Αφού ολοκληρωθεί η παραπάνω διαδικασία, τότε θα ξεκινήσει η διαδικασία για την αδειοδότηση, η οποία είναι άγνωστο πόσο θα διαρκέσει. Δύσκολα ωστόσο αυτό το διάστημα μπορεί να είναι μικρότερο του ενός χρόνου. Οπότε θα πει κανείς, να μην γίνει τίποτα; Προφανώς και να γίνει, είναι απολύτως απαραίτητο. Ωστόσο προηγουμένως θα πρέπει όλες οι πλευρές να είναι έτοιμες να συζητήσουν ουσιαστικά, να είναι ευέλικτες και να δεχθούν και «δύσκολες» λύσεις. Διαφορετικά η όποια αναγγελία δεν έχει κανένα νόημα. Το ερώτημα λοιπόν είναι ένα: Είναι έτοιμες γι’ αυτό; Και η απάντηση-εκτίμηση είναι δυστυχώς μια και ξεκάθαρη: Όχι…

Ταμείο Ανάκαμψης: Ώρα Επικοινωνίας…

Το «Ελλάδα 2.0» εγκρίθηκε στις 13 Ιουλίου 2021 από το Συμβούλιο Οικονομικών Δημοσιονομικών Θεμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ecofin) και περιλαμβάνει 106 επενδύσεις και 68 μεταρρυθμίσεις, κατανεμημένες σε 4 πυλώνες (πράσινη μετάβαση, ψηφιακό μετασχηματισμό, απασχόληση/δεξιότητες και κοινωνική συνοχή και τέλος, ιδιωτικές επενδύσεις και μετασχηματισμό της οικονομίας). Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό του, συγκεντρώνει 31,16 δισ. ευρώ, εκ των οποίων οι ευρωπαϊκοί πόροι είναι 30,5 δισ. ευρώ (18,43 δισ. ευρώ ενισχύσεις και 12,73 δισ. ευρώ δάνεια), για να κινητοποιήσει 60 δισ. ευρώ συνολικές επενδύσεις στη χώρα στα επόμενα πέντε χρόνια. Πρόκειται αναμφίβολα για το μεγαλύτερο πρόγραμμα ενισχύσεων της ελληνικής οικονομίας μετά το Σχέδιο Μάρσαλ που σχεδιάστηκε στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τις ΗΠΑ για την ανασυγκρότηση της χώρας.

Τα δομικά χαρακτηριστικά του προγράμματος, καθώς και οι φιλόδοξοι στόχοι που έχει θέσει το καθιστούν καίριο εργαλείο για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας και την αλλαγή του παραγωγικού της μοντέλου. Το πρόγραμμα έχει ξεκινήσει ήδη να «ξετυλίγεται», με τη χώρα μας να λαμβάνει στις αρχές Απριλίου την πρώτη πληρωμή από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ύψους 3,6 δισ. ευρώ, για δεκάδες έργα που έχουν ξεκινήσει να υλοποιούνται, τα οποία φιλοδοξούν να αλλάξουν την καθημερινότητα των πολιτών, των εργαζομένων, αλλά και των επιχειρήσεων.

Η βαρύνουσα σημασία ωστόσο που έχει ως πρόγραμμα δεν το καθιστά αυταπόδεικτα και δημοφιλές στους Έλληνες πολίτες, αφού οι τελευταίοι αγνοούν σχεδόν τα πάντα γι΄αυτό, όχι ασφαλώς με δική τους ευθύνη. Ωστόσο αυτό αναμένεται να αλλάξει σύντομα, αφού η ευρεία καμπάνια που αναμένεται να ξεκινήσει φιλοδοξεί να τους ενημερώσει ξεκάθαρα τόσο για το περιεχόμενο, όσο και για τους στόχους του.

Για τις ανάγκες της επικοινωνίας του Σχεδίου, η Ειδική Υπηρεσία Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης του Υπουργείου Οικονομικών προκήρυξε spec για την επιλογή των αναδόχων που θα αναλάβουν το έργο, το οποίο περιλαμβάνει υπηρεσίες διαφήμισης και μάρκετινγκ, παροχής συμβουλών σε θέματα διαφήμισης, υπηρεσίες διαχείρισης διαφημίσεων και διαφημιστικής εκστρατείας, υπηρεσίες διαχείρισης θεμάτων που αφορούν στις δημόσιες σχέσεις, υπηρεσίες εκδηλώσεων, διοργάνωσης εκθέσεων και συνεδρίων.

Η ισχύς της σύμβασης που θα συναφθεί θα είναι διάρκειας τριών ετών, με τη συνολική προϋπολογισθείσα δαπάνη να ανέρχεται στο καθαρό ποσό του 1.800.000 ευρώ, με δικαίωμα προαίρεσης ύψους 540.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το συνολικό καθαρό κονδύλι διαμορφώνεται κατ’ ανώτατο όριο στο ποσό των 2.340.000 ευρώ. Σύμφωνα με πληροφορίες, στο spec συμμετέχουν 6 εταιρείες, από τις οποίες θα επιλεγούν οι 5, που θα αποτελέσουν τις συνεργάτιδες επικοινωνίας του Ταμείου Ανάκαμψης, ανάλογα των αναγκών. Αυτή τη στιγμή η διαδικασία είναι στο στάδιο αξιολόγησης των οικονομικών και τεχνικών προσφορών, με τις τελευταίες να έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα για την τελική επιλογή.

Η συγκεκριμένη στρατηγική συνεργασίας που επιλέγει το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμάται ως ιδανική για ένα τόσο σημαντικό project: ένα roster 5 εταιρειών επικοινωνίας, οι οποίες θα συμμετέχουν σε εσωτερικό spec για κάθε project που προκύπτει. Μένει να φανεί και στην πράξη η αποτελεσματικότητά του. Σε πρώτη φάση ωστόσο, η πρόκληση είναι η ουσιαστική και ολοκληρωμένη ενημέρωση των πολιτών για το περιεχόμενο και τη σημασία του Σχεδίου, κάτι που όσο απλό κι αν ακούγεται, δεν είναι, δεδομένης της πολυπλοκότητάς του. Εδώ όμως θα κριθούν όλα…

Η Επικοινωνία και τα στελέχη της…

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της ManpowerGroup, περισσότερο από το 80% των οργανισμών επιτάχυνε τις επενδύσεις του στην ψηφιοποίηση ως αποτέλεσμα της πανδημίας, με αποτέλεσμα κάθε εταιρεία να καθίσταται πλέον εταιρεία τεχνολογίας. Δεν ξέρω εάν είναι εύκολο να το αντιληφθεί κανείς αυτό σε όλο του το εύρος, αλλά πρόκειται για μια σχεδόν «τρομακτική» εξέλιξη, ειδικά για τον κλάδο της Επικοινωνίας όπου το ζητούμενο ήταν και παραμένει η δημιουργικότητα και η έμπνευση των ανθρώπων του. Η τεχνολογική μετατόπιση των οργανισμών δημιουργεί πλέον την ανάγκη να αναβαθμίσουν τους ανθρώπους τους ώστε να μπορούν να μεταφράζουν τα δεδομένα σε πληροφορίες, να λαμβάνουν αποφάσεις βάσει δεδομένων και να συνδυάζουν με τον καλύτερο τρόπο την ανθρώπινη και την μηχανική νοημοσύνη για τη δημιουργία νέας αξίας.

Εδώ ακριβώς έγκειται η πρόκληση για τον κλάδο και τους ανθρώπους του. Να αξιοποιήσουν την μηχανική νοημοσύνη χωρίς να αδρανοποιήσουν την ανθρώπινη. Οι επαγγελματίες του κλάδου από τη δεκαετία του 50’ μέχρι και την δεκαετία του 90’ δεν είχαν να αντιμετωπίσουν την πρόκληση αυτή. Πολλοί από αυτούς εκφράζουν σήμερα τις επιφυλάξεις τους – ιδιαίτερα εκείνοι που ασχολούνταν με το δημιουργικό κομμάτι της διαφήμισης – για το σημερινό επίπεδο της δημιουργικής σκέψης των ανθρώπων του κλάδου, το οποίο το κρίνουν τεχνολογικά κατευθυνόμενο και μάλλον προβλέψιμο δημιουργικά.

Δεν είναι όμως έτσι. Σίγουρα σε ένα βαθμό η τεχνολογία αλλάζει τα δεδομένα και τα ζητούμενα, αλλά αυτά δεν είναι και πολύ διαφορετικά από τα αντίστοιχα των παλαιότερων χρόνων. Μιλώντας ειδικότερα για τη διαφήμιση, και πάλι η Ιδέα παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, απλά ο δρόμος που οδηγεί σε αυτή δεν είναι ο ίδιος. Η μεγάλη διαφορά ωστόσο, πέρα από την τεχνολογία, είναι η ανάγκη διαρκούς εξειδίκευσης και κατάρτισης των στελεχών.

Μια ανάγκη που σίγουρα τις προηγούμενες δεκαετίες δεν ήταν τόσο επιτακτική, αλλά ούτε και τόσο εύκολη όσο σήμερα. Εάν θέλουμε να διατηρήσουμε την Επικοινωνία στα περιζήτητα επαγγέλματα, τότε η κατάρτιση και η διαρκής ανάπτυξη δεξιοτήτων από τους ανθρώπους της είναι μονόδρομος. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που η μάχη για τα λεγόμενα «ταλέντα» γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, με το 70% των εργοδοτών να αναφέρει – πάντα σύμφωνα με την έρευνα της ManpowerGroup – , ότι δεν βρίσκει άτομα με δεξιότητες που χρειάζεται.

Σύμφωνα με άλλη έρευνα της Randstad, την ΗR Trends 2022, το ανταγωνιστικό πακέτο αποδοχών θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία προσέλκυσης κορυφαίων ταλέντων, με ποσοστό 75% και η επαγγελματική εξέλιξη σε ποσοστό 69%. Για τον κλάδο της Επικοινωνίας τα δύο παραπάνω αποτελούσαν διαχρονικά στοιχεία που έκαναν το επάγγελμα αυτό ελκυστικό. Σήμερα όμως σε αυτά προστίθεται με 55% και η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην προσωπική και επαγγελματική ζωή. Για το τελευταίο ο κλάδος είχε σταθερά… θέματα, τα οποία με την πανδημία και την εξ αποστάσεως εργασία έχουν ενταθεί.

Παραμένει λοιπόν ο κλάδος της Επικοινωνίας ελκυστικός; Η απάντηση είναι ναι υπό προϋποθέσεις: την ορθολογική αξιοποίηση της τεχνολογίας, την διαρκή ανάπτυξη δεξιοτήτων και κατάρτιση των στελεχών του, την διατήρηση των καλών αμοιβών, αλλά και την εφαρμογή ενός νέου μοντέλου εργασίας που θα ισορροπεί την προσωπική με την επαγγελματική ζωή. Εάν για το τελευταίο δεν βρεθεί λύση, όλα τα υπόλοιπα δεν θα έχουν καμία σημασία…

Εφημερίδες, ελευθεροτυπία και SLAPPs

Η τροπολογία πλέον αποτελεί νόμο του κράτους. «Η εμπειρία των τελευταίων ετών μας έδειξε ότι, δυστυχώς, ο νόμος που έχουμε, αφήνει περιθώρια σε κάποιους να καταστρατηγούν το πνεύμα του Συντάγματος και να ασχημονούν κατά του Τύπου και της κοινωνίας, χωρίς να μπορούν να έρθουν ουσιαστικά αντιμέτωποι με τις κυρώσεις που τους αποδίδουν τα όργανα της συντεταγμένης Πολιτείας.

Προφανώς, οι νομοθέτες της δεκαετίας του 80’ και αργότερα, δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα υπήρχαν έντυπα που βυσσοδομούν έναντι πολιτών, θεσμών, πολιτικών, εκκλησιαστικών παραγόντων και οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των αθλιοτήτων στην ουσία δεν θα είχαν ποτέ καμιά πρακτική συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση που υπήρχε εναντίον τους καταδικαστική απόφαση», ανέφερε στη Βουλή ο Γιάννης Οικονόμου, Υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, αρμόδιος για θέματα Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, τονίζοντας παράλληλα ότι οι διατάξεις της δεν δημιουργούν ζήτημα λογοκρισίας, ελέγχου ή περιορισμού της ελευθερίας του Τύπου. Ουσιαστικά, η τροπολογία προσθέτει 4 νέα σημεία, τα οποία και έχουν προκαλέσει αντιδράσεις τόσο από την αντιπολίτευση, όσο και από τις δημοσιογραφικές ενώσεις και την ΕΣΗΕΑ:

  1. Ο διευθυντής και ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας θα πρέπει να είναι μέλη επαγγελματικού σωματείου δημοσιογράφων.
  2. Εάν η εφημερίδα καταδικαστεί για αδικήματα Τύπου και η εκδοτική εταιρεία στην οποία ανήκει δεν έχει χρήματα να πληρώσει τα σχετικά πρόστιμα, τότε τα τελευταία θα πρέπει να πληρωθούν από τον μέτοχο που έχει άνω του 50% των μετοχών της.
  3. Τα ονόματα του εκδότη, του διευθυντή και του διευθυντή σύνταξης θα πρέπει να αναγράφονται ξεκάθαρα στην ταυτότητα της εφημερίδας. Διαφορετικά η εφημερίδα θα πληρώνει επαναλαμβανόμενο πρόστιμο 10.000 ευρώ, το οποίο θα επιβάλει το ΕΣΡ.
  4. Τα πρόστιμα θα παρακρατούνται από τα έσοδα της εφημερίδας απευθείας από το πρακτορείο διανομής.

Εκ πρώτης, η πρωτοβουλία είναι θετική. Ωστόσο ένα βασικό πρόβλημα είναι ότι το ΕΣΡ δεν έχει αρμοδιότητα για τις εφημερίδες αφού θεσμικά ασχολείται μόνο με τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Εδώ βέβαια να σημειωθεί ότι ο Γ. Οικονόμου διευκρίνισε ότι το ΕΣΡ το μόνο που θα κάνει είναι να διαπιστώνει την ισχύ ή τη μη ισχύ των διατάξεων.

Σε ανακοίνωσή της η ΕΣΗΕΑ επισήμανε ότι «οι συνοδές διατάξεις που εμπλέκουν το ΕΣΡ στην διαδικασία συμμόρφωσης των υπόχρεων εκδοτικών επιχειρήσεων εγείρουν θέματα και ως προς την σκοπιμότητα και ως προς την συνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης, καθώς εμπλέκει το ΕΣΡ σε ένα πεδίο άσχετο με τα ραδιοτηλεοπτικά θέματα». Παράλληλα τόνισε ότι «ειδικά σε μια εποχή που το φαινόμενο της βιομηχανίας αγωγών, διεθνώς αποκαλούμενο ως SLAPPs, λαμβάνει και στην Ελλάδα ανησυχητικές διαστάσεις, η εν λόγω ρύθμιση θα μπορούσε να απειλήσει την βιωσιμότητα των ΜΜΕ, ειδικά των μικρότερων σε μέγεθος».

Η αντιπολίτευση από την άλλη πλευρά, εγείρει θέματα αντισυνταγματικότητας, ενώ εκτιμά ότι η θέσπιση των προστίμων περιορίζει την ελευθερία του Τύπου ή και τον «φιμώνει».

Παράλληλα, εκφράζει την απορία της γιατί στην τροπολογία δεν έχουν συμπεριληφθεί και τα διαδικτυακά μέσα, κάτι όμως που θα γίνει σε δεύτερο χρόνο, όπως έχουν ήδη αναφέρει αρμόδια κυβερνητικά στελέχη. Το αν τελικά το αποτύπωμα της παρέμβασης είναι θετικό θα φανεί στην πράξη. Το σίγουρο είναι ότι υπάρχει ανάγκη για τέτοιου είδους πρωτοβουλίες, πρώτα από όλα για την κατοχύρωση της ελευθεροτυπίας και της ίδιας της δημοκρατίας.

Ας βρούμε επιτέλους το «κοινό νόμισμα»

Σε μια εποχή που το ζητούμενο για τον διαφημιζόμενο είναι η άμεση και ουσιαστική αποτελεσματικότητα της επικοινωνιακής του στρατηγικής, θα περίμενε κανείς η παραπάνω πρωτοβουλία να είχε καλύτερη τύχη. Το χαώδες διαδικτυακό τοπίο των web sites, στο οποίο συνυπάρχουν εξαιρετικά σοβαρά και αξιόπιστα μέσα με άλλα χαμηλής ποιότητας και αξιοπιστίας, λειτουργεί χρόνια τώρα αποτρεπτικά για την αύξηση της διαφημιστικής επένδυσης των διαφημιζόμενων σε αυτά. Κι αυτό είναι πραγματικά άδικο για sites που έχουν κάνει σοβαρή δουλειά σε περιεχόμενο και λειτουργικότητα και δικαιούνται να παραπονιούνται ότι δεν απορροφούν το μερίδιο δαπάνης που τους αναλογεί.

Κι αυτό διότι διαφημιζόμενοι – κυρίως – και διαφημιστικές εταιρείες προκειμένου να επενδύσουν στρατηγικά και σταθερά στα διαδικτυακά μέσα χρειάζονται αξιόπιστες μετρήσεις και εγγυήσεις ποιοτικής προβολής των διαφημιστικών τους εκστρατειών μέσα από αυτά. Το κατακερματισμένο τοπίο δυσκολεύει ακόμα περισσότερο το έργο των media agencies και το αποτέλεσμα είναι ουσιαστικά να είναι όλες οι πλευρές χαμένες: Οι διαφημιζόμενοι διότι δεν ικανοποιούνται από το ROI της επένδυσής τους στα διαδικτυακά μέσα, οι διαφημιστικές εταιρείες και τα media agencies διότι το έργο τους είναι εξαιρετικά δύσκολο, σε ένα πεδίο γεμάτο «νάρκες», αλλά και τα ποιοτικά διαδικτυακά μέσα διότι τελικά δεν απορροφούν τα διαφημιστικά κονδύλια που δικαιούνται.

Επομένως, η υιοθέτηση ενός «κοινού νομίσματος» από την ελληνική διαδικτυακή αγορά θα ήταν πραγματικά μια ισχυρή και ικανή συνθήκη να αλλάξει – και πάλι βέβαια υπό προϋποθέσεις – την παραπάνω εικόνα.

Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση του ΙΑΒ Hellas, ως συνολικά υπεύθυνου του έργου, ο εν λόγω φορέας αποτύπωσε αναλυτικά τις απαιτούμενες προδιαγραφές οι οποίες και σε συνεργασία με την ΕΝΕΔ εστάλησαν σε 7 εταιρείες διεθνούς κύρους, προκειμένου αυτές να καταθέσουν τις τεχνικές προτάσεις τους για το έργο, με στόχο η μέτρηση να μην αποτυπώνει μόνο τα βασικά μεγέθη επισκεψιμότητας ενός site (μοναδικοί χρήστες, επισκέψεις, σελιδοπροβολές), αλλά και όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις σύγχρονες παραμέτρους μέτρησης που ζητά η διαφημιστική αγορά.

Σύμφωνα πάντα με τον ΙΑΒ Ηellas, η Διοικούσα Επιτροπή του «για λόγους εγκυρότητας και πλουραλισμού της διαδικασίας», πρότεινε η τελική αξιολόγηση να πραγματοποιηθεί από ανεξάρτητη επιτροπή JIC (Joint Industry Committee) στην οποία θα εκπροσωπείται όλο το φάσμα της ψηφιακής αγοράς, δηλαδή η ΕΝΕΔ, ο ΣΔΕ και η ΕΔΕΕ και οι οποίοι κλήθηκαν να συμμετάσχουν. Η όλη διαδικασία είχε ξεκινήσει από τον Οκτώβριο του 2020 και είχε δημιουργήσει ισχυρές προσδοκίες για μια θετική κατάληξη. Γρήγορα όμως διαπιστώθηκε ότι οι ελπίδες αυτές ήταν φρούδες, δεδομένων των διαφορετικών προσεγγίσεων των δύο φορέων.

Από την ΕΝΕΔ δεν υπήρξε κάποια επίσημη ανακοίνωση ή σχόλιο για την αποτυχία της πρωτοβουλίας. Ωστόσο, η δήλωση του Προέδρου του ΙΑΒ Hellas, Ανδρέα Στάιου αφήνει μια χαραμάδα αισιοδοξίας ότι η προσπάθεια δεν θα τελειώσει εδώ. «Δυστυχώς με τις παρούσες συνθήκες δεν κατέστη δυνατόν οι δύο εμπλεκόμενοι φορείς να συμφωνήσουν σε μια κοινά αποδεκτή λύση ενός αναβαθμισμένου μηχανισμού μέτρησης επισκεψιμότητας των διαδικτυακών τόπων» ανέφερε στην δήλωσή του, τονίζοντας όμως ότι η προσπάθεια δεν σταματά εδώ. «Ελπίζoυμε και ευχόμαστε σύντομα να ανακοινώσουμε μια νέα πρωτοβουλία» κατέληξε και εμείς δεν έχουμε παρά να την αναμένουμε. Και γρήγορα…

Τι είδους ανταγωνισμό θέλουμε;

Tα σοβαρά προβλήματα των εφημερίδων δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις μικρές κυκλοφορίες, την χαμηλή αναγνωσιμότητα και τα μειωμένα έσοδα. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός παραμένει διαχρονικό πρόβλημα, όπως δείχνει η απόφαση της ΕΡΤ να σταματήσει τις συμψηφιστικές διαφημίσεις των έντυπων ΜΜΕ στα κανάλια της.

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η ΕΡΤ σταματά να δέχεται συμψηφιστικές διαφημίσεις από εφημερίδες και περιοδικά και πλέον θα ζητά από τα ΜΜΕ αυτά χρήματα, προσφέροντάς τους ωστόσο ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό έκπτωσης, το οποίο μπορεί να φθάνει έως και στο 80% και θα προσφέρεται σχεδόν σε όλες τις ζώνες μετάδοσης.

Η απόφαση αυτή προβλέπει παράλληλα, την καταγγελία όλων των εν ισχύ ιδιωτικών συμφωνητικών με εφημερίδες, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι ακόμα και συμφωνίες που έχουν ήδη υπογραφεί, παύουν άμεσα να ισχύουν. Όπως ήταν φυσικό, η απόφαση αυτή δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την πλειοψηφία των εφημερίδων, ειδικότερα από εκείνες που δεν έχουν ευνοϊκή πρόσβαση στα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια.

Όλοι γνωρίζουν ότι πολλοί ιδιοκτήτες τηλεοπτικών καναλιών έχουν στην ιδιοκτησία τους και εφημερίδες, οι οποίες μπορούν να προβάλλονται έντονα από τα πρώτα, δημιουργώντας έτσι συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για όσες εφημερίδες δεν έχουν τέτοιου είδους σχέσεις με τα κανάλια.

Για όλες αυτές τις εφημερίδες που δεν έχουν πρόσβαση στα ιδιωτικά κανάλια, η δυνατότητα συμψηφιστικής συνεργασίας με τα δημόσια κανάλια της ΕΡΤ ήταν μια κάποια διέξοδος. Τώρα, τα νέα δεδομένα αλλάζουν για άλλη μια φορά άρδην το σκηνικό, φέρνοντας τις εφημερίδες που έχουν σχέσεις ιδιοκτησίας με κανάλια, σε πλεονεκτική θέση.

Άμεση ήταν η αντίδραση της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ), η οποία διατυπώνει την διαφωνία της με την απόφαση αυτή, εστιάζοντας στο πρόβλημα αθέμιτου ανταγωνισμού που – εκτιμά ότι – αυτή θα δημιουργήσει. «Η ΕΙΗΕΑ πιστεύει ότι μέσω διαβούλευσης με τους εμπλεκόμενους φορείς, μπορεί να επιτευχθεί μία άλλη προσέγγιση, η οποία θα εξυπηρετεί την στρατηγική της Δημόσιας Τηλεόρασης και συγχρόνως θα συνεχίσει να στηρίζει τα έντυπα μέσα και την πολυφωνία στον χώρο του Τύπου», τονίζει μεταξύ άλλων σε σχετική της ανακοίνωση.

Η παραπάνω απόφαση της ΕΡΤ επαναφέρει στο προσκήνιο ένα χρόνιο και σοβαρό πρόβλημα, για το οποίο δεν έχει βρεθεί ακόμα λύση. Η δυνατότητα κάποιων εφημερίδων να διαφημίζουν το περιεχόμενο και τις προσφορές τους μέσα από ιδιωτικά κανάλια με τα οποία είχαν και έχουν κοινή ιδιοκτησία, υπήρχε και υπάρχει και κανείς δεν αμφισβητεί ότι προσφέρει μεγάλο πλεονέκτημα σ’ αυτές. Πολλές φορές δε, η προβολή έφθανε στα όρια της πρόκλησης, αφού περιλάμβανε ακόμα και ρεπορτάζ – ένθετα στα κεντρικά δελτία ειδήσεων, με αφορμή π.χ. μια ειδική έκδοση-αφιέρωμα μιας εφημερίδας.

Στην σχετική της ανακοίνωση, η ΕΙΗΕΑ τονίζει ότι ο εμπορικός τηλεοπτικός χρόνος της ΕΡΤ, θα πρέπει να διατίθεται όχι μόνο σύμφωνα με κερδοσκοπικά κριτήρια, αλλά και με βάση τις αρχές λειτουργίας που διέπουν την Δημόσια Τηλεόραση. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον επανιδρυτικό της νόμο (άρθρο 2 των ν.4173/2013 και ν.4324/2015), η ΕΡΤ «χωρίς να επιδιώκει την απόκτηση κέρδους, συμβάλλει στην ενημέρωση, μόρφωση και ψυχαγωγία του ελληνικού λαού», ενώ «αποτελεί φορέα δημοκρατίας και πολιτισμού και συμβάλλει στη διασφάλιση της πολυφωνίας, στην ανεξάρτητη μετάδοση της πληροφορίας και της είδησης και στην προβολή των έργων του λόγου και της τέχνης».

Ποια είναι η λύση λοιπόν; Το βασικό είναι να συμφωνήσουμε όλοι ότι όντως υπάρχει θέμα. Εάν το αποδεχθούμε, η πρόταση της ΕΙΗΕΑ για διαβούλευση των ενδιαφερόμενων φορέων είναι μια πολύ καλή αρχή. Ο παραδοσιακός Τύπος αντιμετωπίζει χρόνια τώρα δεκάδες προβλήματα, ας του συμπεριφερθούμε με σεβασμό και ας μην του προσθέσουμε ένα ακόμα. Δεν έχει νόημα από την μια να τον επιδοτούμε και από την άλλη να δημιουργούμε συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού στα μέλη του. Η τακτική του «να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι» πρέπει να σταματήσει.

Δημήτρης Γιαννακόπουλος, Πρόεδρος Ένωσης Εκδοτών Διαδικτύου: «Η ΕΝΕΔ λειτουργεί προς όφελος όλης της αγοράς, όχι μεμονωμένων εκδοτών»

Ανέλαβε τα ηνία της Ένωσης Εκδοτών Διαδικτύου τον περασμένο Μάιο, σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για τον κλάδο. Τα ανοικτά θεσμικά ζητήματα όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και σε διεθνές επίπεδο διαμόρφωναν ένα περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις. Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, έχοντας πλήρη συνείδηση των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε, μπήκε γρήγορα «στα βαθιά», δίχως να ζητά καμία περίοδο χάριτος.

Σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις του με την ιδιότητα του Προέδρου της ΕΝΕΔ, ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, επικεφαλής της DPG Digital Media, μίλησε αποκλειστικά στο Marketing Week τόσο για τις θεσμικές προκλήσεις που αντιμετώπισε την περασμένη χρονιά, όσο για εκείνες που έχει μπροστά του.

MW: Όταν πριν μερικούς μήνες αναλάβατε τα νέα σας καθήκοντα ως Πρόεδρος της Ένωσης Εκδοτών Διαδικτύου, είχατε δηλώσει ότι στις βασικές προτεραιότητές σας θα είναι η διαφάνεια στο μοίρασμα της διαφημιστικής δαπάνης. Σήμερα θωρείτε ότι έχουν γίνει βήματα προς την κατεύθυνση αυτή;

Δημήτρης Γιαννακόπουλος: Κοιτάξτε, όπως γνωρίζετε πολύ καλά, η διαφάνεια στο μοίρασμα της διαφημιστικής δαπάνης αποτελεί διαχρονικά την προτεραιότητα της ΕΝΕΔ. Άλλωστε με αυτό τον στόχο δημιουργήθηκε εξαρχής η κοινή μέτρηση επισκεψιμότητας των μελών της ΕΝΕΔ, η οποία ακόμα και σήμερα παραμένει η μόνη αξιόπιστη πηγή στατιστικών στοιχείων. Βασίζεται σε κοινή μέτρηση από τρίτη εταιρεία – την γαλλική AT Internet – και στην κεντρική δημοσιοποίηση των στοιχείων για όλα τα sites που συμμετέχουν. Η πρωτοβουλία μας για σύμπλευση με τον ΙΑΒ Hellas στο θέμα της μέτρησης δείχνει με σαφήνεια την διάθεση της ΕΝΕΔ να προχωρήσει μπροστά με εξωστρέφεια, χωρίς αγκυλώσεις, για το καλό της αγοράς, κάτι που κατ’ επέκταση αποτελεί και το συμφέρον των μελών της.

Τον περασμένο Νοέμβριο ανακοινώσατε την επιστροφή στους κόλπους σας της Liquid Media, η οποία είχε αποχωρήσει από την Ένωση τον Φεβρουάριο του 2019. Τι σημαίνει η εξέλιξη αυτή τόσο για την ΕΝΕΔ, όσο και για τον κλάδο των ψηφιακών εκδοτών;

Η ΕΝΕΔ είναι ανοιχτή σε όλους τους εκδοτικούς οργανισμούς που έχουν όραμα και προοπτική στον χώρο του Διαδικτύου. Η Liquid Media είναι ένας από τους μεγαλύτερους ομίλους της χώρας οπότε είναι εξαιρετικά θετική η επιστροφή της στην Ένωση.

Η ανακοίνωση επιστροφής της Liquid Media στα μέλη σας, συνοδεύθηκε ωστόσο και από μία δική σας δήλωση που μεταξύ άλλων μιλούσε για την ανάγκη «επιτέλους η Ένωση να αποκτήσει τον ρόλο που θα έπρεπε να έχει εξαρχής: να υπηρετεί µε ενωτικό -και όχι διχαστικό- τρόπο τους σοβαρούς εκδότες του Διαδικτύου». Προφανώς αυτό υπονοεί ότι στο παρελθόν υπήρχαν εσωτερικά προβλήματα. Θα θέλαμε ένα σχόλιό σας επ’ αυτού.

Όχι, δεν υπονοεί κάτι, είναι μια ευθεία τοποθέτηση. Αλλά αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς σε μια αγορά που έχει δομηθεί επάνω στα νούμερα, είναι προφανές ότι η μέτρηση επισκεψιμότητας δημιουργεί εντάσεις, ειδικά όταν χρηματοδοτείται και λειτουργεί από τους ίδιους τους μετρούμενους. Προτεραιότητά μας αποτελεί η ορθή λειτουργία της Ένωσης σε θεσμικό επίπεδο και η σωστή εκπροσώπηση των Εκδοτών, χωρίς μικρότητες και μικροσυμφέροντα

Πλέον η αγορά έχει εξελιχθεί και θα πρέπει να βρούμε τους τρόπους να μετρήσουμε την αξία που παράγουν οι οργανισμοί μας ευρύτερα και όχι αποκλειστικά στο πλαίσιο βασικών μετρήσεων επισκεψιμότητας. Αντιλαμβάνεστε ότι είναι οξύμωρο αυτό να τοποθετείται από εμένα, γιατί η DPG είναι – βάσει ΕΝΕΔ – ο μεγαλύτερος σε επισκεψιμότητα εκδοτικός ψηφιακός όμιλος στη χώρα, όμως το συμφέρον του συνόλου είναι το συμφέρον όλων μας και αυτό υπηρετώ από την θέση του Προέδρου της ΕΝΕΔ. Και δεν σας κρύβω ότι περιμένω με αγωνία τις προδιαγραφές στις οποίες θα καταλήξει η κοινή επιτροπή ΕΝΕΔ – ΙΑΒ Hellas, η οποία έχει συσταθεί.

Αποτελεί προτεραιότητα η διεύρυνση της ΕΝΕΔ με νέα μέλη και εάν ναι, με ποιες κινήσεις θα επιδιωχθεί;

Προτεραιότητα αποτελεί η ΕΝΕΔ να μπει σε μια νέα εποχή, η οποία θα χαρακτηρίζεται από την προσήλωση στον θεσμικό της ρόλο, από την σύναψη ισχυρών συμμαχιών με τους υπόλοιπους φορείς για το κοινό καλό και από την ουσιαστική παρουσία στα κέντρα αποφάσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση εργαζόμαστε, κάποια πράγματα έχουν ήδη ανακοινωθεί, κάποια άλλα θα ακολουθήσουν.

Μέσα από μια πορεία αλλαγών και πρωτοβουλιών που σχεδιάζονται είμαι βέβαιος ότι θα πείσουμε ακόμα και τους πιο επιφυλακτικούς Έλληνες Εκδότες ότι η ΕΝΕΔ λειτουργεί προς όφελος της αγοράς και όχι μεμονωμένων εκδοτών. Μέσα από την εμπιστοσύνη θα επιτευχθεί η διεύρυνση.

Πολύς θόρυβος γίνεται τους τελευταίους μήνες για την εισφορά του 2% υπέρ του ΕΔΟΕΑΠ. Ακούγονται διάφορες απόψεις, πολλές φορές και αντικρουόμενες. Ποια είναι η άποψη της ΕΝΕΔ επ’ αυτού του σοβαρού ζητήματος;

Για να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά: Είμαστε σαφώς υπέρ της διατήρησης της εισφοράς του ΕΔΟΕΑΠ αλλά σίγουρα όχι με αυτό το μοντέλο του 2% επί του τζίρου. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένουμε όπως όλη η αγορά, την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και ελπίζουμε σε δικαίωση, όχι για να ακυρωθεί η προσπάθεια διάσωσης, αλλά για να μας δοθεί επιτέλους η ευκαιρία μέσα από ειλικρινή συζήτηση με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να βρούμε κοινά αποδεκτή λύση.

Θεωρείτε κι εσείς ότι υπάρχει άνισος ανταγωνισμός ανάμεσα στα ελληνικά ψηφιακά ΜΜΕ και στις μεγάλες, πολυεθνικές πλατφόρμες, όπως συχνά ακούμε από πλευράς εκδοτών; Ποια θα είναι η στρατηγική της ΕΝΕΔ ως προς αυτό το θέμα;

Είναι κοινός τόπος, δεν τίθεται θέμα προσωπικής άποψης. Είναι πανευρωπαϊκό πρόβλημα, απασχολεί όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κάποια «στρατηγική της ΕΝΕΔ» που μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή για να το λύσει. Είμαστε σε διάλογο με το Υπουργείο, με το οποίο έχουμε την ίδια, κοινή οπτική απέναντι στο πρόβλημα και παρακολουθούμε τις εξελίξεις.

Μιλήσατε νωρίτερα για την συνεργασία σας με τον ΙΑΒ Hellas. Ποιοι είναι οι βασικοί στρατηγικοί άξονες αυτής της συνεργασίας;

Αναφέρθηκα και νωρίτερα στην κοινή προσπάθεια. Στόχος είναι να μελετήσουμε, να προδιαγράψουμε και να λειτουργήσουμε από κοινού οι δύο φορείς μια νέα «μέτρηση επισκεψιμότητας» για το ελληνικό Διαδίκτυο, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις σύγχρονες πρακτικές και ανάγκες της αγοράς, παρέχοντας πιο ολοκληρωμένα στοιχεία για την επιρροή κάθε τίτλου στο αναγνωστικό κοινό, βοηθώντας να γίνουν πιο ανταγωνιστικά τα ελληνικά διαδικτυακά μέσα, αλλά και πιο σωστή η κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης. Ήδη έχει συσταθεί η κοινή επιτροπή από εκπροσώπους των δύο φορέων η οποία πιάνει δουλειά άμεσα.

Τελευταία οι διαφημιζόμενοι διεθνώς αυξάνουν την πίεση και εμφανίζονται αποφασισμένοι για την αντιμετώπιση ζητημάτων όπως η διασφάλιση του viewability, η πάταξη του ad fraud (ακόμη και με θέσπιση αποζημίωσης), η μέτρηση και πιστοποίηση από τρίτους φορείς, κ.α. Παρακολουθείτε τις εξελίξεις αυτές;

Είναι προφανές ότι τις παρακολουθούμε. Κοιτάμε πάντα το κοινό καλό. Για την μέτρηση και την πιστοποίηση η θέση μας είναι προφανής, η ιστορία μας και οι πρωτοβουλίες μας το αποδεικνύουν. Στα υπόλοιπα που αναφέρετε – και σε όσα δεν αναφέρετε – θα είμαστε θετικοί, εφόσον διασφαλίζονται συγχρόνως και τα συμφέροντα των Εκδοτών.

ΧΡΟΝΙΑ ΕΝΤΑΣΕΩΝ ΤΟ 2019
Τον περασμένο Δεκέμβριο, ο Όμιλος της 24Media, ιδρυτικό μέλος της ΕΝΕΔ, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ΕΝΕΔ. Η εξέλιξη προκάλεσε εντάσεις στον κλάδο των ψηφιακών εκδοτών, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για την ισχύ και την διαπραγματευτική δύναμη της Ένωσης.

Η ανακοίνωση ανέφερε: «Η 24Media αποχώρησε στις 05/12/2019 από την ΕΝΕΔ. Η 24Media ως ιδρυτικό μέλος της ΕΝΕΔ θεωρεί ότι η Ένωση δια των ενεργειών του νυν Προέδρου της δεν εκφράζει πλέον τους σκοπούς και τους στόχους για τους οποίους αρχικά δημιουργήθηκε, παραβιάζοντας κατάφωρα κάθε αρχή που διέπει τον Κώδικα Δεοντολογίας των μελών της.

Η 24Media πορεύεται με τις δικές της αξίες και αρχές και αντιτίθεται σε αυτούς που δεν σέβονται την ελευθεροτυπία και την πολυφωνία, εξαπολύοντας προσωπικές επιθέσεις και στοχοποιώντας δημοσιογράφους και Μέσα, ιδιαίτερα όταν αυτοί κατέχουν τον θεσμικό ρόλο του Προέδρου της ΕΝΕΔ. Υπενθυμίζουμε ότι η ΕΝΕΔ ιδρύθηκε το 2012 με προσωπικές πρωτοβουλίες του Προέδρου του Ομίλου 24Media (σ.σ., του Δημήτρη Μάρη, πρώην Προέδρου της ΕΝΕΔ) με σκοπό την προώθηση και ανάπτυξη της ψηφιακής αντικειμενικής και υγιούς ενημέρωσης».

Τον ίδιο μήνα, ανακοινώθηκε και η επιστροφή της Liquid Media στους κόλπους της ΕΝΕΔ -η οποία είχε αποχωρήσει από την Ένωση τον Φεβρουάριο του 2019-, αλλάζοντας άρδην το όλο κλίμα. Ο Πρόεδρος της ΕΝΕΔ, Δημήτρης Γιαννακόπουλος σχολιάζοντας την επιστροφή της Liquid Media είχε δηλώσει: «Η επιστροφή της Liquid Media είναι απόδειξη της ισχυρής προοπτικής που δημιουργεί η ΕΝΕΔ.

Πρωτοβουλίες όπως η συνεργασία με τον ΙΑΒ για τη δημιουργία μιας νέας σύγχρονης μέτρησης επισκεψιμότητας, η οργανωμένη, μεθοδική και ουσιαστική επαφή με την Πολιτεία για την ενίσχυση του έργου της Ένωσης και της θέσης των Εκδοτών Διαδικτύου γενικότερα, καθώς και πρωτοβουλίες που βρίσκονται σε φάση μελέτης από το Διοικητικό Συμβούλιο και θα τεθούν προς έγκριση στην επόμενη Γενική Συνέλευση, δημιουργούν τις συνθήκες για μια νέα, πιο δυναμική, πιο ενωτική, πιο εξωστρεφή και εν τέλει πιο ουσιαστική ΕΝΕΔ, η οποία επιτέλους θα αποκτήσει τον ρόλο που θα έπρεπε να έχει εξαρχής: να υπηρετεί με ενωτικό – και όχι διχαστικό – τρόπο τους σοβαρούς εκδότες του Διαδικτύου. Η σύμπλευση εκδοτικών οργανισμών, που αναπτύσσονται και διέπονται από όραμα και προοπτική, κρίνεται αναγκαία σε αυτή τη νέα πορεία και με χαρά καλωσορίζω εκ νέου την Liquid Media στην Ένωση Εκδοτών Διαδικτύου».

Focus Points
• Σε μια αγορά που έχει «δομηθεί» επάνω στα νούμερα, είναι προφανές ότι η μέτρηση επισκεψιμότητας δημιουργεί εντάσεις, ειδικά όταν χρηματοδοτείται και λειτουργεί από τους ίδιους τους μετρούμενους

• Η κοινή μέτρηση επισκεψιμότητας των μελών της ΕΝΕΔ δημιουργήθηκε εξαρχής με στόχο τη διαφάνεια. Ακόμα και σήμερα παραμένει η μόνη αξιόπιστη πηγή στατιστικών στοιχείων

• Η πρωτοβουλία σύμπλευσης με τον ΙΑΒ Hellas στο θέμα της μέτρησης δείχνει με σαφήνεια την διάθεση της ΕΝΕΔ να προχωρήσει μπροστά. Περιμένω με αγωνία τις προδιαγραφές στις οποίες θα καταλήξει η κοινή επιτροπή που έχει συσταθεί

• Η νέα «μέτρηση επισκεψιμότητας» για το ελληνικό Διαδίκτυο θα λαμβάνει υπόψη σύγχρονες πρακτικές και ανάγκες, παρέχοντας πιο ολοκληρωμένα στοιχεία για την επιρροή κάθε τίτλου

• Είμαστε σαφώς υπέρ της διατήρησης του ΕΔΟΕΑΠ, αλλά σίγουρα όχι με αυτό το μοντέλο του 2% επί του τζίρου

• Μέσα από μια πορεία αλλαγών και πρωτοβουλιών που σχεδιάζονται θα κερδίσουμε την εμπιστοσύνη όλων των Ελλήνων Εκδοτών και έτσι θα επιτύχουμε την διεύρυνση της ΕΝΕΔ

Ποια είναι η ΕΝΕΔ
Η ΕΝ.Ε.Δ εκπροσωπεί τις εκδοτικές εταιρείες πρωτογενούς ψηφιακού περιεχομένου. Ιδρύθηκε το 2012 και εκπροσωπεί μέχρι τώρα 24 από τους μεγαλύτερους Έλληνες εκδότες. Σκοποί της, είναι:

– Η ανάπτυξη και προώθηση του πρωτογενούς ψηφιακού περιεχομένου καθώς και η ενίσχυση της αξιοπιστίας, της αξίας και της συνολικής παρουσίας των επώνυμων sites.

– Η δημιουργία περιβάλλοντος εμπιστοσύνης και η εγγύηση της εύρυθμης λειτουργίας και διαφάνειας της αγοράς Διαδικτύου μέσω της καθιέρωσης ανεξάρτητου και ενιαίου μηχανισμού ελέγχου των μετρήσεων επισκεψιμότητας των sites για όλα τα μέλη της ένωσης, σε συνεργασία με την γαλλική εταιρία μετρήσεων AT Internet.

– Η ανάπτυξη και διατήρηση όλων των απαραίτητων τεχνικών και λειτουργικών standards της Διαδικτυακής Αγοράς, σε συνεργασία με το ΙΑΒ Hellas.

– Η προώθηση της γνώσης και επιμόρφωσης της αγοράς ψηφιακών μεσών σε συνεχή συνεργασία με συγγενικούς φορείς, όπως ΣΔΕ, ΕΔΕΕ, ΙΑΒ.