H εμφάνιση του κορωνοϊού στη χώρα μας και η ένταση του προσφυγικού ζητήματος πυροδότησαν καταιγισμό αμφιλεγόμενων ρεπορτάζ στα ΜΜΕ, κάποια από τα οποία υπό την επίφαση της ενημέρωσης ανέδειξαν το θέμα με έναν τρόπο που σε πολλές περιπτώσεις δοκίμαζε τα όρια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που τα όρια αυτά δοκιμάζονται. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό συνέβαινε από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε η δημοσιογραφία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, με την σημαντική διείσδυση του διαδικτύου και των social media τα όρια αυτά δεν έχουν απλώς «δοκιμαστεί», έχουν εξαφανιστεί. Στον «βωμό» μερικών clicks, οι «δημοσιογράφοι» κάποιων ειδησεογραφικών – και όχι μόνο – sites, επιλέγουν τίτλους και κείμενα που θεωρούνται «πιασάρικα», ώστε να προσελκύσουν clicks, τα οποία στη συνέχεια κάποιοι εκδότες θα τα «πουλήσουν» σε διαφημιστικές εταιρείες και διαφημιζόμενους για να προσελκύσουν διαφήμιση.

Το ερώτημα είναι τι κάνουν οι διαφημιστικές εταιρείες και οι διαφημιζόμενοι. Επιλέγουν τα clicks ή την εγκυρότητα; Αντιλαμβάνονται ότι η ποιότητα του διαφημιστικού περιβάλλοντος είναι πολύ σημαντική για το προϊόν τους; Και ότι πρέπει να υπάρχει μια αμφίδρομη «win win» σχέση μεταξύ περιεχομένου και διαφήμισης; Είναι απλή λογική να καταλάβει κάποιος ότι όταν ένα σοβαρό περιεχόμενο συνοδεύεται από μια ποιοτική διαφήμιση, κερδισμένες είναι και οι δύο πλευρές.

Toν Δεκέμβριο του 2016, η Ένωση Εκδοτών Διαδικτύου παρουσίασε τον Κώδικα Δεοντολογίας Ψηφιακών Μέσων Ενημέρωσης, ένα εξαιρετικό από κάθε άποψη έργο, το οποίο υιοθετήθηκε από τα μέλη της ΕΝΕΔ και αποτελεί φάρο εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Μπορεί ωστόσο τα μέλη της ΕΝΕΔ να την ακολουθούν, δεν συμβαίνει το ίδιο όμως με δεκάδες άλλα ειδησεογραφικά – και μη – sites που φαίνεται να βρίσκονται στον δικό τους κόσμο, αδιαφορώντας για νόμους και κανόνες δεοντολογίας.

Θα ήταν παράλειψη βέβαια να μην αναφερθεί εδώ ότι ευθύνη για την κατανάλωση ποιοτικού περιεχομένου έχουν και οι ίδιοι οι αναγνώστες, που θα πρέπει να μην πέφτουν στην παγίδα των εντυπωσιακών τίτλων, αλλά να επιλέγουν ποιοτικό περιεχόμενο, από έγκυρα sites. Αυτό βέβαια απαιτεί εκπαίδευση επίπονη και διαρκή, κάτι μάλλον ανέφικτο στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.

Οπότε ποια είναι η λύση; Η απάντηση δεν είναι απλή, ωστόσο φαίνεται ότι το κλειδί κρατούν διαφημιστές και διαφημιζόμενοι, οι οποίοι προκειμένου να εμπιστευθούν το διαφημιζόμενο προϊόν ή υπηρεσία σε κάποιο site θα πρέπει να μελετούν και άλλες παραμέτρους, πέρα από τα clicks. «Μα αυτό το κάνουν ήδη» θα μπορούσε να πει κανείς. Το αποτέλεσμα ωστόσο δείχνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει πρόβλημα. Οι εταιρείες επικοινωνίας πρέπει να εντείνουν το αφήγημα του ποιοτικού διαφημιστικού περιβάλλοντος και να κατευθύνουν τους διαφημιζόμενους εκεί που πραγματικά αξίζει να βρίσκονται. Διαπλοκή και πιέσεις συμφερόντων δεν πρέπει να έχουν καμία θέση στην πραγματικότητα αυτή. Διαφορετικά όσοι κανόνες κι αν θεσπιστούν, το αποτέλεσμα θα παραμένει ημιτελές.

Υπό την έννοια αυτή, η πρωτοβουλία που ανακοίνωσαν πριν μερικές εβδομάδες ο ΙΑΒ Hellas και η ΕΝΕΔ για την από κοινού μελέτη και λειτουργία ενός αναβαθμισμένου μηχανισμού μέτρησης επισκεψιμότητας των διαδικτυακών τόπων, «που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του σήμερα ως προς τα στοιχεία που θα παρέχει, θα έχει καθολική αποδοχή από όλους τους φορείς της αγοράς και θα αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο στα χέρια των ανθρώπων της αγοράς» είναι σημαντικό βήμα, αλλά θα πρέπει να ολοκληρωθεί όσο πιο σύντομα γίνεται. Δεν υπάρχει χρόνος για καθυστερήσεις. Η αξιοπιστία της δημοσιογραφίας στο διαδίκτυο δοκιμάζεται καθημερινά…