Για να μπορέσει να «πιάσει» τον παλμό της νεολαίας και να καταλάβει τη νεανική κουλτούρα, ο Don Draper των διάσημων Mad Men βάζει στο κασετόφωνο ένα τραγούδι των Beatles. Σε πρόσφατο επεισόδιο της σειράς, ο πλέον πολυσυζητημένος τηλεοπτικός διαφημιστής ανακαλύπτει την απόλυτη μπάντα και μαζί τον μαγικό κόσμο των πνευματικών δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τους συντελεστές της σειράς, δεν ήταν εύκολη υπόθεση να εξασφαλιστεί η άδεια για κάτι τέτοιο, ούτε βέβαια φθηνή. Περίπου 250.000 δολάρια πλήρωσαν οι παραγωγοί της σειράς στην εταιρεία που διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα των Beatles, ενώ παράλληλα έπρεπε να ενημερώσουν λεπτομερώς για το σενάριο και το όλο concept μέσα στο οποίο θα ακουγόταν το «Tomorrow».

Φυσικά, όταν μιλάμε για τους Beatles οποιοδήποτε ποσό μοιάζει μικρό. Ενδιαφέρον έχει πάντως η άποψη του παραγωγού Matthew Weiner, ο οποίος λέει ότι τελικά η όλη υπόθεση δεν έχει να κάνει με τα χρήματα, παρ’ όλα όσα μπορεί να πιστεύει ο κόσμος: «Η εταιρεία ενδιαφέρεται για την προστασία της πνευματικής κληρονομιάς και την καλλιτεχνική επίδραση των κινήσεών της». Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους «Times», η χρήση του τραγουδιού στο συγκεκριμένο σίριαλ είναι ίσως και μία από τις ελάχιστες φορές που ένα κομμάτι των Beatles έχει χρησιμοποιηθεί σε τηλεοπτικό σόου. Σύμφωνα με τα όσα διαβάζουμε στο Brandchannel, η Apple Corps είναι ιδιαίτερα επιμελής στην προστασία της κληρονομιάς των σκαθαριών και τα τραγούδια τους σπάνια ακούγονται σε καταστάσεις εκτός της κλασικής μουσικής «κατανάλωσης», όπως είναι το ραδιόφωνο ή όποια άλλη μορφή μουσικής αναπαραγωγής προτιμούν οι ακροατές.

Μία από τις εναλλακτικές αυτές μορφές είναι φυσικά και το iTunes της Apple, που στα τέλη του 2011 γιόρτασε τον έναν χρόνο αποκλειστικής ψηφιακής διάθεσης των Beatles, με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 10 εκατομμύρια τραγούδια και τα 1,8 εκατομμύρια άλμπουμ. Η ψηφιακή Apple «πολεμούσε» να εξασφαλίσει το συγκεκριμένο deal επί επτά ολόκληρα χρόνια, ενώ η επίτευξή του σήμανε και το οριστικό τέλος στη διαμάχη με την Apple Corps για τα εμπορικά σήματα των δύο εταιρειών, η αρχή της οποίας χάνεται πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’70…

Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Μα γιατί είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία που τα έχει όλα: Διαφήμιση, business, μουσική. Γιατί είναι μια ιστορία από την οποία μπορεί κανείς να βγάλει κάθε είδους συμπεράσματα, όπως ας πούμε ότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε ένα brand και σε ένα megabrand, το οποίο χτίζεται με ψυχή και ουσία σε βάθος χρόνου και ένα τέτοιο brand δεν σταματά ποτέ να παράγει ιστορίες και να τροφοδοτεί τον μύθο του… Και τέλος γιατί, όταν έχεις στη διάθεσή σου μία περίπου ώρα για να παραδόσεις 400 λέξεις,
τι καλύτερο από το να ζητήσεις τη βοήθεια ίσως του πιο διάσημου megabrand όλων των εποχών. Thank you, John!