Το προβληματικό μοντέλο λειτουργίας των αλυσίδων ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών
Να λοιπόν ένα λογικό μονοπάτι για κάποιον που θέλει π.χ. να αγοράσει μία τηλεόραση: 1) Καταλήγει σε 2-3 μοντέλα που τον ενδιαφέρουν και βλέπει τιμές στο Ίντερνετ. 2) Καθώς δεν έχει καμμία διάθεση να αγοράσει γουρούνι στο σακί, πηγαίνει σε μία γνωστή αλυσίδα όπου μπορεί να τσεκάρει ιδίοις όμμασι τις συσκευές. 3) Ρωτώντας επί τόπου για την τιμή, αναμενόμενα τρώει μία σχετική φρίκη και τελικά παραγγέλνει το μοντέλο από κατάστημα στο Ίντερνετ.
Ποιος είναι ο χαμένος σε αυτήν την υπόθεση; Ο πελάτης, αν και χρειάστηκε να κάνει κάποια χιλιομετράκια, εξασφάλισε καλύτερη τιμή. Tο ηλεκτρονικό κατάστημα χρειάστηκε απλά να αναρτήσει την τιμή (και να μην κάνει καμμία χοντράδα στην επικοινωνία και τρομάξει τον πελάτη). Η bricks & mortar αλυσίδα; Αυτή διατηρεί ένα πανάκριβο σύστημα που λειτουργεί ως showroom για όσους θέλουν να δουν από κοντά μία συσκευή που τελικά θα αγοράσουν από αλλού.
Προς το παρόν βέβαια αυτό το σενάριο αφορά ελάχιστους , με τη διείσδυση του Ίντερνετ να κινείται ακόμη χαμηλά και την εμπιστοσύνη σε online αγορές (ειδικά για μεγάλα ποσά) ακόμη χαμηλότερα. Πώς θα είναι όμως τα πράγματα σε πέντε-δέκα χρόνια; Η σημασία της τιμής δεν θα μειωθεί. Αυτό που θα μειωθεί οπωσδήποτε είναι οι καταναλωτές που θα έχουν αντιστάσεις στην ιδέα των διαδικτυακών αγορών, ακόμη και για μεγάλα ποσά.
Πιθανώς να δούμε ένα κύμα κλεισιμάτων και συγκέντρωση των δραστηριοτήτων σε μεγάλους χώρους εκτός κέντρου με χαμηλά λειτουργικά έξοδα ανά τετραγωνικό – κάτι που φυσικά ήδη συμβαίνει αλλά όχι απαραίτητα γιατί έχει καταγραφεί έντονα η επίδραση των on line αγορών.
Και το πολυθρύλητο customer experience; Αυτό μπορεί να είναι σημαντικός παράγοντας (ακόμη και σε βάρος της τιμής) σε gadgets μικρομεσαίας αξίας που έχουν χαρακτήρα impulse, αλλά από ένα ύψος τιμής και πέρα περνά σε δεύτερη μοίρα. Είναι πολύ πιθανό λοιπόν τα κατ’ εξοχήν γκατζετοκαταστήματα να συνεχίσουν να γίνονται πιο εμπειριακά (έχοντας τη δυνατότητα υψηλότερων περιθωρίων ανά κωδικό) ενώ όσα επικεντρώνονται σε ακριβότερες συσκευές να ακολουθήσουν ένα no frills μοντέλο, αποβλέποντας σε συμπίεση του κόστους – ή να αποφασίσουν να έχουν ένα μεγάλο κεντρικό «εμπειριακό» showroom περιμένοντας όμως τον κύριο όγκο πωλήσεων online.