Μεγάλες κουβέντες. Και δεν τις λέμε τυχαία. Δεν είναι περίεργο λοιπόν, ότι πολλοί σημερινοί χρήστες αγνοούν το κεφάλαιο «Napster» και την επίδρασή του στα παγκόσμια μουσικά πράγματα; Και από μια μεριά, καλά κάνουν καθώς σε τελική ανάλυση όλα αυτά είναι εργαλεία για να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη (ή έστω, πιο ευχάριστη). Όμως σε μια εποχή που τα πάντα γύρω από το Internet περιβάλλονται από μια γερή δόση υπερβολής, ίσως θα άξιζε τον κόπο να θυμηθεί (ή να μάθει) κανείς ότι πέρα από το θρυλικό γκαράζ των Τζομπς και Βόζνιακ, υπήρξαν και μερικά άλλα.

Με αναμνήσεις λοιπόν η σημερινή στήλη, αλλά όπως θα δείτε κι εσείς δεν φταίει. Τα περισσότερα ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε. το πέρασαν στα ψιλά -και ίσως το ίδιο θα έπρεπε να κάνουμε κι εμείς αλλά ευτυχώς κάποιοι έχουν μείνει να κρατάνε ψιλά κάποιες «σημαίες». Όπως ένας καλός φίλος και δημοσιογράφος που έκανε τη σχετική αναφορά και που στάθηκε κι αυτός όπως και ο γράφων με ένα συναίσθημα μισό-νοσταλγία και μισό-θλίψη μπροστά στην προχθεσινή ανακοίνωση ότι η Rhapsody εξαγόρασε ό,τι είχε απομείνει από τη Napster. Ναι φίλες και φίλοι. Την εταιρεία που πριν από δέκα και κάτι χρόνια, ξεκίνησε τη μουσική επανάσταση στο Διαδίκτυο.

Η λεπτομέρεια ότι η Rhapsody ξεκίνησε ακριβώς την ίδια χρονιά που, ουσιαστικά, έκλεισε η Napster, καθώς και ότι την ίδια χρονιά ξεκίνησε και μια άλλη υπηρεσία που στη συνείδηση πολλών έμελλε να ταυτιστεί με την online παροχή μουσικής, η iTunes της Apple, δεν μπορούν παρά να προσθέσουν ακόμα περισσότερη θλίψη στην είδηση της πλήρους εξαφάνισης ακόμα και του θρυλικού λογοτύπου -αν, αληθεύει το σχετικό σχόλιο του Τζον Πολ Τίτλοου στο Read Write Web σχετικά με τις αποφάσεις της νέας ιδιοκτήτριας του πάλαι ποτέ διάσημου brand.

Ίσως η μουσική βιομηχανία αισθάνεται ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο εκδικείται τη Napster για την αναστάτωση που της προκάλεσε στα δύο χρόνια της λειτουργίας της. Όμως στην πραγματικότητα, πέρα από το ότι το Napster έχει ήδη γραφτεί στην ιστορία του Διαδικτύου, κατάφερε μια ακόμα νίκη πολύ μεγαλύτερη.

Το μοντέλο που εισηγήθηκε είναι αυτό στο οποίο η ίδια αυτή βιομηχανία κατέφυγε τελικά προκειμένου όχι απλώς να τονώσει τις πωλήσεις της, αλλά στην ουσία να επιβιώσει στην εποχή των οικιακών DSL, του WiFi, των smart phones και του cloud computing.