Όλο και μεγαλύτερα επίπεδα διείσδυσης στο ελληνικό επιχειρηματικό οικοσύστημα καταγράφει η εταιρική υπευθυνότητα, με τα περιθώρια βελτίωσης να είναι, ωστόσο, ακόμη σημαντικά.

Ουσιαστικά αυξημένη εμφανίζεται η σημασία της υπεύθυνης επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα, με τις εταιρείες να κινητοποιούνται όλο και πιο συστηματικά με στόχο ένα θετικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Εντούτοις, ανασταλτικοί παράγοντες παραμένουν, με την εικόνα στη χώρα να επιδέχεται ακόμη σημαντική βελτίωση. Αυτά καταδεικνύει η έρευνα για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη που διεξήγαγε για ένατη χρονιά η Διεύθυνση Οικονομικών – Κλαδικών Μελετών της ICAP ΑΕ, η οποία διεξήχθη το διάστημα 15/05/2020 – 04/06/2020, με τη συμμετοχή 76 επιχειρήσεων από διάφορους κλάδους της ελληνικής οικονομίας (βιομηχανία, εμπόριο, υπηρεσίες), που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ
Όπως κάθε χρόνο, στο πλαίσιο της έρευνας αναλύεται η κατανομή του συνολικού προϋπολογισμού των εταιρειών για δράσεις ΕΚΕ, στους βασικούς άξονες: Ανθρώπινο Δυναμικό, Περιβάλλον, Κοινωνία και Αγορά. Για το 2020, τα μεγαλύτερα κονδύλια δαπανήθηκαν σχεδόν ισόποσα για τις δράσεις που σχετίζονται με το Ανθρώπινο Δυναμικό (35%) και την Κοινωνία (34%).

Οι απρόσμενες συνθήκες που διαμόρφωσε η πανδημία του Covid-19 ώθησαν τις επιχειρήσεις στην προσαρμογή των διαδικασιών και της λειτουργίας τους στα νέα δεδομένα, αναλαμβάνοντας το δικό τους μερίδιο ευθύνης για τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού, ενώ συνδέθηκαν και με πλήθος καλών πρακτικών εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

Οι επιχειρήσεις, εκτός από τη στήριξη των δικών τους ανθρώπων, κινητοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, προσφέροντας σημαντικές υλικές και χρηματικές δωρεές, τόσο για το Εθνικό Σύστημα Υγείας όσο και σε άλλες δράσεις που προωθούν την ευημερία των πολιτών και μετά την κρίση του Covid-19.

ΕΝΑΣ ΣΤΟΥΣ ΔΥΟ ΑΥΞΑΝΕΙ ΤΗ ΔΑΠΑΝΗ ΕΚΕ
Διερευνώντας το ύψος των κονδυλίων που δαπανούν οι επιχειρήσεις για δράσεις ΕΚΕ, προκύπτει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εταιρειών (60%) δαπανά έως 200.000 ευρώ, ποσοστό ωστόσο που μειώθηκε κατά 18% σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα (73%). Το 22% των επιχειρήσεων δαπανά από 200.000 έως 1 εκατ. ευρώ, ποσοστό αισθητά αυξημένο σε σχέση με το 2018 (12%), ενώ το 18% των επιχειρήσεων δαπανά από 1 εκατ. έως και 5 εκατ. ευρώ.

Ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι μία στις δύο επιχειρήσεις αύξησε τα έξοδα για ενέργειες ΕΚΕ το 2019 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Λαμβάνοντας υπόψη τις ισχύουσες συνθήκες, οι επιχειρήσεις ρωτήθηκαν για το ποσοστό που καταλαμβάνουν οι δράσεις ΕΚΕ για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας του Covid-19 στο σύνολο του προϋπολογισμού ΕΚΕ.

Η πλειοψηφία των επιχειρήσεων (44%) δήλωσε ότι οι δαπάνες αυτές καταλαμβάνουν ποσοστό μεταξύ 5% με 25% των συνολικών δράσεων ΕΚΕ, μία στις τέσσερις επιχειρήσεις δήλωσε ποσοστό μεταξύ 25% με 60%, ενώ το 20% πραγματοποίησε δράσεις γι’ αυτόν τον σκοπό σε ποσοστό άνω του 60% επί της συνολικής αξίας των δράσεων ΕΚΕ.

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανάπτυξη των ανθρώπων τους δίνουν οι εταιρείες, επιδιώκοντας παράλληλα την παροχή ίσων ευκαιριών προς όλους. Το 87% των επιχειρήσεων του δείγματος δήλωσε ότι παρέχει δυνατότητες εκπαίδευσης ή βελτίωσης των δεξιοτήτων του προσωπικού σε βαθμό «πολύ» ή «πάρα πολύ», ενώ το 81% των επιχειρήσεων παρέχει ίσες ευκαιρίες προς όλους τους εργαζομένους.

Και οι δυο αυτές δράσεις αποτελούν προτεραιότητα για τις εταιρείες, καθώς συγκεντρώνουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά που διαχρονικά κινούνται άνω του 80%. Το 38% των εταιρειών δήλωσε επίσης ότι, στο πλαίσιο της πανδημίας, παρείχε πρόσθετες παροχές στο προσωπικό στον μέγιστο βαθμό.

ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
Το επιχειρηματικό περιβάλλον και η διαμόρφωση σταθερών και αποτελεσματικών σχέσεων με πελάτες και προμηθευτές αποτελεί προτεραιότητα για τις επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, οι δράσεις ΕΚΕ που αφορούν στην Αγορά φαίνεται να υιοθετούνται σε ικανοποιητικό βαθμό, με διαφοροποιήσεις ωστόσο από την προηγούμενη έρευνα.

Το 87% των εταιρειών δήλωσε ότι εφαρμόζει συστήματα διαχείρισης-διασφάλισης ποιότητας των προϊόντων (π.χ. ISO 9000 κ.λπ.) σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό («πολύ» και «πάρα πολύ»), με το ποσοστό να εμφανίζεται αυξημένο κατά 10 μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα.

Προγράμματα ΕΚΕ που αναφέρονται στους καταναλωτές (π.χ. διαδικασίες μέτρησης και διαχείρισης παραπόνων κ.λπ.) εφαρμόζει σε «πολύ» ή «πάρα πολύ» μεγάλο βαθμό το 61% των εταιρειών, καταγράφοντας μείωση 15 ποσοστιαίων μονάδων. Η χρήση κριτηρίων ΕΚΕ στην επιλογή προμηθευτών ή συνεργατών εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε περιορισμένο βαθμό (29%).

ΡΕΚΟΡ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της φετινής έρευνας, η πλειοψηφία των εταιρειών του δείγματος (66%) δήλωσε ότι πραγματοποιεί δωρεές και χορηγίες σε χρήμα ή/και είδος σε «πολύ» ή «πάρα πολύ» σημαντικό βαθμό, ενώ σε εξίσου σημαντικό βαθμό (65%) οι επιχειρήσεις παρείχαν υπηρεσίες ή προϊόντα της επιχείρησης για στήριξη του κοινωνικού συνόλου και δωρεές ή παροχές (σε χρήμα ή αγαθά) (61%) στο πλαίσιο των επιπτώσεων του Covid-19.
Η πανδημία οδήγησε στο μεγαλύτερο κύμα δωρεών που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο δράσεων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 70% των εταιρειών του δείγματος εφαρμόζει εσωτερικά προγράμματα ανακύκλωσης σε μεγάλο βαθμό («πολύ» ή «πάρα πολύ»), ποσοστό μειωμένο κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2019. Ακολουθεί η ένταξη στην επιχείρηση συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης σύμφωνα με εθνικά/διεθνή πρότυπα (π.χ. ISO 14001, EMAS κ.λπ.) με ποσοστό 67% και η εφαρμογή προγραμμάτων εξοικονόμησης ενέργειας και διαχείρισης αποβλήτων (59%).

ΣΤΑΘΕΡΑ ΑΝΟΔΙΚΗ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΕ
Όλο και πιο ψηλά στις προτεραιότητες των ελληνικών επιχειρήσεων κατατάσσεται η σημασία Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, το 98% των επιχειρήσεων του δείγματος θεωρεί την ΕΚΕ «πολύ» ή «πάρα πολύ» σημαντική, ποσοστό αυξημένο κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την περσινή έρευνα. Την ίδια στιγμή, οι εταιρείες θεωρούν ότι υπάρχουν ακόμα περιθώρια ανάπτυξης της ΕΚΕ από το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων (ανεξαρτήτως μεγέθους).

Ειδικότερα, σε ερώτηση για τον βαθμό υιοθέτησης των δράσεων ΕΚΕ από τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο ποσοστό των εταιρειών του δείγματος (53%) θεωρεί ότι ο βαθμός διείσδυσης/εφαρμογής πρακτικών ΕΚΕ στην παρούσα φάση κυμαίνεται σε μέτρια επίπεδα, ενώ το 38% του δείγματος θεωρεί ότι η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη εφαρμόζεται σε «πολύ» ή «πάρα πολύ» μεγάλο βαθμό από τις εγχώριες επιχειρήσεις, ποσοστό ενισχυμένο κατά 16 μονάδες σε σχέση με την έρευνα του 2019.

ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΕΜΠΟΔΙΑ
Ως κυριότεροι ανασταλτικοί παράγοντες στην υλοποίηση δράσεων ΕΚΕ αναδείχθηκαν στον ίδιο βαθμό η έλλειψη κινήτρων (οικονομικών, φορολογικών), η ελλιπής γνώση και κατάρτιση της διοίκησης της εταιρείας σε θέματα ΕΚΕ και το οικονομικό κόστος με 14%, ενώ ακολουθούν η έλλειψη εθνικού ρυθμιστικού πλαισίου (13%) και η γραφειοκρατία (12%).

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟ ΤΜΗΜΑ
Οι επιχειρήσεις του δείγματος ρωτήθηκαν σχετικά με το ποια Διεύθυνση/Τμήμα είναι αρμόδια για τη διαχείριση των δράσεων ΕΚΕ. Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, το μεγαλύτερο ποσοστό του δείγματος (40%) απάντησε ότι η εταιρεία διατηρεί ξεχωριστή Διεύθυνση/Τμήμα Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, γεγονός που σχετίζεται με τον βαθμό σημαντικότητας που αποδίδεται στην εταιρική Υπευθυνότητα για τις περισσότερες επιχειρήσεις, απασχολώντας εξειδικευμένα στελέχη με εμπειρία στην υιοθέτηση και ανάπτυξη δράσεων ΕΚΕ. Ακολουθεί με εξίσου σημαντικό ποσοστό (38%) η Διοίκηση της Εταιρείας. Το 11% αναθέτει την ευθύνη στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, 4% στην Οικονομική Διεύθυνση και το 7% σε άλλο τμήμα.

Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΙΝΗΤΡΟ
Σχεδόν 9 στις 10 επιχειρήσεις (89%) αξιολόγησαν με τον μεγαλύτερο βαθμό σημαντικότητας («πάρα πολύ» και «πολύ») τη συνεισφορά στο κοινωνικό σύνολο ως το κυριότερο όφελος που έχουν από τις πρακτικές της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης. Ακολουθούν με ποσοστό 82% η προσέλκυση και διατήρηση υψηλού επιπέδου ανθρώπινου δυναμικού και με 76% η ενίσχυση και προστασία της εταιρικής εικόνας, απάντηση η οποία στις δύο προηγούμενες έρευνες (2018-2019) είχε λάβει την πρώτη θέση σε βαθμό σημαντικότητας.

Για άλλη μια χρονιά, τα οικονομικά οφέλη αξιολογήθηκαν με πολύ χαμηλό βαθμό σημαντικότητας από τις επιχειρήσεις, καθώς το 95% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι οι φοροελαφρύνσεις επηρεάζουν από «καθόλου» έως «μέτρια». Επιπλέον αξιόλογο ποσοστό εταιρειών (78%) δεν θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική τη συνεισφορά των δράσεων ΕΚΕ στην αύξηση των πωλήσεών τους.