Σύμφωνα με την ίδια, στα χρόνια της κρίσης ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων αυτών κατέγραψε πτώση που ξεπέρασε το 75%, ταρακουνώντας συθέμελα ένα μέσο που παραμένει σταθερά το πιο αγαπημένο. Το πρόβλημα εντείνεται από την απροθυμία της Πολιτείας να υλοποιήσει ένα ξεκάθαρο και σταθερό κανονιστικό πλαίσιο για την διαμόρφωση χαρτών συχνοτήτων, κέντρων εκπομπής και την αδειοδότηση.

Η προηγούμενη κυβέρνηση προσπάθησε να επιταχύνει την μετάβαση στην ψηφιακή ραδιοφωνική εκπομπή, αλλά απέτυχε παταγωδώς, αφού θέλησε να προχωρήσει χωρίς να προηγηθεί διάλογος με τους αρμόδιους φορείς του ραδιοφώνου και χωρίς να αξιολογηθούν παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών. H σημερινή κατάσταση παραμένει πολύ δύσκολη, ενώ επιβαρύνεται και από μια σειρά άλλων θεσμικών παρεμβάσεων, όπως είναι π.χ. η θέσπιση του νέου πόρου υπέρ του ΕΔΟΕΑΠ με τη μορφή ποσοστού 2% επί των ακαθάριστων εσόδων τους.

Ακόμα και η μείωση του ειδικού φόρου τηλεόρασης από 20% σε 5%, που θεσπίστηκε ως αντιστάθμισμα στο οικονομικό αντάλλαγμα που κατέβαλαν τα τηλεοπτικά κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας για την αδειοδότησή τους, οδήγησε στην επιπλέον συρρίκνωση της διαφημιστικής δαπάνης στο ραδιόφωνο. Τα θέματα αυτά τα έχουμε επισημάνει και σε προηγούμενο σημείωμά μας.

Τον περασμένο Απρίλιο η ΕΙΙΡΑ είχε αποστείλει σχετική ενημέρωση προς την τότε πολιτική ηγεσία, προτείνοντας μια ρύθμιση που θα μπορούσε – κατά την άποψη της Ένωσης – να περιορίσει τα προβλήματα των ραδιοφώνων. Στη βάση της, η προτεινόμενη ρύθμιση αφορούσε στην παροχή κινήτρου στους διαφημιζόμενους μέσω της προσαύξησης της φορολογικής βαρύτητας των διαφημιστικών δαπανών, που πραγματοποιούνται σε ραδιοφωνικούς σταθμούς που λειτουργούν νόμιμα.

Η τότε κυβέρνηση δεν απάντησε ποτέ επί της ουσίας και σήμερα το ραδιόφωνο εξακολουθεί να βρίσκεται στο σημείο μηδέν. Η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να δει προσεκτικά τα παραπάνω ζητήματα, να ακούσει τους αρμόδιους ραδιοφωνικούς φορείς και από κοινού να καθορίσουν τις πρωτοβουλίες που θα πρέπει να λάβουν. Με μονομερείς ενέργειες τα προβλήματα δεν λύθηκαν ποτέ…