Η οικονομική κρίση εντείνει τον ανταγωνισμό στον εργασιακό στίβο, ρίχνοντας φως στη σπουδαιότητα της δια βίου μάθησης εν γένει, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί μία ευκαιρία για τα στελέχη που δεν εργάζονται να διευρύνουν το γνωστικό τους πεδίο ή –γιατί όχι- να αλλάξουν επαγγελματικό προσανατολισμό.

Έμφαση στο online
Τα εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονται σήμερα στην ευρύτερη αγορά της επικοινωνίας και του marketing αφορούν σε γενικές γραμμές σε Διαφήμιση, Marketing, Δημόσιες Σχέσεις και Πωλήσεις, καθώς επίσης και στο ΜΒΑ. Ταυτόχρονα, έμφαση δίνεται στα μαθήματα που αφορούν στον χώρο του internet, είτε πρόκειται για Online Marketing, Social Media, Online PR κλπ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το MBA International του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο πέρα από την κατεύθυνση σε Marketing & Strategy που εδώ και χρόνια προσφέρει, από φέτος αποτελεί το πρώτο πρόγραμμα στην Ευρώπη που προσφέρει μαθήματα σε E-business Marketing Fundamentals, Search Engine Optimization, Social Media, Web Analytics, Pay-per-Click, Adwords, On-line PR κ.ά.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής Γιώργος Ιωάννου, Διευθυντής του ΜΒΑ International και Πρόεδρος του Τμήματος Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του ΟΠΑ, τα μαθήματα αυτά προσφέρουν ειδίκευση στους συμμετέχοντες για μια σειρά νέα επαγγέλματα, όπως eCommerce Manager, Social Media Manager, Conversion Manager, SEO expert, Web Analyst, SEM Campaign Manager κ.ά. τα οποία εμφανίζουν όλο και μεγαλύτερη ζήτηση τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό.

Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Ιωάννου, ο χώρος του marketing και της επικοινωνίας σαφώς επηρεάζεται από την κρίση. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις μειώνουν τα κόστη προβολής τους και ψάχνουν για νέους, οικονομικότερους, αλλά εξίσου αποτελεσματικούς τρόπους προσέγγισης του κοινού τους. Από την άλλη πλευρά το κοινό ανταποκρίνεται περισσότερο σε μηνύματα απλά και ξεκάθαρα, επιστρέφει στα brands που γνωρίζει ενώ εμπιστεύεται και επιλέγει προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρουν την καλύτερη ποιότητα στην πιο συμφέρουσα τιμή. Παρ’ όλ’ αυτά, η εν λόγω αγορά εμφανίζει σημαντικές προοπτικές, με δεδομένη την ολοένα και αυξανόμενη χρήση των social media παγκοσμίως.

Επανακάμπτει η ευρωπαϊκή αγορά MBA
Τα σημαντικά πλεονεκτήματα που προσφέρει ένας τίτλος ΜΒΑ στον κάτοχό του, αλλά και η δυνατότητα γρήγορης απόσβεσης της επένδυσης σε αυτόν, φαίνεται ότι αποτελούν σημαντικό κίνητρο για τους νέους σήμερα, με αποτέλεσμα –παρά το υψηλό κόστος και με δεδομένη τη δυσμενή οικονομική συγκυρία- να αυξάνεται σημαντικά τη χρονιά που διανύουμε η ζήτηση για προγράμματα ΜΒΑ.

Αντίστοιχα, αυξάνεται και πάλι η ζήτηση για αποφοίτους ΜΒΑ από τους μεγαλύτερους εργοδότες. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν δύο από τις σημαντικότερες παγκόσμιες έρευνες για τα προγράμματα MBA που δόθηκαν στη δημοσιότητα τον Φεβρουάριο και σύμφωνα με τις οποίες οι μισθοί και ο ρυθμός προσλήψεων για αποφοίτους ΜΒΑ στην Ευρώπη, ανακάμπτουν, μετά από μία τριετία πτώσης. Επιπλέον, βάσει και των δύο ερευνών το ΜΒΑ αποτελεί ένα σημαντικό προσόν που έχει διατηρήσει το πολύ υψηλό ROΙ του, παρά την οικονομική κρίση.

Για τους αποφοίτους MBA, η εργασιακή εικόνα στην Ευρώπη είναι πολύ πιο ευνοϊκή απ’ ό,τι για τους μη κατόχους ΜΒΑ. Σύμφωνα με την έρευνα GMAC Alumni Perspectives Survey 2012, μόλις το 6% των αποφοίτων MBA που συμμετείχαν στην έρευνα δεν είχαν βρει ακόμα εργασία, ποσοστό πολύ χαμηλότερο έναντι των ανέργων που δεν κατέχουν πτυχίο ΜΒΑ. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο ρυθμός ανεργίας διαμορφώθηκε στο 10,3% τον Οκτώβριο του 2011 στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταύτιση με τα παραπάνω ευρήματα έχει και η έρευνα QS TopMBA.com Jobs and Salaries Trends Report 2011/12.

Η εν λόγω έρευνα προσθέτει ότι η πρόσληψη κατόχων ΜΒΑ στην Ευρώπη έχει αυξηθεί κατά 7% τους τελευταίους 12 μήνες, μετά από την πτωτική πορεία που ακολούθησε από το 2009 μέχρι και τις αρχές του 2011. Παρά τη συνεχιζόμενη οικονομική αστάθεια και τους συγκρατημένους ρυθμούς πρόσληψης, η ζήτηση για MBA στη Δυτική Ευρώπη έχει ενταθεί, με ιδιαίτερη δυναμική στη Μεγάλη Βρετανία (ανάπτυξη 34%) και τη Γερμανία (ανάπτυξη 28%), με ώθηση από τον συμβουλευτικό και τον βιομηχανικό κλάδο.

Επένδυση η δια βίου μάθηση
Η δια βίου μάθηση μπορεί να θεωρηθεί μια μορφή επένδυσης, τόσο για όσους επιλέγουν να παρακολουθήσουν ένα πρόγραμμα σπουδών όσο ασφαλώς και για την ίδια την επιχείρηση. Όπως εξηγεί ο Γιώργος Ιωάννου, για τους εργαζόμενους είναι μια προσωπική επένδυση που τους επιτρέπει να βελτιώσουν τις επαγγελματικές τους προοπτικές και να εξασφαλίσουν την απασχολησιμότητά τους και στο μέλλον.

Από την άλλη πλευρά, για τις επιχειρήσεις αποτελεί μια μορφή οικονομικής επένδυσης, που εξασφαλίζει ισχυρότερη σύνδεση και δέσμευση του ανθρώπινου δυναμικού με την επιχείρηση, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει εκείνες τις δεξιότητες και τις γνώσεις που βοηθούν την επιχείρηση να ανταποκρίνεται στις συνεχείς αλλαγές και τις αυξανόμενες απαιτήσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος με μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, αποκτώντας έτσι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.


Υψηλό ROI, γρήγορη απόσβεση
Όπως κάθε επένδυση λοιπόν, χρειάζεται να δούμε ποιο ακριβώς είναι το ROI και πόσο γρήγορα επιτυγχάνεται. Όπως δείχνουν πρόσφατες έρευνες, η πραγματοποίηση ενός ΜΒΑ για παράδειγμα προσφέρει υψηλό ROI και μάλιστα ιδιαίτερα άμεσα, αποσβένοντας σε 4 χρόνια κατά μέσο όρο το κόστος της επένδυσης.

Επιπλέον, οι κάτοχοι ΜΒΑ, σε περίοδο 10 ετών μετά την αποφοίτηση, έχουν διπλασιάσει σχεδόν το ROI. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα Lisbon MBA στην Πορτογαλία, το οποίο αποτελεί joint venture μεταξύ των business schools Nova SBE και Catόlica-Lisbon. Το full-time πρόγραμμα έχει δίδακτρα 33.000 ευρώ ετησίως, στα οποία περιλαμβάνεται η διδασκαλία στο Sloan School of Management του MIT καθώς επίσης και μία καλοκαιρινή πρακτική εκπαίδευση.

Όπως λέει η έρευνα του QS, TopMBA.com Applicant Survey, ο μέσος μισθός πριν ξεκινήσει κάποιος πρόγραμμα ΜΒΑ διαμορφώνεται στα 33.450 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το business school, ο μέσος μισθός για αυτούς που ολοκληρώνουν το full-time MBA του ανέρχεται σε 58.600 ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για αύξηση του μισθού κατά 25.150 ευρώ. Αν υπολογίσει κανείς ότι η παρακολούθηση του προγράμματος κοστίζει 33.000 ευρώ (συν τα λοιπά έξοδα), τότε αντιλαμβάνεται ότι είναι πιθανόν ο απόφοιτος να επιτύχει απόλυτη απόσβεση του κεφαλαίου του σε περίοδο δύο ετών.

Αυτό ισχύει για τα περισσότερα business schools σε ολόκληρο τον κόσμο, αλλά κυρίως για αυτά που βρίσκονται στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Αν συνυπολογιστεί μάλιστα η δυνατότητα να λάβει κανείς υποτροφία για ΜΒΑ ή την προοπτική ενός bonus ετήσιας απόδοσης, τότε η επιλογή ενός προγράμματος ΜΒΑ μπορεί να είναι εξαιρετικά ελκυστική. Ειδικά η προοπτική του bonus, όπως λέει η έρευνα του QS, μπορεί να αποτελέσει πολλές φορές σημαντικό κίνητρο για την απόκτηση ενός πτυχίου.

Οι επιχειρήσεις επενδύουν…
Όσον αφορά στην απόσβεση της επένδυσης από την επιχείρηση, έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη Μεγάλη Βρετανία από το Chartered Management Institute (CMI) και τη συμβουλευτική εταιρεία HR, Penna, «έδειξε» σαφή συσχέτιση μεταξύ της απόδοσης ενός οργανισμού και των δεξιοτήτων διοίκησης. Η έρευνα, την οποία διενήργησε το Henley Business School, συγκέντρωσε στοιχεία περισσότερων από 4.500 managers, στους οποίους περιλαμβάνονται πάνω από 300 CEOs και 550 HR managers.

Όπως λένε οι συγγραφείς της, η έρευνα αποδεικνύει ότι οι δράσεις ανάπτυξης δεξιοτήτων ηγεσίας και διοίκησης μπορούν να οδηγήσουν τις επιδόσεις των εργαζομένων σε αύξηση 32% και κατά 23% στη συνολική απόδοση ενός οργανισμού. Και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε οργανισμούς όλων των κλάδων και όλων των μεγεθών.

…αλλά δεν αξιολογούν την επένδυση.
Παρόλ’ αυτά, η έρευνα δείχνει ότι πολύ λίγοι είναι οι εργοδότες που κάνουν τις κατάλληλες κινήσεις προκειμένου να διασφαλίσουν το ROI των δραστηριοτήτων που παρέχουν στους εργαζομένους τους. Ενώ οι περισσότεροι από αυτούς επενδύουν σε ενέργειες ανάπτυξης διοίκησης και ηγεσίας (26 διαφορετικούς τύπους καταγράφει η έρευνα), με τον μέσο manager να έχει «εκτεθεί» σε πάνω από 6 τέτοιου τύπου δραστηριότητες τα τελευταία τρία χρόνια, οι μορφές εκπαίδευσης δεν είναι πάντα αυτές που κρίνονται από τους ίδιους τους managers ως πιο αποτελεσματικές.

Η πιστοποιημένη εκπαίδευση, στην οποία περιλαμβάνεται το ΜΒΑ, και η πιστοποίηση από επαγγελματικούς φορείς κρίνονται ως οι πιο αποτελεσματικές στις ατομικές επιδόσεις των εργαζομένων. Η αποτελεσματικότητα των διαφορετικών τύπων εκπαίδευσης ποικίλλει επίσης στα διαφορετικά επίπεδα διοίκησης. Για παράδειγμα, πολλοί CEOs εύχονται να είχαν πρόσβαση στο coaching νωρίτερα στην καριέρα τους, ενώ οι επαγγελματικές πιστοποιήσεις θεωρούνται ως πιο αποτελεσματικές για νέους και junior managers.

Η έρευνα δείχνει επίσης ότι οι οργανισμοί με υψηλές επιδόσεις δαπανούν ετησίως κατά μέσο όρο 36% περισσότερο σε δράσεις ανάπτυξης σχετικών δεξιοτήτων ανά μάνατζερ, σε σχέση με τις εταιρείες που έχουν χαμηλότερες επιδόσεις (1.738 λίρες, έναντι 1.275 λίρες), με τη μέση δαπάνη ανά μάνατζερ να διαμορφώνεται στους βρετανικούς οργανισμούς στις 1.414 λίρες ετησίως.

Τέλος, παρατηρείται διαφοροποίηση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Συγκεκριμένα, οι οργανισμοί του δημοσίου τομέα δαπανούν κατά μέσο όρο 1.515 λίρες ανά manager τον χρόνο, ενώ ο ιδιωτικός τομέας 1.416 ευρώ και οι Μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί 1.133 λίρες. Ο Christopher Kinsella, Διευθύνων Σύμβουλος του CMI, επισήμανε σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνας: «Είναι στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε οργανισμού να κάνει τη διαφορά και επενδύοντας συνετά στην ανάπτυξη δεξιοτήτων διοίκησης και ηγεσίας, μπορείτε να κάνετε μία ουσιαστική μετρήσιμη διαφορά. Το κλειδί για να είναι επιτυχημένη αυτή η δραστηριότητα είναι η ξεκάθαρη σύνδεσή της με τη συνολική επιχειρησιακή στρατηγική».

Αντίστοιχα, ο Gary Browning, Διευθύνων Σύμβουλος της Penna, σχολίασε μεταξύ άλλων: «Η ανάπτυξη αποτελεσματικών μάνατζερ έχει επίδραση όχι μόνο στην ίδια την επιχείρηση (λαμβάνουν καλύτερες αποφάσεις και τις υλοποιούν αποτελεσματικότερα) αλλά παράλληλα «απελευθερώνει» και τις ικανότητες των ανθρώπων με τους οποίους συνεργάζονται. Η έρευνα δείχνει ότι το να έχουμε έναν αποτελεσματικό μάνατζερ είναι ευεργετικό για τους εργαζομένους, γιατί αναπτύσσονται με τη σειρά τους πιο αποτελεσματικά και νιώθουν ικανοί να χειριστούν την καριέρα τους».