Τις περασμένες ημέρες, οι χριστουγεννιάτικες διακοπές με έφεραν σε επαφή με τους τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης μετάδοσης. Διαπίστωσα την αυξημένη συχνότητα διαφημίσεων που απευθύνονται σε καταναλωτές μεγαλύτερων ηλικιών, ανεξάρτητα από πρόγραμμα και ζώνη τηλεθέασης. Δεν είναι μόνο η μεγάλη συμβολή των τηλεθεατών μεγαλύτερων ηλικιών στις μετρήσεις τηλεθέασης, αλλά και το γεγονός ότι η συγκεκριμένη κατηγορία πληθυσμού αυξάνεται τόσο σε μέγεθος όσο και σε καταναλωτική ισχύ. Με εντυπωσίασε όμως η χαμηλή ποιότητα και τα στερεότυπα που χαρακτηρίζουν τις περισσότερες από αυτές τις διαφημίσεις.

Τα εικοσιπέντε χρόνια που εργάζομαι στο Μάρκετινγκ, θυμάμαι τη Διαφήμιση σαν τον χώρο που δεν έπαψε ποτέ να λατρεύει τη νεότητα και να είναι φοβική με την ηλικία. Τόσο οι άνθρωποι που στελέχωναν τις εταιρείες όσο και το προϊόν της δουλειάς τους προσπαθούσαν να εκπέμπουν νεότητα ανεξαρτήτως ηλικίας και να εξορκίζουν το γήρας με κάθε τρόπο. Έπρεπε να περάσουν δέκα χρόνια καριέρας για να πρωτοσυναντήσω brief που το κοινό-στόχος να ξεπερνά σε ηλικία τα 44 χρόνια. Και ακόμα και σήμερα που κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο σπάνιο, βλέπω στα brief ή στο δημιουργικό αποτέλεσμά τους, να παρουσιάζονται οι άνθρωποι μεγαλύτερων ηλικιών πότε ως καρικατούρες νεανικότητας και κυνηγοί της αιώνιας νεότητας και πότε ως απόμαχοι της ζωής που προσπαθούν να συντηρήσουν μικρές απολαύσεις και ζουν για τα παιδιά τους.

Κι όμως, ζούμε την περίοδο που οι baby boomers, το πιο ευκατάστατο τμήμα του πληθυσμού που συγκεντρώνει περισσότερο από το 60% του παγκόσμιου διαθέσιμου εισοδήματος, έχουν φτάσει πια τα 65. Oι έρευνες δείχνουν ότι μετά τα 50 η ευτυχία όχι μόνο δεν φθίνει, αλλά αυξάνεται. Oι προβλέψεις λένε ότι την επόμενη δεκαετία για πρώτη φορά οι  >65 θα είναι περισσότεροι των  <15. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες βλέπουμε να ξεπηδούν agencies που εξειδικεύονται στο 50+ μάρκετινγκ. Αλλά μήπως ήρθε η ώρα μιας ολιστικότερης ωρίμανσης του χώρου μας και σε αυτό τον τομέα; Ας σκεφτούμε ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που βλέπουμε να συνυπάρχουν στον εργασιακό χώρο τέσσερις διαφορετικές γενιές. Ακόμα και στην Ελλάδα των συνταξιούχων.