Κι αυτό διότι δυστυχώς, από την στάση των εμπλεκομένων προκύπτει αβίαστα ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού μας συστήματος, τέσσερα χρόνια μετά την κρίση και με την Ελλάδα να έχει χάσει το 25% του ΑΕΠ της, με το 27% του πληθυσμού της άνεργο, με αμείωτο το εφιαλτικό ύψος του δημοσίου χρέους και αφού η χώρα έχει τυπικά υποστεί ήδη μια χρεοκοπία, δεν έχει παρόλα αυτά αλλάξει νοοτροπία και συμπεριφορές.

Ας ξεκινήσουμε από τα κυβερνητικά κόμματα, τα οποία εμφανίζονται ως πρώιμοι ή όψιμοι μεταρρυθμιστές και τσακώνονται ταυτόχρονα για το ποιος δεν θέλει μεταρρυθμίσεις και ποιος παραβίασε το Σύνταγμα. Αρκεί να θυμίσει κανείς ποια ήταν η τελευταία τους πράξη πριν την απόφαση για την ΕΡΤ. Ο ομόθυμος ορισμός τεσσάρων κομματικών τους στελεχών (τέως πολιτευτές και μέλη κομματικών οργάνων), στη διοίκηση της ΕΤ3 μέχρι το 2017 (με την αναλογία 2-1-1). Παρά το γεγονός βέβαια ότι γνώριζαν πολύ καλά ότι με τον τρόπο αυτό παραβιάζουν ουσία τόσο την όποια πρόθεση μεταρρύθμισης και εξυγίανσης, όσο και την ίδια την πρόβλεψη του Συντάγματος περί αντικειμενικής και με ίσους όρους μετάδοσης ειδήσεων και πληροφοριών, που προφανώς υπονομεύονται καίρια όταν το ρόλο της διοίκησης αναλαμβάνουν ενεργά κομματικά στελέχη.

Όσο για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία ζουν στο δικό τους κόσμο, μεταξύ Ερνέστου Τσε ΓκεΒάρα και της γης όπου ρέει σε αφθονία μέλι και γάλα, είναι προφανές ότι με την συμπεριφορά τους δεν συνεισφέρουν ούτε σε μεταρρύθμιση, ούτε σε εξυγίανση, ούτε στη διαφύλαξη του πραγματικού δημοσίου συμφέροντος. Διότι όταν η αντίδρασή τους είναι πάντα η ίδια, η εκ συστήματος παρεμπόδιση κάθε αλλαγής, δεν βοηθούν ούτε τη χώρα ούτε καν τον εαυτό τους. Γιατί μη διαχωρίζοντας τα σφάλματα από τις αναγκαίες αλλαγές, στην ουσία ενισχύουν τα πρώτα και υπονομεύουν τις δεύτερες. Κι αυτό φάνηκε ξεκάθαρα και στην υπόθεση της ΕΡΤ.

Οπότε, ας πούμε μερικά στοιχειώδη: Πρώτα από όλα, όποιος θέλει να κάνει περικοπές σε έναν οργανισμό που δεν δουλεύει παραγωγικά, οφείλει να τις κάνει από την πρώτη στιγμή. Κατά δεύτερο, αν κρίνει ότι είναι αναγκαίος ένας εντελώς νέος φορέας (και υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα γι’ αυτό), ξεκινά άμεσα την οργάνωση του νέου φορέα (με καθοριστική ξένη βοήθεια από οργανισμούς που έχουν σχετική παράδοση και είναι ουδέτεροι σε σχέση με τις δικές μας διαμάχες π.χ. BBC) και όταν είναι έτοιμος πραγματοποιεί την σχετική μετάβαση. Αν η κυβέρνηση το είχε κάνει αυτό από την πρώτη στιγμή θα είχαμε ήδη τώρα πλησιάσει να ολοκληρώνουμε αυτή την μεταρρύθμιση, χωρίς όλες αυτές τις παράπλευρες βλάβες στην κυβερνητική σταθερότητα και στην εικόνα της χώρας των τελευταίων ημερών.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον επιλεγεί η λογική του νέου φορέα, δικαίωμα στον ήλιο έχουν και οι άνεργοι (τέως) εργαζόμενοι στους ιδιωτικούς σταθμούς, οι οποίοι έχουν απολυθεί τα τελευταία χρόνια. Είναι πολλοί και ιδίως σε τεχνικό επίπεδο μεγάλος αριθμός εξ αυτών έχουν εξαιρετικά προσόντα και δεξιότητες. Οπότε πρέπει να βρεθεί τρόπος να κριθούν δίκαια όταν θα συζητηθεί η στελέχωση του νέου φορέα. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι μια συρρικνωμένη και παρακμασμένη ΕΡΤ, αλλά κάτι καινούριο και ριζικά καλύτερο. Και αυτό απαιτεί και ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού.

* Το άρθρο αυτό γράφτηκε τη Τετάρτη 19 Ιουνίου, λίγες ώρες πριν την δεύτερη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών που στηρίζουν την κυβέρνηση Σαμαρά, η οποία και θα έκρινε την τύχη της ΕΡΤ, αλλά και της χώρας