Δεν είναι άλλο, από τη νέα τουριστική καμπάνια της Ελλάδας. Τόσο οι φορείς πίσω από την καμπάνια όσο και οι δημιουργοί της, εξήγησαν πιστεύω επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά και το concept της επικοινωνίας. Από κει και πέρα, κάθε δημιουργικό προϊόν υπόκειται στην κρίση όσων το εισπράττουν και στις σελίδες που ακολουθούν μπορείτε να διαβάσετε δύο σχετικές αναλύσεις, από τον Γιώργο Αναστασιάδη στη στήλη Brand Forward και από τον Δημήτρη Κορδερά στη στήλη Τελευταία Σελίδα.

Οι μεγάλες καμπάνιες του «Δημοσίου», -όπως αυτό είναι καταγεγραμμένο εννοιολογικά στο συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων-, διέγειραν ανέκαθεν ευαίσθητες χορδές στο συναίσθημα του καταναλωτικού κοινού. Συνοδεύονται σχεδόν πάντα από εντυπωσιακά μεγάλα κονδύλια, το κοινό-στόχος που προσπαθούν να πιάσουν είναι… όλη η Ελλάδα, ενώ το προϊόν που καλούνται συνήθως να διαφημίσουν έχει χαρακτήρα «εθνικό». Όλα τα παραπάνω είναι ικανές αφορμές για επικές διαμάχες. Ικανές, αλλά ίσως όχι αρκετές.

Όσα συνέβησαν πρόσφατα είναι -άλλη μία- καλή αφορμή για να διαπιστώσουμε ότι στην Ελλάδα εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε την διαφήμιση με καχυποψία. Ως κοινότητα δεν έχουμε πεισθεί -η και δεν έχουμε καταλάβει- ποια είναι η λειτουργία της εμπορικής επικοινωνίας. Την συνδυάζουμε συχνά με σκοτεινά συμφέροντα και φυσικά δεν αναγνωρίζουμε τους εκπροσώπους της ως ειδικούς.

Αυτή είναι η «μαγιά» που οδηγεί καλοπροαίρετες ή μη επικρίσεις να… φουσκώνουν. Προκαλεί εντύπωση πόσο γερά θεμελιωμένη παραμένει αυτή η αντίληψη, παρόλη τη θεαματική εξέλιξη που έχει συντελεστεί στον κλάδο τη επικοινωνίας τις τελευταίες δεκαετίες. Κι όμως, με κάθε αφορμή, το στερεότυπο της «εξαπάτησης μέσα από τη διαφήμιση», αναδύεται.

Ίσως αυτό να είναι το πραγματικό θέμα των ημερών. Καμπάνιες που αρέσουν ή δεν αρέσουν θα υπάρχουν πάντα. Όπως επίσης και αφορμές για πολιτικές αντιπαραθέσεις. Το θέμα είναι κατά πόσο ο κόσμος εκεί έξω είναι «κοινωνός» της σύγχρονης, αειφόρου και κοινωνικά ευαίσθητης πρακτικής που λέγεται εμπορική επικοινωνία. Κατά πόσο ο χώρος συνομιλεί με το κοινό για τα επιτεύγματά του ή παραμένει ακόμα σήμερα ένα «κλειστό club», που καταναλώνει εσωτερικά την εικόνα του. Ας το δούμε κι αυτό, κάποια στιγμή.