Η πρόβλεψη αυτή στις λεπτομέρειες της δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί εξ ου και συζητείται η αναβολή της απόδοσης των σχετικών ποσών μέχρι το τέλος Οκτωβρίου ή και μέχρι το τέλος του χρόνου όπως ζητά η Πανελλήνια Ένωση Φοροτεχνικών Ελευθέρων Επαγγελματιών. Το καταρχήν μπάχαλο σε σχέση με την ρύθμιση προκύπτει από το γεγονός ότι δεν είναι σαφές αν την υποχρέωση έχουν όλα τα φυσικά πρόσωπα και ποιες πλατφόρμες του διαδικτύου περιλαμβάνονται σ’ αυτήν, με πιθανό αποτέλεσμα ένα γραφειοκρατικό εφιάλτη που με βεβαιότητα θα οδηγήσει και σε πλημμελή εφαρμογή.

Εκατοντάδες χιλιάδες φυσικά και νομικά πρόσωπα, πολλοί από τους οποίους μπορεί να έχουν κάνει διαφημιστικές δαπάνες μερικών δεκάδων ευρώ, καλούνται κατά μία ερμηνεία (που θέλει η ρύθμιση να περιλαμβάνει τα πάντα), να περάσουν από τον πάγκο του ΕΔΟΕΑΠ. Αφού πρώτα ψάξουν να βρουν αν η δαπάνη που έκαναν ανήκει στη μια ή την άλλη κατηγορία. Πέραν όμως του γραφειοκρατικού εφιάλτη υπάρχει και η ουσία.

Από που κι ως που θα παίρνουν χρήματα οι δικαιούχοι του ΕΔΟΕΑΠ, δημοσιογράφοι και οι άλλοι εργαζόμενοι στο χώρο του εντύπου ή του ηλεκτρονικού τύπου, με χρήματα που προέρχονται π.χ. από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης ή από τις μηχανές αναζήτησης; Τα μέσα αυτά δεν είναι μέσα ενημέρωσης. Δεν έχουν ως εργαζόμενους δημοσιογράφους η όποιους άλλους εργαζόμενους στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ και εφόσον είναι μέσα που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό κάποια από αυτά μπορεί να μην έχουν καν Έλληνες εργαζόμενους.

Γιατί λοιπόν ο ΕΔΟΕΑΠ να έχει μερίδιο στην διαφήμιση που γίνεται σε αυτά; Εδώ πρόκειται για έναν ξεκάθαρο φόρο υπέρ τρίτων που δεν έχει καν την ισχνή λογική βάση που είχε το αλήστου μνήμης αγγελιόσημο. Είναι καθαρή λεηλασία. Με την έννοια αυτή μπορεί κανείς με ασφάλεια να προβλέψει και νομικές προσφυγές και μαζική απείθεια σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο φόρο.
Αν το κράτος θέλει να επιβάλλει έναν ακόμα φόρο στη διαφήμιση, κάτι που όπως έχουμε εξηγήσει πολλές φορές είναι λανθασμένο μέτρο δημόσιας πολιτικής, τότε πρέπει το ίδιο να τον επιβάλει και να τον εισπράττει και μετά ας τον κάνει ό,τι θέλει.

Δεν μπορεί η χώρα να επανέλθει πίσω στη λεηλασία του παραγωγικού τομέα της οικονομίας ή των απλών πολιτών μέσω των πόρων υπέρ τρίτων, επειδή ο ΕΔΟΕΑΠ έδινε πλουσιοπάροχες συντάξεις επί δεκαετίες με χρήματα άλλων. Το κράτος πρέπει ασφαλώς να συνεισφέρει στη συνταξιοδοτική δαπάνη, και το κάνει μέσω της εθνικής σύνταξης. Έχει όμως την ηθική υποχρέωση να επιδοτεί όλους τους ασφαλισμένους ισότιμα. Η κατά κεφαλήν επιδότηση των συντάξεων μέσω της φορολογίας να είναι δηλαδή ίδια για όλους είτε είναι δημοσιογράφοι, είτε εργάτες γης. Κι αν αποφασίσει να επιδοτήσει κάποιους παραπάνω με κοινωνικά κριτήρια να το κάνει με διαφάνεια και εντιμότητα, όχι με την φαυλότητα των πόρων υπέρ τρίτων.