Πρόσφατα, συζητώντας με marketer ελληνικού brand για τη δύναμη της ελληνικότητας και ρωτώντας τον για τις ενέργειες που υλοποιεί ώστε να τονίσει αυτόν τον χαρακτήρα του, έλαβα την εξής άκρως «αποστομωτική» απάντηση: «Δεν έχει ανάγκη το brand μας να μιλήσει για ελληνικότητα και να την αποδείξει, το κάνει αυτό εδώ και χρόνια, ας μιλήσουν άλλοι για το πόσο «ελληναράδες» είναι»!

Πρώτα από όλα, η απάντηση αυτή ήταν άκρως προσβλητική για τα άλλα brands, είτε ελληνικά, είτε διεθνή, που έχουν στηρίξει τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα με διαφορετικούς το κάθε ένα τρόπους. Κατά δεύτερο – και πλέον σημαντικό – δείχνει πλήρη άγνοια αυτού που αναφέραμε στην αρχή: Κανένα brand δεν θα πρέπει να θεωρεί δεδομένη τη θέση του, αφού επιβάλλεται κάθε μέρα να την αποδεικνύει, τόσο στους καταναλωτές, όσο και στην ίδια την αγορά και τους ανθρώπους της.

Η άποψη αυτή δείχνει υπεροψία, κακεντρέχεια και πλήρη απαξίωση του ανταγωνισμού. Αν σκεφθεί κανείς μάλιστα ότι μιλάμε για brand που δεν είναι leader στην αγορά του, καταλαβαίνει το άτοπο του πράγματος. Προσωπικά είμαι βέβαιος ότι αυτή η υπεροψία και η λάθος οπτική των πραγμάτων θα δυσκολέψει περαιτέρω τα πράγματα τόσο για τα brand, όσο και για τα στελέχη. Αποτελεί τον πλέον σίγουρο δρόμο για την αποτυχία. Και ξεκινά πρώτα από όλα από τη λανθασμένη νοοτροπία του «εγώ τα ξέρω όλα, δεν έχω ανάγκη κανέναν».

Είναι λυπηρό να βλέπεις τέτοιες νοοτροπίες σε ανθρώπους υποτίθεται με μόρφωση και εμπειρία, που χειρίζονται τις τύχες ιστορικών brands, για τα οποία κάποιοι προγενέστεροί τους «μάτωσαν» να τα αναδείξουν. Και οι οποίοι μέσα σε αυτή τη λαίλαπα που ζούμε τα τελευταία χρόνια, συμπεριφέρονται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, σαν να μην έχουν καταλάβει τίποτα. Κρίμα…