Η στάση αυτή της κυβέρνησης, με την οποία ο συγκεκριμένος φόρος παραμένει σε κατάσταση «suspended animation», εντάσσεται στην πλούσια παράδοση των ελληνικών κυβερνήσεων να μην ξεκαθαρίζουν τις σχέσεις τους με τα ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε. και να διατηρούν πάντα ζωντανά ανεκπλήρωτα ζωτικά αιτήματα των ιδιοκτητών των σταθμών (αδειοδοτικά, φορολογικά κ.λπ.).

Ελπίζουμε ο νέος Υπουργός Επικρατείας, ο οποίος δεν αποτελεί μέρος της παράδοσης αυτής (εξ ου και βρέθηκε στο στόχαστρο της πλειοψηφίας του αντίστοιχου κοινοβουλευτικού τομέα του ΠΑ.ΣΟ.Κ, για τις ήπιες σε σχέση με τις πραγματικές περιστάσεις, αλλαγές που επιχειρεί στην ΕΡΤ), να λύσει επιτέλους το επίμαχο αυτό θέμα, που έχει διάρκεια ζωής που ξεπερνά την εικοσαετία. Ο φόρος τηλεοράσεως, όπως έχουμε γράψει ξανά και ξανά όλα αυτά τα χρόνια, είναι ένας φόρος εξαιρετικά άδικος. Δεν στηρίζεται σε κάποια ορθολογική δημοσιονομική αντίληψη, αλλά σε μια αντιπάθεια του ελληνικού πολιτικού συστήματος έναντι της διαφήμισης και των ιδιωτικών καναλιών.

Η διαφήμιση ως οικονομικό προϊόν υπηρετεί δύο στόχους. Προσφέρει τη δυνατότητα οικοδόμησης επώνυμων μαρκών, κάτι που διευκολύνει το κοινό στις καταναλωτικές του επιλογές και το κράτος στον ελεγκτικό του ρόλο (οι μάρκες με μεγάλη επενδεδυμένη αξία στη συνείδηση του καταναλωτή έχουν κίνητρο να συμπεριφέρονται περισσότερο υπεύθυνα σε σειρά από τομείς που αφορούν στην ποιότητα, την υγεία, το περιβάλλον, την τήρηση της φορολογικής νομοθεσίας κ.λπ.) και χρηματοδοτεί τη δωρεάν παροχή για τους ακροατές υπηρεσιών ψυχαγωγίας, ενημέρωσης και δυνητικά επιμόρφωσης.

Δεν υπάρχει κανένας κοινωνικός λόγος να υπερφορολογείται, με θέσπιση ειδικών φόρων. Αντίθετα θα είχε νόημα το κράτος να θεσπίσει ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση για προγράμματα που αποδεδειγμένα προωθούν καθαρά κοινωνικά αγαθά. Ανεξαρτήτως του αν προσφέρονται από τη δημόσια ή την ιδιωτική τηλεόραση.

Η μεταφορά για παράδειγμα ελληνικής λογοτεχνίας στην τηλεόραση, ανεξαρτήτως αν γίνεται από ιδιωτικούς ή δημόσιους σταθμούς, έχει και χαρακτήρα δημόσιου αγαθού. Αν επιτυγχάνει μαζική τηλεθέαση, τότε η κοινωνική προσφορά του συγκεκριμένου προγράμματος γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Η φορολογική ενθάρρυνση συνεπώς των σταθμών να φιλοξενούν τέτοιου είδους ποιοτικά προγράμματα, έχει πολύ μεγαλύτερο νόημα, από την τυφλή φορολογία της διαφήμισης.

Οι ιδιωτικοί σταθμοί κουβαλούν ασφαλώς πολλές αμαρτίες και η διαμόρφωση μιας πολιτικής που θα βελτίωνε αποφασιστικά την ποιότητα και την πολιτική τους ουδετερότητα (π.χ. να χωριστούν οι ειδήσεις από τον σχολιασμό και τον διάλογο), είναι απολύτως αναγκαία προϋπόθεση για την έξοδο της χώρας από τη σημερινή κρίση. Όμως αυτή δεν πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής, ούτε έχει νόημα να αυξάνεται η φορολογική επιβάρυνση, σε έναν τομέα που ούτως ή άλλως, συρρικνώνεται δραστικά οικονομικά.