Τα στοιχεία των τελευταίων ετών είναι μελαγχολικά. Σε σχέση με την αρχή της κρίσης (2011), οι πωλήσεις των εφημερίδων το 2016 έχουν πέσει ακριβώς στο μισό. Από τα 144 εκατ. φύλλα στα 72 εκατ. φύλλα. Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα για τα περιοδικά. Από τα 50 εκατ. τεύχη έπεσαν στα 27 εκατ. μέσα στην ίδια πενταετία.

Τα αποτελέσματα είναι ακόμα χειρότερα όταν ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες από τις έρευνες κοινής γνώμης. Με βάση αυτές όχι μόνο ο Τύπος, αλλά και η τηλεόραση βρίσκονται σε δραματική υποχώρηση. Στην πρόσφατη έρευνα  της ΔΙΑΝΕΩΣΙΣ, στο ερώτημα «από ποιο μέσο κυρίως ενημερώνεστε;» το διαδίκτυο προηγείται με 53%, ακολουθεί η τηλεόραση με 28%, το ραδιόφωνο με 8% και στη συνέχεια ο Τύπος με μόλις 6%.

Στην πραγματικότητα το μόνο πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα το οποίο διαθέτει ακόμα ο Τύπος σήμερα είναι οι οργανωμένες μεγάλες δημοσιογραφικές ομάδες και η καλύτερη πρόσβαση στην διαφημιστική αγορά. Όμως οι εξελίξεις στα μεγάλα δημοσιογραφικά συγκροτήματα (δύο εκ των μεγαλύτερων βρίσκονται σε κατάσταση χρεοκοπίας) και η συνεχής συρρίκνωση κυκλοφοριών και εσόδων έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση ασφυξίας στο χώρο του Τύπου.

Με αυτά τα δεδομένα το εύλογο ερώτημα λοιπόν είναι γιατί παράλληλα με τη συρρίκνωση συνεχίζεται ο πολλαπλασιασμός του αριθμού των εκδόσεων με καινούριες εφημερίδες που φιλοδοξούν να κερδίσουν το χώρο των παραδοσιακών εφημερίδων των συγκροτημάτων που βρίσκονται σε κατάσταση χρεοκοπίας. Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι γνωστό. Εντάσσεται στον ανταγωνισμό μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων, που αναζητούν πολιτική επιρροή και θεωρούν ότι αυτή δεν μπορεί να αποκτηθεί στο χώρο του διαδικτύου, λόγω του μεγάλου αριθμού των μέσων που λειτουργούν πλέον εκεί και επιδιώκουν να την αποκτήσουν στον παραδοσιακό Τύπο και στα κανάλια. Αυτό που είναι πραγματικό παράδοξο είναι πως αυτά τα επιχειρηματικά συμφέροντα δεν συνειδητοποιούν ότι τα λεφτά τους επενδύονται χωρίς προοπτική απόδοσης, όχι μόνο οικονομικής (αυτό το ξέρουν ήδη), αλλά ούτε και από πλευράς πολιτικής επιρροής.

Ο λόγος είναι απλός. Το βασικό χαρακτηριστικό (και η ισχύς) των μεγάλων εφημερίδων του παρελθόντος ήταν η ταύτιση των αναγνωστών τους με την εφημερίδα. Το γεγονός δηλαδή ότι οι αναγνώστες έβλεπαν τον κόσμο σε σημαντικό βαθμό μέσα από τα μάτια, την σκέψη και την ανάλυση της εφημερίδας τους. Αυτό δεν μπορεί πλέον να επαναληφθεί με τους καινούριους τίτλους. Το ευρύτερο περιβάλλον (του διαδικτύου) έχει τόσα πολλά μέσα ενημέρωσης ώστε η ταύτιση πλέον με ένα μόνο από αυτά να είναι πολύ δύσκολη και προπαντός δεν υπάρχει ο χρόνος, οι δεκαετίες που είχαν στη διάθεσή τους οι τίτλοι του παρελθόντος για να δημιουργήσουν την ταύτιση εφημερίδας και αναγνώστη.

Νέοι τίτλοι λοιπόν δημιουργούνται, όμως δεν αποτελούν το μέλλον του Τύπου. Που θα πρέπει να το αναζητήσουμε; Πιθανώς στην αναγέννηση της δημοσιογραφίας ως πραγματικής κοινωνικής ανάγκης; Ως μηχανισμού ελέγχου της εξουσίας, αποκάλυψης των πραγματικά κακώς κείμενων, διαμόρφωσης και κατεύθυνσης του δημοσίου διαλόγου;  Η ελπίδα άλλωστε πεθαίνει τελευταία…