Οι στόχοι αυτοί είναι αγαθοί, όμως για να επιτευχθούν θα πρέπει να γίνει μια στοιχειώδης επανεκτίμηση των μέχρι σήμερα πολιτικών για τον Περιφερειακό Τύπο. Η ρύθμιση που θεωρητικώς ισχύει σήμερα, έχει ως βασικό εργαλείο ενίσχυσης τη θέσπιση της αρχής ότι 30% της κρατικής διαφημιστικής δαπάνης θα κατευθύνεται σε περιφερειακά Μέσα Ενημέρωσης. Η ρύθμιση αυτή δεν έχει καμμία σχέση με ορθολογισμό ή αξιοκρατία. Το πραγματικό της αίτιο ήταν -όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα- ρουσφετολογικό. Επέτρεπε στους πολιτικούς προϊσταμένους των υπουργείων και οργανισμών να χρηματοδοτούν εν αφθονία τα τοπικά Μέσα των εκλογικών τους περιφερειών.

Με δεδομένο όμως ότι το εν τρίτο των βουλευτών εκλέγονται στο λεκανοπέδιο και πάνω από τους μισούς διοικητές οργανισμών κ.λπ. (με βάση το παλαιό και υφιστάμενο μέχρι σήμερα τουλάχιστον, πολιτικό σύστημα), φιλοδοξούν συνήθως να εκλεγούν στο λεκανοπέδιο, το ρουσφέτι αυτό δεν είχε καμμία έννοια και κίνητρο, για την πλειοψηφία των διοικούντων. Αποτέλεσμα ήταν ο σχετικός νόμος κατά κανόνα να μην εφαρμόζεται, ή να εφαρμόζεται αποσπασματικά.

Με δεδομένο ότι ο Περιφερειακός Τύπος και τα περιφερειακά Μ.Μ.Ε. είναι επίσης κατ’ εξοχήν πολύπλοκα, ότι τα Μέσα μεταξύ τους διαφέρουν σε σχέση με την πραγματική τους απήχηση και οι υφιστάμενες μετρήσεις δεν καλύπτουν -λόγω υψηλού κόστους-ικανοποιητικά τον χώρο, υπήρχε πάντα μια έλλειψη αντικειμενικών κριτηρίων για την μοιρασιά αυτού του 30%. Επιπροσθέτως από πλευράς πραγματικών διαφημιστικών αναγκών, το μέγεθος ή η στόχευση πολλών διαφημιστικών εκστρατειών του κράτους, δεν δικαιολογούσαν αντικειμενικά τη συμπερίληψη των περιφερειακών Μέσων στο media plan ή το προβλεπόμενο από τον νόμο ποσοστό του 30%.

Ποια θα μπορούσε να είναι μια λογική λύση που θα εξασφάλιζε ορθολογική μεταχείριση του Περιφερειακού Τύπου και των περιφερειακών Μ.Μ.Ε. γενικότερα, με δεδομένο ότι για διάφορους λόγους (π.χ. ενίσχυση της τοπικής ανάπτυξης με διευκόλυνση της δημιουργίας τοπικών μαρκών, καλύτερη διάχυση των πάσης φύσεων πληροφοριών σε τοπικό επίπεδο, καλύτερη λειτουργία της δημοκρατίας τοπικά κ.λπ.), είναι θεμιτή και εφαρμόζεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μια πολιτική ενίσχυσης του επαρχιακού Τύπου;

Η απάντηση θα μπορούσε να είναι η θέσπιση μιας επιδότησης που θα χρηματοδοτείται από ένα τέλος που θα θεσπιστεί στην κρατική Διαφήμιση (π.χ. 15%). Η επιδότηση αυτή μπορεί να μοιράζεται με βάση μια αντικειμενική μεγάλη έρευνα που θα καλύπτει σε ετήσια τουλάχιστον βάση όλα τα περιφερειακά Μ.Μ.Ε. και θα αξιοποιεί τόσο τα υφιστάμενα στοιχεία κυκλοφοριών κ.λπ., όσο και τις άλλες επί μέρους έρευνες. Μια έρευνα την ευθύνη της οποίας θα μπορούσαν να αναλάβουν και να συγχρηματοδοτήσουν τα συλλογικά όργανα του χώρου (περιφερειακά Μ.Μ.Ε., διαφημιστές, εταιρείες ερευνών και διαφημιζόμενοι).

Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής θα ήταν δημόσια και θα επέτρεπαν την αύξηση του μεριδίου των περιφερειακών Μ.Μ.Ε. στη διαφημιστική αγορά στο σύνολό της, μια που ένας από τους λόγους για το χαμηλό σχετικά σημερινό μερίδιο είναι και η έλλειψη πληροφόρησης. Έτσι η κρατική Διαφήμιση για το υπόλοιπο 85% θα μοιραζόταν μεταξύ Εθνικού και Περιφερειακού Τύπου και εθνικών και περιφερειακών Μ.Μ.Ε. με αποκλειστικά διαφημιστικά κριτήρια, ενώ τα περιφερειακά Μ.Μ.Ε. θα είχαν δεδομένη μια δίκαιη ετήσια επιδότηση.