Οι ενδείξεις ΠΟΠ/ΠΓΕ (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης / Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη) αποτελούν το σύστημα με το οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να προσδώσει υπεραξία σε γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα της, καθιστώντας τα έτσι ιδιαίτερα ανταγωνιστικά στο διεθνή στίβο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι εξαγωγές προϊόντων του αγροδιατροφικού τομέα της ΕΕ σε τρίτες χώρες ανέρχονται σε 100 δισ.ευρώ το χρόνο, εκ των οποίων τα 50 δισ. αφορούν σε προϊόντα με σχετικές ενδείξεις.

Παράλληλα, παρατηρείται τάση αύξησης 9% σε όγκο και 17% σε αξία στα σημασμένα προϊόντα. Πανευρωπαϊκά, τα προϊόντα ονομασίας προέλευσης φτάνουν τα 1.240, ενώ ο προϋπολογισμός της Κομισιόν για την προβολή των προϊόντων του αγροδιατροφικού τομέα θα αυξηθεί από 60 εκατ. ευρώ σε 200 εκατ. ευρώ ως το 2020. Η Ελλάδα, παρόλο που βρίσκεται στην 5η θέση στην Ευρώπη όσον αφορά στην κατοχύρωση σχετικών σημάτων, δεν φαίνεται να έχει επωφεληθεί ανάλογα, ενώ σύμφωνα με ειδικούς του marketing αγροδιατροφικών προϊόντων, η ευκαιρία ίσως κρύβεται στις νέες ενδείξεις που θέσπισε η ΕΕ, όπως είναι τα προϊόντα ορεινής παραγωγής και νησιωτικής γεωργίας.

Πολλά προϊόντα, χαμηλή αξία
Όπως διαβάζουμε στη μελέτη «Industry Outlook: Προϊόντα ΠΟΠ & ΠΓΕ-Δεκέμβριος 2015» της Infobank Hellastat, η Ελλάδα διαθέτει κλιματολογικές συνθήκες και εδαφολογικό περιβάλλον που επιτρέπουν την παραγωγή αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων ανώτερης ποιότητας και υψηλής διατροφικής αξίας. Μέχρι στιγμής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει επίσημα 102 ελληνικά προϊόντα, με τα 75 από αυτά να είναι Π.Ο.Π. και τα 27 Π.Γ.Ε. Η πολυπληθέστερη κατηγορία είναι τα φρούτα, λαχανικά, ξηροί καρποί και όσπρια με 31 προϊόντα, τα 30 είναι ελαιόλαδα, τα 21 τυριά, τα 11 ποικιλίες ελιάς και τα 9 προϊόντα των υπολοίπων κατηγοριών.

Όμως, όπως επισημαίνεται στη μελέτη, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει ακόμα να επωφεληθεί ουσιαστικά από την προστιθέμενη αξία που μπορούν να αποφέρουν τα εν λόγω προϊόντα στον αγροτοκτηνοτροφικό της κλάδο, παρά τη διεθνή τους αναγνώριση και κατοχύρωση. Η χώρα κατατάσσεται στην 5η θέση της Ε.Ε., συγκεντρώνοντας το 8,4% του συνολικού αριθμού προϊόντων, ωστόσο το μερίδιό της διαμορφώνεται σε επίπεδο χαμηλότερο του 5% επί της συνολικής αξίας της ευρωπαϊκής αγοράς. Η Ελλάδα έχει χαμηλότερο μερίδιο σε όρους αξίας σε σχέση με Γερμανία και Μεγάλη Βρετανία, αν και έχει καταχωρισμένα πολύ περισσότερα προϊόντα, γεγονός που υποδεικνύει τη χαμηλή ακόμα ανάπτυξη του εγχώριου κλάδου.

Την πρώτη θέση καταλαμβάνει η Ιταλία με 276 αναγνωρισμένα προϊόντα και ποσοστό 22,3% επί της συνολικής αξίας της ευρωπαϊκής αγοράς, ακολουθούμενη από τη Γαλλία (225), την Ισπανία (181), την Πορτογαλία (132) και την Ελλάδα. Το τελευταίο οκτάμηνο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε 30 επιπλέον προϊόντα -με το συνολικό αριθμό να ανέρχεται πλέον στα 1.240- και με ιδιαίτερη κινητικότητα από τις χώρες που αποτελούν τους κυριότερους ανταγωνιστές της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή αγορά. Αναλυτικά, καταχωρήθηκαν 6 νέα γαλλικά προϊόντα, 5 ιταλικά, ενώ δόθηκαν από 3 αναγνωρίσεις σε Ισπανία, Πορτογαλία και Γερμανία. Επίσης, οι πιο πολλές αναγνωρίσεις παρασχέθηκαν στην Κροατία (7 προϊόντα).

Εγχώρια κατανάλωση και εξαγωγές
Όπως δείχνει η μελέτη της Infobank Hellastat, τα περισσότερα προϊόντα καταναλώνονται εγχώρια και λίγα μόνο αποτελούν αντικείμενο αξιόλογων εξαγωγών. Ωστόσο, επισημαίνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά προϊόν: Ποσοστό πάνω από το 90% της παραγωγής κρητικού παξιμαδιού, μήλων Ζαγοράς και Καστοριάς, Πατάτας Νευροκοπίου και Φασολιών γίγαντες καταναλώνεται στην εσωτερική αγορά, ενώ αντίθετα το 98% του όγκου παραγωγής της κορινθιακής σταφίδας εξάγεται στο εξωτερικό, όπως και το 70% των ακτινιδίων Πιερίας και των ροδάκινων Νάουσας. Όσον αφορά στα ελαιόλαδα που αντιστοιχούν και στους μεγαλύτερους όγκους παραγωγής ΠΟΠ/ΠΓΕ, εξάγεται περίπου το 95% του προϊόντος της Σητείας Λασιθίου και το 82% του ελαιολάδου Καλαμάτας, ενώ το 56% του ελαιολάδου Χανίων καταναλώνεται στην ελληνική αγορά.

Επιπλέον, τα 2/3 της ποσότητας των ελιών Χαλκιδικής πωλούνται εγχώρια, ενώ οι ελιές Καλαμάτας είναι σαφώς πιο εξαγώγιμο προϊόν, με σχεδόν το 80% του όγκου να εξάγεται. Σημαντική εξέλιξη για το ελαιόλαδο Καλαμάτας αποτέλεσε η πρόσφατη επέκταση της ζώνης Π.Ο.Π. από την πρώην επαρχία Καλαμάτας σε όλη τη Μεσσηνία. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε έντονη κινητικότητα στα ελαιοτριβεία της περιοχής προκειμένου να προλάβουν να παράξουν ελαιόλαδο Π.Ο.Π., καθώς ο Agrocert χορηγούσε πιστοποιήσεις σε μονάδες που υπέβαλαν σχετική αίτηση έως τις αρχές Δεκεμβρίου (απαιτείται η υποβολή αίτησης ακόμα και για ήδη πιστοποιημένες βάσει του προηγούμενου καθεστώτος επιχειρήσεις).

Ελληνικές επιχειρήσεις και ΠΟΠ/ΠΓΕ
Όπως αναφέρει η μελέτη της Infobank Hellastat, στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται συνολικά 1.184 εταιρείες στον ευρύτερο τομέα της παραγωγής, τυποποίησης και εμπορίας προϊόντων Π.Ο.Π. και Π.Γ.Ε., ενώ ο αριθμός των παραγόμενων και διακινούμενων προϊόντων ανέρχεται στα 1.700. Ο κλάδος του ελαιόλαδου συγκεντρώνει την πιο έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς λειτουργούν 400 ελαιουργικές εταιρείες, 140 τυποποιητήρια και 128 εμπορικές επιχειρήσεις. Τα περισσότερα ελαιουργεία βρίσκονται στους νομούς Χανίων, Λακωνίας και Ηλείας, τα τυποποιητήρια στους νομούς Ηρακλείου και Χανίων, ενώ η Αττική συγκεντρώνει τη συντριπτική πλειοψηφία των εμπορικών επιχειρήσεων. Επίσης, ο τομέας των ζωικών προϊόντων περιλαμβάνει 368 εταιρείες και ο τομέας των λοιπών φυτικών προϊόντων, 65.

«Αγκάθι» η έλλειψη εθνικής στρατηγικής
Σύμφωνα με φορείς της αγοράς, το κυριότερο πρόβλημα για την Ελλάδα εστιάζεται στην έλλειψη ενιαίας εθνικής στρατηγικής αναφορικά τόσο με την τυποποίηση, όσο και την προώθηση και προβολή των προστατευόμενων προϊόντων στο εξωτερικό, εξαιρουμένων μεμονωμένων περιπτώσεων. Αρκετά προϊόντα που δεν έχουν εδραιωθεί ακόμα στην αγορά διακινούνται σε χύμα μορφή, ή ως μη Π.Ο.Π. / Π.Γ.Ε., καθώς η διαδικασία τυποποίησης χαρακτηρίζεται ως χρονοβόρα και υψηλού κόστους.

Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στον τομέα του ελαιόλαδου, όπου μόνο το 20% της παραγωγής εισέρχεται στο στάδιο της τυποποίησης (έναντι 50% στην Ισπανία και 75% στην Ιταλία). Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος των εξαχθέντων ποσοτήτων είναι χύμα ελαιόλαδο, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη από ιταλικές βιομηχανίες τροφίμων. Η υπεραξία που χάνει η Ελλάδα από την έλλειψη τυποποίησης διαμορφώνεται σε 1 ευρώ το κιλό, γεγονός το οποίο εκμεταλλεύονται οι άμεσα ανταγωνίστριες χώρες Ισπανία και Ιταλία που εξάγουν συσκευασμένους κωδικούς, καταλαμβάνοντας έτσι μεγαλύτερα μερίδια αγοράς διεθνώς.

Ακόμα, εξαιρουμένων κάποιων ειδών τυριού, ελαιολάδου και ορισμένων φυτικών προϊόντων, τα περισσότερα προϊόντα καταναλώνονται κυρίως στην ελληνική αγορά, όπως εξάλλου και πριν καταχωρισθούν επίσημα από την Ε.Ε. Ούτως ή άλλως, ο περιορισμένος όγκος παραγωγής αρκετών προϊόντων δεν επιτρέπει την ανάπτυξη αξιόλογης εξαγωγικής δράσης, ενώ οδηγεί και σε υψηλότερα κόστη.


Μειονέκτημα θεωρείται και η χαμηλή τιμή διάθεσης ακόμα και ευρέως γνωστών ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό. Σύμφωνα με έρευνα του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Wageningen University που επικαλείται η μελέτη της Infobank Hellastat, o δείκτης του ποσοστού αξίας πωλήσεων ως προς το ποσοστό του αριθμού προϊόντων με γεωγραφική ένδειξη διαμορφώνεται μόλις στο 0,5 για την Ελλάδα, έναντι 2,62 για τη Γερμανία, 1,75 για το Ηνωμένο Βασίλειο, 1,72 για την Ιταλία και 1,0 για τη Γαλλία, υποδεικνύοντας το χαμηλό ακόμα βαθμό οικονομικής αξιοποίησης των εν λόγω προϊόντων στη χώρα μας.

Υπάρχει ευκαιρία;
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η δημιουργία προϊόντων ΠΟΠ και ΠΓΕ είναι αρκετά δύσκολη, χρονοβόρα και υψηλού κόστους, καθώς οι προδιαγραφές που οφείλουν τα σχετικά προϊόντα να τηρούν είναι αρκετά δεσμευτικές. Συγκεκριμένα, για να μπορεί ένα προϊόν να φέρει ένδειξη Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, πρέπει να πληροί τρεις προδιαγραφές:

α. Να κατάγεται από συγκεκριμένο τόπο, περιοχή, ή -σε εξαιρετικές περιπτώσεις- χώρα,
β. Η ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του να οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο ιδιαίτερο γεωγραφικό περιβάλλον που συμπεριλαμβάνει τους εγγενείς φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες,
γ. Όλα τα στάδια της παραγωγής του να εκτελούνται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής.
Όσον αφορά στην Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη, ισχύουν οι παρακάτω προδιαγραφές:
α. Το προϊόν οφείλει να κατάγεται από συγκεκριμένο τόπο, περιοχή ή χώρα,
β. Ένα συγκεκριμένο ποιοτικό χαρακτηριστικό του, η φήμη του ή άλλο χαρακτηριστικό να μπορεί να αποδοθεί κυρίως στη γεωγραφική του προέλευση,
γ. Ένα τουλάχιστον από τα στάδια παραγωγής του να εκτελείται εντός της οριοθετημένης γεωγραφικής περιοχής.

Παρόλο που η ένδειξη ΠΓΕ είναι λιγότερο απαιτητική από την ένδειξη ΠΟΠ (καθώς ζητά ένα μόνο από τα στάδια παραγωγής να εκτελείται εντός της οριοθετημένης περιοχής, σε αντίθεση με όλα τα στάδια παραγωγής που προβλέπει η ένδειξη ΠΟΠ), ωστόσο και οι δύο ενδείξεις θεωρούνται ιδιαίτερα απαιτητικές στην εφαρμογή και διατήρηση των προδιαγραφών.

Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί, ότι 12 προϊόντα Π.Ο.Π. και Π.Γ.Ε. είναι σήμερα ανενεργά, παρά την επίσημη αναγνώρισή τους, καθώς δεν υφίσταται επιχειρηματικό ενδιαφέρον για την παραγωγή τους. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του τυριού Μετσοβόνε, για το οποίο έχει ζητηθεί η απένταξή του από τον κατάλογο λόγω έλλειψης απαραίτητης πρώτης ύλης. Σημειώνεται ακόμα ότι η παραγωγή ορισμένων από αυτά τα προϊόντα προβλέπεται από συγκεκριμένους συνεταιρισμούς ή εταιρείες, οι οποίες την τρέχουσα περίοδο οδεύουν προς διακοπή της δραστηριότητάς τους. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε μονομερή αφαίρεση των προϊόντων από τον κατάλογο της Επιτροπής μετά από 7 χρόνια αδράνειας.

Όπως όμως μας λέει ο Στέλιος Δρυς, Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Foodstandard, ο Νέος Κανονισμός της ΕΕ (ΚΑΝ Ε.Ε.1151/2012) προβλέπει και άλλες προαιρετικές σημάνσεις ποιότητας από τις οποίες θα μπορούσαν να ωφεληθούν σημαντικά τα προϊόντα της ελληνικής υπαίθρου, τόσο σε επίπεδο marketing όσο και σε σχέση με το ισχυρό τουριστικό ρεύμα σε συγκεκριμένες περιοχές. Οι σημάνσεις αυτές είναι τα: Εγγυημένα Παραδοσιακά Ιδιότυπα Προϊόντα (ΕΠΙΠ), Προϊόντα Ορεινής Παραγωγής, Προϊόντα Νησιωτικής Γεωργίας, Προϊόντα Τοπικής Γεωργίας και Άμεσης Πώλησης. «Η ένδειξη ΠΟΠ αντιστοιχεί σε μια πολύπλοκη και δύσκολη διαδικασία, ενώ επίσης έχει νόημα μόνον για προϊόντα τα οποία έχουν υψηλή εμπορική συγκέντρωση, γεγονός που ισχύει για ελάχιστα προϊόντα», μας λέει ο Στέλιος Δρυς.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι προαναφερόμενες σημάνσεις που είναι πολύ πιο απλές, θα μπορούσαν να δώσουν πλεονέκτημα και εμπορική αξία σε πλήθος ελληνικών προϊόντων, χωρίς να χρειάζεται αυτά να περάσουν από το δύσκολο δρόμο της πιστοποίησής τους ως ΠΟΠ. «Δυστυχώς σήμερα, στο μητρώο των ΕΠΙΠ για παράδειγμα δεν υπάρχει καταχωρημένο ούτε ένα ελληνικό προϊόν», επισημαίνει.

Στέλιος Δρυς, Διευθύνων Σύμβουλος Foodstandard:
Στρατηγική προτεραιότητα
«Τα προϊόντα ΠΟΠ/ΠΓΕ αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της ΕΕ, αλλά και της ευρωπαϊκής διατροφικής κουλτούρας και άρα στρατηγική προτεραιότητα της Κοινότητας. Στην Ελλάδα, παρ’ ότι ο αριθμός των προϊόντων ΠΟΠ/ΠΓΕ είναι ικανοποιητικός, ωστόσο υπολείπονται σε αξία, καθώς τα περισσότερα αφορούν προϊόντα μικρής παραγωγής και τοπικής κατανάλωσης. Γι’ αυτό και θα πρέπει να γίνει επανασχεδιασμός των γεωγραφικών ζωνών των προϊόντων, με στόχο την αύξηση των εξαγωγών μέσω της εμπορικής μεγέθυνσης των παραγόμενων ποσοτήτων, ιδιαίτερα στις μεγάλες αγορές των τρίτων χωρών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τα επόμενα χρόνια το 90% της παγκόσμιας ζήτησης τροφίμων θα δημιουργείται εκτός των ορίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γι’ αυτό το λόγο αποτελεί προτεραιότητα η ενεργοποίηση των Συμφωνιών Ελεύθερου Εμπορίου (ΣΕΕ) με τις χώρες εκτός κοινότητας. Στις ΣΕΕ εντάσσονται και καταχωρούνται για προστασία κάποια μόνο ΠΟΠ/ΠΓΕ με κριτήριο την εμπορική τους αξία. Γι’ αυτό, πρέπει ως χώρα να προάγουμε τα σημαντικά μας προϊόντα, ιδιαίτερα στον τομέα της εμπορικής μεγέθυνσης».

Η άποψη του marketer
Απαντά η Εύα Γεωργακάκη, Marketing Manager Olive Oil Ελαίς Unilever Ελλάς

_Κατά πόσον η εταιρεία σας έχει χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποιεί ακόμη τις ενδείξεις ΠΟΠ/ΠΓΕ;
H ΕΛΑΙΣ-Unilever A.E. χρησιμοποιεί αυτές τις ενδείξεις εδώ και πολλά χρόνια, με πιο πρόσφατο το λανσάρισμα ΑΛΤΙΣ Π.Γ.Ε. Χανιά Κρήτης, το οποίο σε μια δύσκολη χρονιά αποδεικνύεται πολύ επιτυχημένο.

_Από την εμπειρία σας, μπορούν οι ενδείξεις αυτές να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο του Marketing, ενισχύοντας ενδεχομένως τις αξίες του brand, εμπλουτίζοντας την επικοινωνία του, κ.α.; Υπάρχουν σχετικά παραδείγματα από τη δική σας εμπειρία;
Οι ενδείξεις ΠΟΠ/ΠΓΕ πρέπει να χρησιμοποιούνται από τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε σχετικούς κλάδους, όχι μόνο γιατί αποδεικνύουν έμπρακτα τη στήριξή τους στην ελληνική οικονομία, αλλά και γιατί με αυτό τον τρόπο απαντούν στις καταναλωτικές τάσεις, προς τα αγνά, αυθεντικά προϊόντα. Στον κλάδο του ελαιολάδου, οι ενδείξεις αυτές έχουν ξεχωριστή θέση, δεδομένης της σημασίας που δίνει ο Έλληνας καταναλωτής στην προέλευση του ελαιολάδου και των πολλών μικρών παραγωγών που υπάρχουν στην ελληνική αγορά και προσφέρουν τοπικά προϊόντα με τη σχετική σήμανση. Για τις μεγάλες μάρκες όπως το ΆΛΤΙΣ, η ένταξη ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων στην γκάμα των προϊόντων του είναι καθοριστική γιατί φέρνει πιο κοντά τη μάρκα στις υψηλές αξίες του τοπικού, αγνού, ποιοτικού ελαιολάδου. Είναι επίσης σημαντικό όχημα για την επικοινωνία του ΑΛΤΙΣ, το οποίο με τη σειρά του ανταποδίδει αναδεικνύοντας εντός και εκτός Ελλάδας τον πλούτο των ελαιοπαραγωγικών περιοχών της χώρας μας.

_Πέρα από το Marketing, σε ποιους άλλους τομείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας θα εντοπίζατε την αξία των εν λόγω ενδείξεων; (Εξαγωγές, συνέργειες, ανάπτυξη νέων προϊόντων κ.α.) Στη διεθνή αγορά του ελαιολάδου οι ενδείξεις ΠΟΠ/ΠΓΕ έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Σήματα όπως το ΠΟΠ Καλαματα ή ΠΟΠ Σητεία, είναι διεθνώς αναγνωρισμένα και αποτελούν σημαντικό όχημα για την είσοδο εταιρειών στις αγορές του εξωτερικού.

Μαρία Μεταξογένη, Διευθύνουσα Σύμβουλος IBHS: Προϋποθέσεις ανάπτυξης
«Τα ελληνικά προϊόντα γεωγραφικής ένδειξης θα δώσουν την απαραίτητη προστιθέμενη αξία στην οικονομία μας εφόσον υποστηριχθούν από το τρίπτυχο:
α. πιο αποτελεσματικός μηχανισμός τυποποίησης,
β. ενίσχυση της εξαγωγικής δραστηριότητας σε τομείς που προκύπτει υστέρηση και
γ. καλύτερη οργάνωση των παραγωγών και ένταξή τους σε συνεταιριστικές ενώσεις.
Πάντως, περαιτέρω ώθηση -τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Ε.Ε.- θα αποτελέσει ενδεχόμενη κατοχύρωση των ονομασιών αυτών από τις Η.Π.Α., οι οποίες μέχρι στιγμής είναι αντίθετες στο θέμα της αναγνώρισης που έχει τεθεί από την Ε.Ε.».