Η εμμονή πολλών να κάνουν τις συγκρίσεις με την αντίστοιχη της Αθήνας ήταν αναμενόμενη. Αλλά η υπερβολικά αυστηρή κριτική και η προσπάθεια απαξίωσης μου φάνηκε τόσο άκαιρη, αλλά και τόσο χαρακτηριστικά ελληνική. Το έχω ξαναγράψει άλλωστε. Όσο αισιόδοξοι, γενναιόδωροι, αλληλέγγυοι και φιλόξενοι είμαστε στις καλές περιόδους, άλλο τόσο εγωιστές, χωρίς λόγο εχθρικοί, αμφισβητίες και υπέρμετρα ανταγωνιστικοί γινόμαστε στις κακές περιόδους. Είναι ζήτημα ελληνικού ταμπεραμέντου, δεν το λέω εγώ, το λένε επιστημονικές έρευνες. Και δυστυχώς τα τελευταία χρόνια ζούμε μια μακριά κακή περίοδο. Ήταν αναμενόμενο λοιπόν να δούμε όλες αυτές τις ανούσιες επιθέσεις.

Ίσως ως κάτοικοι της πατρίδας των Ολυμπιακών Αγώνων νιώθουμε ότι έχουμε έναν παραπάνω λόγο. Αλλά ό,τι κι αν λέμε εμείς, το πρωταρχικό μέλημα όσων δημιουργούν τις τελετές έναρξης δεν είναι μόνο η προώθηση του Ολυμπιακού Ιδεώδους. Πολύ περισσότερο, είναι η ανάδειξη της χώρας που φιλοξενεί τους Αγώνες, να δοθεί το στίγμα της, να ενισχυθεί το nation brand. Και τελικά αυτό είναι που κάνει τις τελετές έναρξης τόσο ενδιαφέρουσες, για κατοίκους και μη. Από αυτή την άποψη το Λονδίνο τα πήγε εξαιρετικά, τα πήγε περίφημα.

Όσα έχουμε στο νου μας για αυτή τη χώρα αποδόθηκαν γλαφυρά εκείνο το βράδυ. Όλα τα ωραία που έχουν συνεισφέρει οι Βρετανοί στο παγκόσμιο χωριό παρέλασαν μπροστά στα μάτια μας. Με το απαράμιλλο Βρετανικό φλέγμα, χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Και το ευτύχημα για τους Βρετανούς είναι ότι όλα αυτά αφορούσαν τους τελευταίους αιώνες, και ακόμα περισσότερο τις τελευταίες δεκαετίες. Άρα τα γνώριζαν, τα ένιωθαν, μπορούσαν εύκολα να ταυτιστούν. Για αυτό το λόγο άλλωστε το Brand UK είναι τόσο ισχυρό.

Αντίθετα, η τελετή έναρξης των αγώνων της Αθήνας, μια καταπληκτική τελετή που δύσκολα θα υπάρξει όμοιά της στο μέλλον, αφορούσε περισσότερο το ωραίο όραμα της Οργανωτικής Επιτροπής του 2004 και του Δημήτρη Παπαϊωάννου για το ποια είναι, ή ποια θα έπρεπε να είναι η Ελλάδα, και πολύ λιγότερο αυτό που έχει κατασταλάξει μεταξύ των κατοίκων της χώρας. Ζήλεψα τη σαφήνεια και την καθαρότητα με την οποία οι Βρετανοί μπορούν να ορίσουν το nation brand τους. Και ελπίζω να έρθει η στιγμή που θα διαπιστώσω ότι κι εμείς καταφέραμε ως λαός να ορίσουμε με την ίδια ευκρίνεια το δικό μας, βαθύτερο και πλουσιότερο, εθνικό brand. Ώστε να το μοιραζόμαστε μεταξύ μας και κατόπιν με τον υπόλοιπο κόσμο.