Μάλλον η απάντηση είναι η πάγια δυσπιστία των αμερικανών (ατομικά και συλλογικά) σε κάθε είδους κρατική παρέμβαση. Αυτό, συνδυασμένο με τη φοβία ότι ένας νόμος στη δημιουργία του οποίου δεν συνεισέφεραν, μπορεί τελικά να τις βλάψει περισσότερο απ’ ό,τι να τις ωφελήσει και με μια διάθεση ξεφορτώματος της «καυτής πατάτας», δηλαδή του ποιος ευθύνεται για την ανάρτηση επιλήψιμου ή παράνομου περιεχομένου. Και βεβαίως μια κόντρα μεταξύ νέων και παλιών οικονομικών δυνάμεων -ας μην ξεχνάμε ότι τα SOPA/PIPA υποστηρίζονται από αρκετά σημαντικά μεγέθη της «παλιάς» βιομηχανίας όπως το Hollywood και η μουσική βιομηχανία.

Για να γίνω σαφής: επ’ ουδενί δεν υποστηρίζω ότι είναι καλό μια κυβέρνηση να σκέφτεται «πριν από μας, για μας». Όπως όλοι οι Ιντερνετάδες (και γενικώς οι σοβαροί άνθρωποι), εξακολουθώ να πιστεύω ότι η βασική ευθύνη για το πώς ζει κανείς on και offline είναι δική του και ότι αν οι εταιρείες θέλουν να αμυνθούν απέναντι στην πειρατεία, θα πρέπει οι ίδιες να βρουν τον τρόπο. Από την άλλη, δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια στο νέο Ιντερνετικό περιβάλλον, ένα περιβάλλον το οποίο περιλαμβάνει πλέον και τις εταιρείες και, συχνά, σε οργανικό ρόλο, ούτε και να μην αναρωτηθώ γιατί εταιρείες που έχουν κατηγορηθεί (και όχι άδικα) για την πλημμελή υπεράσπιση του απορρήτου των χρηστών τους συμμορφούμενες με τις διωκτικές αρχές, εμφανίζονται αίφνης λαύρες κατά του κρατικού ελέγχου.

Δεν είμαι νομικός -και αν ήμουν, θα έπρεπε να έχω ειδικευτεί στις ιδιοτροπίες του αμερικανικού νομικού συστήματος και στο πώς οι νόμοι του τροποποιούνται και αλλάζουν όχι στις αίθουσες του Κογκρέσου αλλά στα δικαστήρια. Όμως από όσο κοίταξα το κείμενο του SOPA/ΡΙΡΑ μπορώ να πω με αφήνουν εξίσου ακάλυπτο οι άκομψες απόπειρες των αμερικανών νομοθετών και οι, στα όρια της υπερβολής, αντιδράσεις των Ιντερνετικών εταιρειών σ’ αυτές. Και οι μεν και οι δε, μοιάζουν να προσπαθούν να απευθυνθούν λαϊκίστικα στο κοινό αίσθημα, όμως ο λαϊκισμός τελικά βλάπτει κυρίως τον ίδιο τον λαό.

Το Ίντερνετ του 2012 δεν είναι το Ίντερνετ του 1996 και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βρεθεί μια μέση οδός μεταξύ της ψηφιακής ουτοπίας του Douglas Rushkoff και του corporate ονείρου της Wall Street, θα χαρώ πολύ να συμβάλλω στην αναζήτησή της.