Δεκαπέντε και κάτι χρόνια μετά το Black WWW Protest και το Blue Ribbon Campaign (οι νεώτεροι ίσως αξίζει τον κόπο να ρίξουν μια ματιά και να δουν για τι πράγμα μιλάω), το web μαύρισε ξανά. Και πάλι, σε μια απόπειρα αντίδρασης απέναντι σε ένα νομοθέτημα που ξεκινάει από τις Η.Π.Α. αλλά που, λόγω της παγκόσμιας φύσης του Ίντερνετ, εγκυμονεί κινδύνους για όλους μας. Ως εδώ καλά και παραμένω φανατικά υπέρ κάθε κινητοποίησης που υπερασπίζεται τα ψηφιακά μας χώματα, ενάντια σε πάσης φύσεως εισβολές από σκεπτικά του offline κόσμου. Μ’ άλλα λόγια, αν το Ίντερνετ πέφτει σε κάποιους δύσκολο, ας αλλάξουν τρόπο να σκέφτονται και ας μην προσπαθούν να φέρουν το online στα μέτρα του offline.

Υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ του CDA του 1996 και του SOPA/PIPA (μα όνομα κι αυτό!) του 2011: το CDA μιλούσε για το τι είναι «σωστό» και ειδικά για τα παιδιά, ενώ το SOPA/PIPA για το τι είναι συμφέρον για τις εταιρείες. Στην πρώτη περίπτωση, η ενστικτώδης αντίδραση ενός άσχετου χρήστη ίσως ήταν «μήπως τελικά έχουν δίκιο και αυτό το πράγμα βοηθήσει να προστατεύσω τα παιδιά μου;» ενώ στη δεύτερη, η ενστικτώδης αντίδραση του ίδιου άσχετου χρήστη πιθανότατα είναι «και τι με νοιάζει εμένα αν χάνει λεφτά η Ντόνα Κάραν;».

Παραδόξως, με νοιάζει. Όχι επειδή είμαι φαν της Ντόνα Κάραν, αλλά επειδή η Ντόνα Κάραν σήμερα έχει πολύ πιο ισχυρή θέση στο Ίντερνετ απ’ ό,τι είχε πριν από δεκαπέντε χρόνια. Είτε μας αρέσει είτε όχι, σήμερα οι εταιρείες (τα brands που λέμε) αποτελούν ένα μεγάλο κομμάτι της online δραστηριότητας και μέσω της διαφήμισης, υποστηρίζουν εταιρείες όπως η Google και η Facebook, εταιρείες δηλαδή που ευθύνονται κατά πολύ για την εξάπλωση και την εξέλιξη του ίδιου του Ίντερνετ.

Και, βεβαίως εύλογα γεννάται το ερώτημα: αν όντως αυτές οι εταιρείες στην πραγματικότητα θα επωφεληθούν από το SOPA/PIPA, ποιος ο λόγος να αντιδρούν σ’ αυτό και μάλιστα με τόσο θόρυβο;

Θα απαντήσω στο επόμενο τεύχος…