Την υπηρετεί όπως φαίνεται με πάθος και η σημερινή κυβέρνηση, η οποία θεώρησε (ορθώς κατά τη γνώμη μας) ότι οι μεγάλοι παραδοσιακοί τηλεοπτικοί σταθμοί είχαν υπηρετήσει την προηγούμενη κυβέρνηση και διατηρούν δεσμούς και φιλικές σχέσεις με τα «συστημικά» κόμματα της αντιπολίτευσης, κατέληξε όμως να χρησιμοποιεί κάθε μέσο -θεμιτό ή αθέμιτο – για να δημιουργήσει ένα νέο, φιλικό για την ίδια τηλεοπτικό τοπίο.

Δυστυχώς, σε αντίθεση με τις διακηρύξεις της, το νέο τηλεοπτικό τοπίο που επιδιώκει να δημιουργήσει έχει ως στόχο να την υπηρετήσει κομματικά, με ταυτόχρονη εξόντωση με κάθε τρόπο, των πραγματικών ή φανταστικών «αντιπάλων». Για τον σκοπό αυτό ξεκίνησε ασκώντας εξουθενωτική οικονομική πίεση σε μια αγορά που έχει συρρικνωθεί στο όριο της κατάρρευσης (ο μεγαλύτερος τηλεοπτικός σταθμός της χώρας είχε μια μείωση εσόδων το πρώτο εξάμηνο του 2015 κατά 22%, που έρχεται να προστεθεί σε μια εξαετία ύφεσης). Σ’ αυτή την αγορά –που ήδη υπερφορολογείται- ήρθε να προστεθεί 20% επιπλέον φόρος και να εφευρεθούν ταυτόχρονα αναδρομικές φορολογίες, ενώ το μέλλον θα φέρει και μια παράλογη νομοθεσία αδειοδότησης, στην οποία το κράτος θα πουλήσει δια της βίας σε εξωφρενικές τιμές τις τηλεοπτικές συχνότητες, που ως αγαθό τεχνολογικά δεν έχει αντίστοιχη αξία, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια ολιγοπωλιακή κατάσταση που θα ελέγχεται από φιλικά της μέσα.

Και για να επιβεβαιώσει τις μη αγαθές προθέσεις της, για όσους είχαν αμφιβολίες, έστειλε επιλεκτικά σε σταθμούς που θεωρεί ως μη φιλικούς, την επιθεώρηση εργασίας. Ένα σώμα που διακρίνεται εδώ και πολλά χρόνια για την ανυπαρξία του στην πραγματική οικονομία, όπου αφήνει (με πολιτική και κομματική καθοδήγηση), να συμβαίνουν πράγματα και θαύματα. Η στάση αυτή δεν διαφέρει σε ό,τι αφορά τους στόχους της με αυτή που διαχρονικά ακολουθούσαν οι κυβερνήσεις από το 1990, όταν δημιουργήθηκε η ιδιωτική τηλεόραση. Σε ό,τι αφορά τα μέσα έχουμε όμως σημαντική αλλαγή.

Οι επιλεκτικοί έλεγχοι, που γίνονται για λόγους κομματικούς και όχι με βάση ένα τυχαίο δείγμα ή έναν αντικειμενικό αλγόριθμο είναι εξ ίσου ύποπτοι με τον επιλεκτικό μη έλεγχο. Γιατί γίνονται στην ουσία με στόχο το οικονομικό όφελος των ανταγωνιστών των ελεγχομένων. Ιδίως σε ένα θέμα –τήρηση της εργατικής νομοθεσίας- που είναι βέβαιο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων, στη σημερινή συγκυρία ιδίως, έχει τεράστιες δυσκολίες να τηρήσει τους προβλεπόμενους κανόνες. Τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας μιλούν για ένα εκατομμύριο απλήρωτους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Μεγάλο μέρος της εξέλιξης αυτής οφείλεται στην μη πληρωμή των χρεών του ιδίου του κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα. Ακόμα και στα κόμματα αν πήγαινε η επιθεώρηση Εργασίας σήμερα (και στον ΣΥΡΙΖΑ!), είναι βέβαιο ότι θα είχε πολλά να πει.

Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Αντίθετα «it adds insult to injury», όπως λένε οι αγγλοσάξονες, όταν στα απαράδεκτα μέσα προστίθενται και προφανώς απαράδεκτα κίνητρα που κρύπτονται πονηρά και υποκριτικά υπό τον μανδύα της εξυγίανσης και της μάχης κατά της διαπλοκής.