Κάτι που ασφαλώς ίσχυε διαχρονικά σε ό,τι αφορά τις κρατικές τράπεζες ή τις τράπεζες με ισχυρή παρουσία του κράτους στη μετοχική τους σύνθεση και ίσχυσε ακόμα περισσότερο στη διάρκεια της κρίσης, όταν τα οικονομικά του χρεοκοπημένου κράτους, που «βάρεσε κανόνι» σε σχέση με τα ομόλογά του και των τραπεζών που είδαν (και γι’ αυτό, αλλά όχι μόνο γι’ αυτό), τα κεφάλαιά τους να μηδενίζονται δύο φορές, μπερδεύτηκαν και έγιναν κυριολεκτικά «μαλλιά κουβάρια».

Επίσης στη διάρκεια της κρίσης, με τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών να γίνονται κάθε τόσο κουρέλια, για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους (π.χ. capital controls), το ορθολογικά σωστό ύψος της διαφημιστικής δαπάνης έγινε υπόθεση παντελώς ρευστή με αντικειμενικά κριτήρια. Οι τράπεζες δεν πωλούν δάνεια και η προσέλκυση καταθέσεων επηρεάζεται πολύ περισσότερο από την τρέχουσα οικονομική πολιτική (φορολογία, αξιολόγηση τρόικας, κίνδυνος χώρας κ.α.), σε σχέση με την αξιοπιστία της κάθε συγκεκριμένης τράπεζας ή τα πενιχρά επιτόκιά της. Βέβαια υπάρχουν άλλα προγράμματα που έχουν οικονομική λογική -όπως το πρόγραμμα των POS-, όμως συνολικά είναι πολύ δύσκολο να υπολογίσει κανείς το βέλτιστο επίπεδο διαφημιστικής δαπάνης των τραπεζών και να το διαχωρίσει από αυτό που αφορά στην άσκηση πολιτικής επιρροής. Κάτι που δημιούργησε κατά καιρούς έντονα παράπονα και από τις εκάστοτε αντιπολιτεύσεις, που θεώρησαν ότι οι τράπεζες με διάφορους τρόπους (δάνεια στα ΜΜΕ και διαφημιστική δαπάνη), παρεμβαίνουν στο πολιτικό παιχνίδι.

Σήμερα λόγω της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ένα μέρος του προβλήματος αυτού αίρεται. Οι τράπεζες πλέον θα υποχρεώνονται να δημοσιοποιούν στην ιστοσελίδα τους και στην Ετήσια Έκθεσή τους το συνολικό ποσό που διαθέτουν για άμεση ή έμμεση διαφήμιση και -το πιο σημαντικό-, να ανακοινώνουν επίσης την κατανομή του ποσού αναλυτικά ανά νομικό πρόσωπο ή φυσικό πρόσωπο μέσου ενημέρωσης (περιλαμβανομένων και των χορηγιών). Η διάταξη αυτή που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο και εναρμονίζει την εγχώρια με την ευρωπαϊκή νομοθεσία σε θέματα τραπεζικού συστήματος, δημιουργεί δια της διαφάνειας αντικειμενικούς περιορισμούς στην επιλεκτική χρηματοδότηση και στον επιλεκτικό αποκλεισμό μέσων ενημέρωσης από τα πολύ σημαντικά αυτά budget. Πάντα θα υπάρχει τρόπος να ευνοηθεί κάποιος με κάποιου είδους σκεπτικό, αλλά οι ακρότητες και η ανεξέλεγκτη πολιτική ισχύς που συνεπάγοντο, θα περιοριστούν δραστικά.

Παράλληλα με την ρύθμιση αυτή, η κυβέρνηση έριξε την ιδέα να δεσμευτούν εθελοντικά και οι ΔΕΚΟ και οι μεγάλες επιχειρήσεις να ακολουθήσουν μια παρόμοια πρακτική. Η σκέψη αυτή έχει λογική, αλλά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για τις ΔΕΚΟ η υπόθεση είναι αυτονόητη και δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν εθελοντική δέσμευση. Για τις αμιγώς  ιδιωτικές επιχειρήσεις τα πράγματα είναι διαφορετικά. Θα έπρεπε δηλαδή να εξεταστεί μόνο όπου λόγω μεγέθους και επιρροής στην αγορά υπάρχουν φόβοι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαφημιστική δαπάνη ως εργαλείο άσκησης πολιτικής επιρροής που να περιορίζει με έμμεσο τρόπο (μέσω  του επηρεασμού των ΜΜΕ και του πολιτικού συστήματος), τον ανταγωνισμό. Το κλειδί εδώ είναι το μέγεθος. Για να μπορέσει πραγματικά να ασκήσει επιρροή τέτοιου είδους μια επιχείρηση θα πρέπει να έχει πολύ μεγάλο διαφημιστικό προϋπολογισμό σε απόλυτα νούμερα και υψηλό μερίδιο αγοράς, ή κάποιου είδους μονοπωλιακή σύμβαση με το κράτος (όπως π.χ. ο ΟΠΑΠ). Είναι μια σκέψη που αξίζει διερεύνηση. Άλλωστε καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται.