Στην έρευνα – στην οποία δεν θέλησε να συμμετάσχει ούτε ένας Έλληνας δημόσιος λειτουργός!-, παρουσιάστηκε από τη μία γενική καχυποψία για το lobbying και από την άλλη αύξηση των αρνητικών αξιολογήσεών του, σε σχέση με το 2009. Σε σχέση με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται το lobbying, χαρακτηριστικό είναι ότι στην Ελλάδα ως πιο αποτελεσματικοί φορείς στην άσκησή του αναγνωρίζονται οι πρεσβείες και ακολουθούν οι συμβουλευτικές εταιρείες Public Affairs, οι κλαδικές/επαγγελματικές ενώσεις και τα συνδικάτα, ενώ σε σχέση με τις ΜΚΟ, πιο αποτελεσματικές αναγνωρίζονται αυτές που δραστηριοποιούνται στους τομείς του περιβάλλοντος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Συνολικά η εικόνα που δίνει η σχετική έρευνα είναι απολύτως συμβατή με την πολύ σοβαρή μείωση αξιοπιστίας που παρουσιάζεται στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς στη χώρα μας. Όταν η πολιτική, τα κόμματα, το κοινοβούλιο, έχουν όλα υποστεί κατάρρευση της -ήδη χαμηλής- αξιοπιστίας που διέθεταν πριν την κρίση, δεν είναι διόλου παράδοξο ότι και το ίδιο το lobbying, που αφορά στον επηρεασμό των σχετικών θεσμών, ακολουθεί τον ίδιο δρόμο. Και αν η πτώση έχει μικρότερη ένταση, αυτό οφείλεται στην ήδη προβληματική εικόνα που υπήρχε στο παρελθόν για την δραστηριότητα αυτή.

Πράγματι οι ασχολούμενοι με το θέμα, το πρώτο που θα πρέπει να αναζητήσουν για να προωθήσουν το σχετικό θεσμό, θα είναι ένα άλλο, ελληνικότερο όνομα για να περιγράψουν τις σχετικές πρακτικές. Γιατί η λέξη lobbying είναι τόσο αρνητικά φορτισμένη στο σημερινό περιβάλλον, που λειτουργεί τελείως αποτρεπτικά σε σχέση με τη διενέργεια ενός στοιχειωδώς λογικού διαλόγου σε σχέση με το θέμα.

Επί της ουσίας, κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν μπορεί να αρνηθεί ότι σε μια σύγχρονη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, με δεδομένη την τεράστια τεχνική πολυπλοκότητα της σύγχρονης νομοθεσίας, αλλά και την πολύ μεγάλη οικονομική επίπτωση των κάθε είδους νομοθετημάτων, η ενημέρωση των πολιτικών φορέων και της κοινής γνώμης για τις διαφορετικές απόψεις των οικονομικών και άλλων φορέων (επιχειρήσεις, καταναλωτικές ενώσεις, συνδικάτα, μη κυβερνητικές οργανώσεις κ.λπ.), αποτελεί απολύτως αναγκαίο μέρος της νομοθετικής διαδικασίας. Οι εισηγήσεις της εκάστοτε γραφειοκρατίας πάντα εμπεριέχουν αδυναμίες – ή και εξυπηρέτηση επί μέρους συμφερόντων -, και οι νομοθέτες δεν μπορούν να κάνουν καλά τη δουλειά τους αν δεν ακούσουν όσο το δυνατόν περισσότερες απόψεις.

Από εκεί βέβαια, μέχρι τις διάφορες πρακτικές επηρεασμού ή πίεσης που μπορούν να ασκήσουν τα κάθε είδους συμφέροντα, η απόσταση είναι μεγάλη. Εξ ου και η ρύθμιση του lobbying θα πρέπει να είναι αρκετά λεπτομερής ώστε να διευκολύνει τη σωστή άσκηση αυτής της δραστηριότητας και να αποθαρρύνει τα παρατράγουδα. Κάτι που όπως έδειξε και η σχετική έρευνα δεν ισχύει βεβαίως στην Ελλάδα, όπου όχι μόνο δεν υπάρχει επαρκής ρύθμιση του lobbying, αλλά υποβόσκει και διάσταση απόψεων ακόμα και για τη χρησιμότητα ενός υποχρεωτικού μητρώου για τους φορείς που το ασκούν.

Στο πλαίσιο της ευρύτερης μεταρρύθμισης του τρόπου που γίνεται η πολιτική στη χώρα, είναι χρήσιμο να τεθούν κάποιοι βασικοί κανόνες στη δραστηριότητα αυτή. Προσοχή όμως, χρησιμοποιώντας όπως προαναφέραμε μια εναλλακτική ελληνική ονομασία και φροντίζοντας να μην μπούμε πάλι στον πειρασμό της λαϊκίστικής υπερβολικής ρυθμιστικής παρέμβασης («υπερ-ρύθμιση»), που τελικά αγνοείται και οδηγεί στο τέλος όλους στην παρανομία και την έμπρακτη απαξίωση της σχετικής νομοθεσίας.