Στο προηγούμενο τεύχος έγραψα για τους περιορισμούς που θέτει το μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς στην ανάπτυξη των ελληνικών brands και για τις αντίστοιχες ευκαιρίες που δημιουργεί για αυτά η αύξηση του τουρισμού. Έχω ξαναγράψει στο παρελθόν για την περίπτωση του Metaxa, του ισχυρότερου ίσως ιστορικού εμπορικού ελληνικού brand στο διεθνές περιβάλλον:

Οι πολύ μεγάλες πωλήσεις του σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης προέρχονται λιγότερο από την Ελληνική Διασπορά και περισσότερο από την ανάγκη των εκεί καταναλωτών να απολαύσουν ένα κομμάτι Ελλάδας στη χώρα τους. Ο Γερμανός ή ο Αυστριακός καταναλωτής, απολαμβάνοντας ένα ποτήρι Metaxa, φέρνει στη συννεφιασμένη καθημερινότητά του ηλιόλουστες στιγμές χαλαρής διασκέδασης που έζησε στη χώρα μας. Ο Τσέχος και ο Ούγγρος, πίνοντας Metaxa νιώθουν μέρος μιας κοσμοπολίτικης Μεσογειακής κουλτούρας, στυλ και διακοπών, κάπως όπως νιώθουμε εμείς όταν πίνουμε ένα ιταλικό Limoncello, Grappa, Campari ή Aperol. Στις αγορές της πρώην ΕΣΣΔ ο καταναλωτής του Metaxa γεύεται στάλες οικειότητας λόγω (και) παρεμφερών θρησκευτικών παραδόσεων. Ενώ στις ΗΠΑ και στην Αυστραλία, ο καταναλωτής Metaxa είναι συνήθως Έλληνας ομογενής που μέσα από το brand έρχεται σε επαφή με τις παραδόσεις των γονιών του ή φέρνει στο νου στιγμές από κάποια επίσκεψη στα πάτρια εδάφη. Δεν είναι τυχαίο ότι οι διεθνείς πωλήσεις του αγαπημένου brand είναι εδώ και αρκετές δεκαετίες πολλαπλάσιες των εγχώριων και το είχαν βάλει στη λίστα με τα 10 δημοφιλέστερα εκτός ουίσκι «καφέ ποτά» στον κόσμο. Σε αντίστοιχους λόγους οφείλεται και η επιτυχία του Ούζο12 σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης, του οποίου οι διεθνείς πωλήσεις κάποτε, αν όχι ακόμα, ξεπερνούσαν σημαντικά τις ελληνικές.

Τα «brands φτιαγμένα στην Ελλάδα» έχουν ενδιαφέρον μόνο για τους Έλληνες – κατοίκους της χώρας ή προερχόμενους από τη Διασπορά – οι οποίοι τα προτιμούν για λόγους οικειότητας και υποστήριξης της εγχώριας παραγωγής. Το «brands φτιαγμένα από Ελλάδα» όμως, είναι ένα τελείως διαφορετικό concept που αντιπροσωπεύει μια πιο υποσχόμενη από πλευράς μεγέθους αγορά.

Η μεγάλη ισχύς (συγκριτικά με το μέγεθος της χώρας) του εθνικού μας brand προσφέρει ευκαιρίες στις επιχειρήσεις της χώρας μας για δημιουργία πραγματικών διεθνών brands. Και το ολοένα αυξανόμενο τουριστικό ρεύμα τις μεγιστοποιεί, προσφέροντας το πεδίο για τη δημιουργία μέσω των τουριστών, των πρώτων πρεσβευτών του ελληνικού brand και των ελληνικών brands στο εξωτερικό. Μεγάλο μελλοντικό ερωτηματικό σε αυτό το περιβάλλον θα αποτελέσει το metaverse και ο τρόπος που θα το αντιμετωπίσουν ή αξιοποιήσουν η χώρα μας και οι επιχειρήσεις της. Αλλά σε αυτό θα αναφερθώ σε κάποιο επόμενο άρθρο μου.