Οι Εκδόσεις Μπούσια ξεκίνησαν τον αγώνα κατά του αγγελιοσήμου από τη δεκαετία του ‘80. Με συχνότητα και επιμονή επαναφέραμε το θέμα κάθε χρόνο, για περισσότερα από 30 χρόνια. Δεκάδες editorial στα έντυπά μας είναι αφιερωμένα στον αγώνα αυτόν, παρά το κόστος που συνεπάγετο όλη αυτή την περίοδο η ανοικτή αντιπαράθεση με τα θηριώδη συμφέροντα που απολάμβαναν τα οφέλη του αγγελιοσήμου.

Σήμερα, μετά από εννέα χρόνια κρίσης και απαξίωσης τείνουμε να ξεχνάμε την ισχύ που είχαν τα εκδοτικά, πολιτικά και συντεχνιακά αυτά συμφέροντα. Σας βεβαιώνουμε όμως ότι ο αγώνας αυτός δεν ήταν ούτε εύκολος, ούτε αυτονόητος. Μόνο κίνητρο η πίστη για το δίκαιο της προσπάθειας και η επιμονή μας να μην αφήνουμε μια τόσο μεγάλη αδικία να μένει ασχολίαστη. Συνεπώς, για μας η τελική ήττα του αγγελιοσήμου, του πιο κοινωνικά άδικου και παράλογου φόρου της μεταπολίτευσης, είναι εξαιρετικά σημαντική. Είναι μια ένδειξη ότι τελικά τίποτε στη ζωή αυτή δεν πάει χαμένο. Φτάνει να επιμένεις και να αγωνίζεσαι.

Το τέλος των αγώνων για την κατάργηση του αγγελιοσήμου είναι η αρχή της προσπάθειας για την ελάφρυνση της διαφήμισης από την παράλογη υπερφορολόγηση. Το αγγελιόσημο ως φόρος εμπεριείχε δύο αδικίες: 

– Η πρώτη αδικία αφορούσε στο γεγονός ότι το διαμοιράζονταν -όπως τα ιμάτια του Ιησού- κάποιοι λίγοι και προνομιούχοι. Δεν πήγαινε καν σε όλους τους δημοσιογράφους ή σε όλους τους εργαζόμενους στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ. Με την κατάργηση του αγγελιοσήμου η αδικία αυτή καταργείται. Τώρα ο πόρος που θα το αντικαταστήσει θα πάει στον γενικό και χαοτικό ασφαλιστικό κορβανά και η αδικία θα αφορά στην εγγενή ανισοκατανομή του όλου ασφαλιστικού συστήματος που είναι ασφαλώς μικρότερη από την αδικία του αγγελιοσήμου. 

– Η δεύτερη αδικία αφορούσε στην εντελώς αδικαιολόγητη -οικονομικά και κοινωνικά- υπερφορολόγηση της διαφήμισης. Η αδικία αυτή παραμένει, αφού έστω και μικρότερος ο φόρος που θα καθιερωθεί για την κοινωνική ασφάλιση, αθροιζόμενος στον ειδικό φόρο για την τηλεόραση (που θα διευρυνθεί) και βέβαια στον ΦΠΑ, οδηγεί σε μια έμμεση φορολογική επιβάρυνση των διαφημιστικών δραστηριοτήτων που εξακολουθεί να προσεγγίζει το 50%. Πρόκειται για μια φορολογία που στην ουσία επιβαρύνει τους φτωχότερους πολίτες (αφού τα μαζικά καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, που αποτελούν την πλειοψηφία των διαφημιστικών προϋπολογισμών, αυτούς κατά κύριο λόγο αφορούν), αλλά και τα ΜΜΕ, αγνοώντας τον θετικό κοινωνικό ρόλο που καλούνται να επιτελέσουν προσφέροντας δωρεάν ή σχεδόν δωρεάν ψυχαγωγία και ενημέρωση στον μέσο πολίτη. Επίσης αγνοεί η υπερφορολόγηση την ουσιαστική συνδρομή της διαφήμισης στην καλή λειτουργία της αγοράς, μέσω της διάχυσης πολύτιμων πληροφοριών για τα προσφερόμενα αγαθά και τις τιμές τους, αλλά και στη δημιουργία μαρκών, που επιτρέπουν την αυξανόμενη εμπιστοσύνη στην ποιότητα των προσφερομένων αγαθών.

Στη σημερινή εποχή του φορομπηχτικού παραλογισμού όλα αυτά φαίνονται λίγο σαν «ψύλλοι στ’ άχυρα». Έτσι όμως ακούγονταν και τα επιχειρήματά μας για το αγγελιόσημο όταν πρωτογράφτηκαν στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80. Ελπίζουμε να μην χρειαστεί να τα επαναλαμβάνουμε για άλλα τριάντα χρόνια μέχρι να δικαιωθούμε και γι’ αυτά!