Την περίοδο 2014-2015, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου

Ωστόσο, η εγχώρια κατανάλωση ελαιόλαδου τα τελευταία χρόνια δεικνύει πτωτική πορεία, με ήπιους όμως ρυθμούς, καθώς ο περιορισμός του διαθέσιμου εισοδήματος λόγω της ύφεσης και των περιοριστικών μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής έχει οδηγήσει τους καταναλωτές σε περικοπή δαπανών ακόμα και για βασικά είδη διατροφής. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, η κατανάλωση την περίοδο 2014/2015 εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στους 160.000 τόνους, σημειώνοντας υποχώρηση 6,4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Την τελευταία πενταετία της ύφεσης ο καταναλισκόμενος όγκος εμφανίζει σωρευτική κάμψη 30% (ή 67.500 τόνους). Η διαχρονική κάμψη της αγοράς προέρχεται κυρίως από τα επώνυμα τυποποιημένα προϊόντα, καθώς οι καταναλωτικές προτιμήσεις μετατοπίζονται σε μεγάλο βαθμό στο χύμα ελαιόλαδο, το οποίο έχει χαμηλότερη τιμή κατά 10% (η εν λόγω κατηγορία καλύπτει το 75% της ζήτησης). Αντιθέτως, η κατανάλωση ελαιόλαδου ιδιωτικής ετικέτας αυξάνεται διαρκώς λόγω της χαμηλότερης τιμολόγησής του, με συνέπεια οι τυποποιητές επώνυμων κωδικών να υφίστανται έντονες ανταγωνιστικές πιέσεις. Παράλληλα, οι υψηλές τιμές λιανικής του τυποποιημένου ελαιόλαδου στρέφουν το καταναλωτικό κοινό σε φθηνότερα παρεμφερή προϊόντα, όπως τα σπορέλαια.