Ταυτόχρονα άλλες μορφές ενίσχυσης των εφημερίδων, μέσω επιβάρυνσης των επιχειρήσεων, οι οποίες δεν δικαιολογούνται πλέον, λόγω της δυνατότητας που υπάρχει για πολύ καλύτερη εξυπηρέτηση των ίδιων αναγκών μέσω Διαδικτύου (δημοσίευση ισολογισμών και προκηρύξεων προμηθειών), φαίνεται ότι στα αμέσως επόμενα χρόνια θα περιοριστούν δραστικά, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες των εφημερίδων να επιβιώσουν οικονομικά.

Αντιμέτωπες με τις ίδιες πραγματικότητες (όχι στην οξύτατη μορφή που έχουν παρατηρηθεί στην Ελλάδα), αλλά και με την τάση των νέων να μην αγοράζουν καθόλου εφημερίδα, οι γαλλικές αρχές υιοθέτησαν ένα διαφορετικό τρόπο ενίσχυσης του Τύπου, με πολύ μεγαλύτερες προοπτικές αλλά και ουσία.

Συγκεκριμένα η γαλλική κυβέρνηση, ανέλαβε να επιδοτήσει την αγορά μιας εφημερίδας, στις ηλικίες από 18 μέχρι και 24 ετών, για ένα χρόνο και σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη στη χώρα για λογαριασμό της κυβέρνησης -προκειμένου να αποτιμηθεί η αποτελεσματικότητα του μέτρου- η επιτυχία του εγχειρήματος, ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η εμπιστοσύνη των νέων στα έντυπα αυξήθηκε και οι περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες στο πρόγραμμα, δηλώνουν ότι άρχισαν να αγοράζουν και άλλες εφημερίδες. Επίσης περισσότεροι από το 60% δηλώνουν ότι τις ημέρες που δεν παίρνουν το χωρίς χρέωση αντίτυπό τους, από την εφημερίδα της επιλογής τους, συνεχίζουν να τη διαβάσουν μέσω Διαδικτύου.

Ποια είναι η βασική αιτιολογία με την οποία δικαιολογείται από πλευράς πολιτικής αυτή η πρωτοβουλία; Η απάντηση είναι απλή. Οι εφημερίδες είναι ένα αγαθό που είναι όχι μόνο ιδιωτικό αλλά και δημόσιο. Η συχνή ανάγνωσή τους έχει αυτό που στα οικονομικά ονομάζεται «εξωτερικές οικονομίες», τόσο για την οικονομική διαδικασία (ένα καλύτερα πληροφορημένο εργατικό δυναμικό, είναι ένα πιο παραγωγικό εργατικό δυναμικό), όσο και για την πολιτική διαδικασία. Για να το πούμε απλά οι εφημερίδες είναι κεντρικός πυλώνας μιας καλά λειτουργούσας δημοκρατίας και μέρος της αποτυχίας της Ελλάδας την τελευταία τριακονταετία, την οποία πληρώνουμε όλοι, είναι η μείωση της ανάγνωσης εφημερίδας και η στροφή άνω του 50% των πολιτών στην τηλεόραση, η οποία ως βασική πηγή πληροφόρησης είναι απολύτως ανεπαρκής για την στοιχειωδώς καλή λειτουργία των δημοκρατικών διαδικασιών, αφού δεν μπορεί να αναλύσει τα θέματα σε βάθος και με την πολυπλοκότητα που έχουν στο σύγχρονο κόσμο.

Το Διαδίκτυο δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως αυτήν τη λειτουργία του Τύπου, λόγω της αδυναμίας του να παρουσιάσει συνοπτικά το σύνολο των εξελίξεων και να δώσει στον ίδιο χρόνο τη σφαιρική εικόνα που αποκτά ένας προσεκτικός αναγνώστης εφημερίδας. Για τους νέους, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν καν διαβάσει εφημερίδα, η δημιουργία της συνήθειας ανάγνωσης έχει τεράστια σημασία. Ιδίως σε μια χώρα όπως η δική μας, η οποία γενικότερα δεν διαβάζει. Μήπως θα έπρεπε και το δικό μας υπουργείο Τύπου να εξετάσει αυτό το πείραμα, αντί να ψάχνει άλλους σκοτεινότερους τρόπους ενίσχυσης του Τύπου;