Η ευρύτερη αγορά της επικοινωνίας έχει «χτυπηθεί» βίαια, με συνέπειες που τις ξέρουμε όλοι. Θα περίμενε λοιπόν κανείς, ότι αυτή ακριβώς τη στιγμή, που τα προβλήματα είναι τόσο πολλά, διαχρονικά και πολύπλοκα, τα στελέχη της αγοράς θα προσπαθούσαν μέσα από ένα γόνιμο διάλογο εξωστρέφειας, αλλά ταυτόχρονα στρατηγικής σκέψης και ουσίας, να αναζητήσουν λύσεις. Τι πιο λογικό; Κι όμως αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι το εντελώς αντίθετο. Κανείς – ας πω οι περισσότεροι, διότι πάντα υπάρχουν οι τολμηροί -, δεν θέλει να μιλάει επώνυμα για τα προβλήματα της αγοράς, ενώ οι περισσότεροι φοβούνται τον διάλογο. Επικαλούμενοι έλλειψη χρόνου, απορρίπτουν ευγενικά προτάσεις για δημοσιοποίηση των απόψεών τους.

Πως γίνεται όμως να μην έχεις χρόνο να μιλήσεις γι’ αυτά που σε ταλαιπωρούν; Η σιωπή είναι χρυσός λέμε, και οι περισσότεροι δείχνουν σήμερα να ασπάζονται αυτή τη ρήση. Πρόκειται όμως για τεράστιο λάθος. Θα περίμενε κανείς δε, από στελέχη που έχουν εμπειρία, «να βγουν μπροστά» και να ξεκινήσουν το διάλογο, με στόχο την κοινή εξεύρεση λύσεων, στρατηγικών και ορθολογικών. Στη λέξη «κοινή» ωστόσο κρύβεται το μυστικό: Ο καθένας αναζητεί εναγωνίως λύση για τα δικά του προβλήματα, δεν τον απασχολεί ο διπλανός του, ενώ ίσως και ενδόμυχα μέσα του να πιστεύει ότι εάν ο ανταγωνιστής του έχει πρόβλημα, ο ίδιος θα έχει κέρδος. Άλλο ένα τεράστιο λάθος, αφού όσο οι «παίκτες» σε μια αγορά μειώνονται, τόσο ο όγκος αυτής συρρικνώνεται.

Το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, τα έντυπα έχουν τεράστια προβλήματα, οι άνθρωποί τους όμως αποφεύγουν επίμονα να μιλήσουν επώνυμα γι’ αυτά, να τα αναδείξουν, έτσι ώστε να βοηθήσουν την από κοινού επίλυσή τους. Έτσι μιλούν άλλοι γι’ αυτά: Διαφημιζόμενοι, διαφημιστές, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι. Όχι όμως οι καθ’ ύλην αρμόδιοι. Με αποτέλεσμα η εσωστρέφεια να συντηρείται και τα προβλήματα να παραμένουν. Η σιωπή δεν είναι χρυσός σε τέτοιες εποχές.