Ας υποθέσουμε τώρα ότι είχατε την ατυχία να κληρονομήσετε και κάποιο ακίνητο, ότι έχετε ένα καλό (από προ κρίσης) αυτοκίνητο, που δεν έχετε προλάβει να ξεφορτωθείτε. Και βέβαια προμηθεύεστε πετρέλαιο για να ζεσταθείτε, βενζίνη για να κινηθείτε, το άγχος σας κάνει να καπνίζετε και αγοράζετε και τα άλλα αγαθά τα αναγκαία για τη διαβίωση. Για λογαριάστε λοιπόν, για κάθε μια από αυτές τις δραστηριότητες τι φορολογία πληρώνετε. Φόρος εισοδήματος, τέλη κυκλοφορίας και πολυτελείας, φόροι ακινήτων, ειδικοί φόροι σε βενζίνη και πετρέλαιο, ειδικοί φόροι για τον καπνό, 23% ΦΠΑ στα περισσότερα αγαθά, ΙΚΑ (πάνω από 40% εισφορές, που σε μεγάλο βαθμό δεν είναι ανταποδοτικές) κ.λπ. Αθροίστε τα όλα αυτά. Θεωρείτε ότι έχετε τώρα τη φορολογική σας επιβάρυνση;

Αν το νομίζετε αυτό κάνετε λάθος. Η εταιρεία πριν αποφασίσει τι θα σας δώσει, σε σχέση με τις υπηρεσίες που δημιουργήσατε με τη δουλειά σας, έπρεπε να αφαιρέσει επίσης από το μικτό κέρδος που συνεισφέρατε τη δική της φορολογία. Το καθαρό ΦΠΑ, το αγγελιόσημο (20% αγγελιόσημο επί του κόστους ημερησίου και περιοδικού Τύπου, 21,5% επί του κόστους ραδιοτηλεοπτικών μέσων), το 0,02% τέλος υπέρ του Συμβουλίου Ελέγχου Επικοινωνίας (λείπει μόνο ο φόρος 20% επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων, που αναβλήθηκε για φέτος, αλλά η θεσμοθέτηση παραμένει).

Τώρα έχετε την πλήρη εικόνα. Σκεφθείτε λοιπόν τι δημιουργήσατε με τη δική σας δουλειά, τι ξοδεύετε για τον εαυτό σας, τι σας πήρε το κράτος και τι υπηρεσίες σας έδωσε πίσω. Όταν τελειώσετε αναρωτηθείτε: Συμβαίνει αυτό σε όλους τους γύρω σας; Η απάντηση είναι όχι. Ο κλάδος της διαφήμισης, ένας από τους πιο δημιουργικούς και αποτελεσματικούς (στον εσωστρεφή τουλάχιστον τομέα της οικονομίας), έχει τους σκληρότερα επιβαρυνόμενους Έλληνες. Περιθώρια για σοβαρή φοροδιαφυγή δεν υπάρχουν για τα στελέχη του.

Στο ασφαλιστικό σύστημα δεν απολαμβάνουν κανένα προνόμιο. Δεν έχουν πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, το κράτος δίνει κατά κεφαλήν στο ΙΚΑ τα λιγότερα στο πλαίσιο της τριμερούς χρηματοδότησης και το έχει φορτώσει με διάφορες παροχές (π.χ. κατώτερες συντάξεις), εις βάρος των κανονικών εργαζομένων και κυρίως αυτών που ξεκίνησαν μετά το 1993. Η διαφήμιση επιβαρύνεται με τον υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ και ο κλάδος συνολικά (δηλαδή και οι εργαζόμενοι) επιβαρύνονται επίσης και από το αγγελιόσημο που φτάνει πολλές φορές το 10%-15% του τζίρου. Επιπροσθέτως ο κλάδος είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικός και δεν αφήνει κανένα περιθώριο για μονοπωλιακό κέρδος, όπως υπάρχει σε πολλούς άλλους τομείς.

Φαίνεται περίεργο, αν σκεφθεί κανείς πόσο ζηλευτή υπήρξε η διαφήμιση ως τομέας απασχόλησης, αλλά η υπόλοιπη κοινωνία (αγρότες που επιδοτούνται, δουλεύουν λίγο και φορολογούνται ελάχιστα, ελεύθεροι επαγγελματίες που έχουν τη διέξοδο της φοροδιαφυγής, δημόσιο που κάθεται και έχει μονιμότητα, ασφαλιστικά προνόμια, συχνά μαύρο χρήμα από τη διαφθορά κ.λπ.), εκμεταλλεύεται το χώρο της διαφήμισης χειρότερα και από ό,τι οι αρχέγονοι καπιταλιστές εκμεταλλεύονταν τους προλετάριους του 19ου αιώνα. Είναι οι εργαζόμενοι – προλετάριοι του 21ου αιώνα.