Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων είναι γενετικά προγραμματισμένη να ακολουθεί τη γνώμη των πολλών. Να γέρνει δηλαδή την πλάστιγγα προς την πλειοψηφία, να είναι με τους νικητές. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι η πρωτιά στις δημοσκοπήσεις φέρνει ψήφους ή επιτρέπει σε ένα πολιτικό σχηματισμό να συγκρατήσει ψήφους που υπό άλλες συνθήκες θα είχε χάσει. Με αυτό το δεδομένο, τα πολιτικά κόμματα πάντα προσπαθούν να επηρεάσουν προς όφελός τους, εφόσον αυτό είναι θεσμικά και πολιτικά εφικτό, τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Είτε τα πραγματικά αποτελέσματα, είτε τα αποτελέσματα που τελικά πληροφορείται η κοινή γνώμη. Ο βαθμός όμως κατά τον οποίο αυτό επηρεάζει την ουσία της δημοκρατικής διαδικασίας έχει να κάνει και με την συμπεριφορά των ΜΜΕ, τα οποία πολλαπλασιάζουν και πακετάρουν τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, την ισχύ των θεσμών- τόσο των ειδικών που αφορούν στις έρευνες, όσο και γενικότερα -, καθώς και με τον επαγγελματισμό του συγκεκριμένου κλάδου στην κάθε χώρα.

Από όλες τις πλευρές, η κατάσταση στο συγκεκριμένο μέτωπο στη χώρα μας έχει υποστεί –όπως και σε τόσα άλλα- σοβαρή επιδείνωση τα τελευταία χρόνια. Τα ΜΜΕ –τα ισχυρότερα εκ των οποίων βρίσκονται σε σχέση βαριάς οικονομικής εξάρτησης από τις κατά μετοχική πλειοψηφία κρατικές τράπεζες-, έχουν όλα τη δική τους ατζέντα σε ό,τι αφορά την διαμόρφωση της κοινής γνώμης και δεν είναι ποτέ ουδέτερα. Οι ελεγκτικοί θεσμοί δεν λειτουργούν, με αποτέλεσμα να μην τηρούνται ούτε οι αυτονόητες υποχρεώσεις που θα έπρεπε να συνοδεύουν τη δημοσίευση των δημοσκοπήσεων, όπως η δημοσιοποίηση της πρόθεσης ψήφου των εταιρειών που δημοσιεύουν την εκτίμηση ψήφου, τα στοιχεία της πραγματικής δειγματοληψίας, η σειρά των ερωτήσεων του ερωτηματολογίου (για να ελέγχεται η μη χειραγώγηση των απαντήσεων μέσω ενός μεροληπτικά φορτισμένου ερωτηματολογίου), η αποκάλυψη του πραγματικού πελάτη που πλήρωσε για την κάθε έρευνα κ.λπ.

Το ίδιο προβληματική είναι και η αντιμετώπιση των εταιρειών από την Πολιτεία, όπου οι εκάστοτε κυβερνήσεις όλο και περισσότερο επιδιώκουν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα των ερευνών προς όφελός τους. Χρησιμοποιώντας «καρότο» ή «μαστίγιο». Είτε με πλουσιοπάροχα πλάγια κρατικά συμβόλαια προς φιλικές εταιρείες, είτε με απειλές και έκτακτους φορολογικούς ελέγχους «αντιφρονούντων» (κάτι που καταγγέλθηκε ότι συνέβη πριν λίγες ημέρες). Παρόλα αυτά, το ένστικτο της επαγγελματικής αξιοπρέπειας και επιβίωσης, σε συνδυασμό με τον φόβο της εκλογικής διάψευσης περιόριζαν στην πράξη το βαθμό χειραγώγησης που επετύγχαναν οι πολιτικοί σχηματισμοί. Άλλωστε σε μια ιδιωτική αγορά ακόμα και ένας μοναχικός αλλά σωστός επαγγελματίας, με καλή φήμη στην αγορά, αρκεί για να παρεμποδίσει τον κλαδικό εκτροχιασμό.

Καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία προς τις επόμενες εκλογές, με την μη πολιτική αγορά ακόμα σε βαθειά «κατάψυξη» και συνεπώς με την εξάρτηση από το κρατικό χρήμα αλλά και από την μελλοντική εξουσία, να θολώνουν την σκέψη πολλών επαγγελματιών του χώρου, ο κλάδος θα βρεθεί και πάλι ενώπιον διλημμάτων. Η πίεση θα είναι πολύπλευρή και ασφυκτική. Ελπίζουμε όμως ο επαγγελματισμός τελικά να επικρατήσει των πειρασμών. Στο σημερινό κλίμα της πολιτικής ρευστότητας και αβεβαιότητας, η ακριβής περιγραφή της πραγματικότητας, μπορεί άλλωστε να αποδειχθεί η ασφαλέστερη επένδυση.