Κατ’ αρχήν το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα που υπάρχει σήμερα δεν ευνοεί ούτως ή άλλως τις έρευνες. Η ταύτιση με κόμματα είναι σήμερα μικρότερη παρά ποτέ, κάτι που καθιστά τις αναγωγές με βάση την παλαιότερη πολιτική συμπεριφορά πολύ μικρότερης αξίας. Αν συνδυαστεί αυτό με τα υψηλά ποσοστά αρνήσεων και τη δραματική μείωση της αξιοπιστίας των συστημικών μέσων μαζικής ενημέρωσης (που σήμερα παρουσιάζουν τις σχετικές δημοσκοπήσεις και -θεωρητικώς τουλάχιστον- τις παραγγέλνουν και πληρώνουν), η επιστημονική δυσκολία της ανίχνευσης της κοινής γνώμης είναι ούτως ή άλλως εξαιρετικά υψηλή. Αυτό είχε συμβεί και τον Μάιο του 2012, όταν οι δημοσκόποι στην πλειοψηφία τους απέτυχαν να προβλέψουν το τελικό αποτέλεσμα.

Οι ευρωεκλογές αυτές είναι πολύ πιθανότερο να μοιάζουν με τις εκλογές εκείνες και όχι με το δεύτερο γύρο των εθνικών εκλογών που ακολούθησε τον Ιούνιο. Συνεπώς οι ίδιοι και μεγαλύτεροι επιστημονικοί κίνδυνοι παραμονεύουν και στις εκλογές του Μαΐου. Πέραν όμως των επιστημονικών κινδύνων, οι πιο μεγάλες δυσκολίες αυτών των εκλογών οφείλονται στις πιέσεις που θα ασκήσουν οι (πραγματικοί ή/και τυπικοί) παραγγελιοδόχοι. Τις πιέσεις δηλαδή να χρησιμοποιηθούν οι έρευνες ως εργαλείο επηρεασμού της κοινής γνώμης. Ποια είναι τα εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς αυτή την κατεύθυνση; Πολλά.

Καταρχήν υπάρχει η λεγόμενη μεροληψία του ερωτηματολογίου. Υπό κανονικές συνθήκες η πρόθεση ψήφου σε ένα ερωτηματολόγιο πρέπει να μπαίνει σχετικά στην αρχή και να προηγούνται αυτής μια σειρά από σταθερές, αλλά πολιτικά ουδέτερες ερωτήσεις. Η δε πρόθεση ψήφου να προσομοιάζει με την κατάσταση στην οποία θα βρεθεί ο ερωτώμενος αν φτάσει στην κάλπη. Αυτό δεν είναι η συνήθης πρακτική στην Ελλάδα. Αντίθετα, όταν υπάρχει πρόθεση επηρεασμού της κοινής γνώμης, προηγούνται ερωτήσεις που ωθούν τους ερωτώμενους προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση. Το ίδιο μπορεί να γίνεται και από τους ίδιους τους ερευνητές που διεξάγουν τις συνεντεύξεις.

Αν έχουν κατάλληλες (προφορικές) οδηγίες ένας ή δύο έμπιστοι ερευνητές ή ένας προϊστάμενος μπορεί να αλλάξουν τη σύνθεση ενός δείγματος τερματίζοντας για «τεχνικούς λόγους» μια συνέντευξη με τον «λάθος» ερωτώμενο. Σε ένα δείγμα 1.000 ανθρώπων όπου οι 20 είναι 2% και όπου έχουν προηγηθεί χιλιάδες αρνήσεις συμμετοχής, μερικές δεκάδες ερωτηματολόγια που δεν τελείωσαν μπορούν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς.

Μετά ακολουθεί η υπόθεση των σταθμίσεων. Εξόχως τεχνική και ενίοτε πολύπλοκη, μπορεί να αλλάξει την εικόνα ενός αποτελέσματος, πριν ακόμα φτάσουμε στην παρουσίασή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι επί χρόνια κυκλοφορούσαν δημοσκοπήσεις με εκτιμήσεις εκλογικής επιρροής που δίδονταν χωρίς να δημοσιοποιηθεί η πρόθεση ψήφου επί της οποίας είχαν στηριχτεί οι σχετικές εκτιμήσεις. Τι μπορεί να γίνει για όλα αυτά; Η απάντηση είναι απλή. Πλήρης έλεγχος και απόλυτη διαφάνεια. Οποιαδήποτε έρευνα που δημοσιοποιείται πρέπει να βρίσκεται στην απόλυτη διάθεση των κομμάτων τα οποία αφορά, στο σύνολό της.

Με πλήρη προστασία ασφαλώς των στοιχείων των ερωτωμένων, αλλά κατά τα άλλα με πλήρη διαφάνεια. Όλες της οι πτυχές. Από τα τιμολόγια και την απόδειξη πληρωμής μέχρι τις σταθμίσεις και τα επί μέρους ερωτηματολόγια. Αυτό σε συνδυασμό με την καλή λειτουργία των θεσμικών οργάνων ελέγχου, θα εξασφάλιζε την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και θα βοηθούσε στη δημιουργία καλής φήμης για ολόκληρο τον κλάδο. Δυστυχώς στις εκλογές αυτές απέχουμε πολύ από αυτή την ιδεατή κατάσταση.