Με τη χάρη που μπορεί να διακρίνει μια επιδέξια συγγραφέα, η Αγκάθα Κρίστι αφήνει συχνά-πυκνά τα πολύπλοκα αινίγματα που δημιουργεί για να σταθεί σε κάτι που μάλλον της ήταν προσφιλές: στην περιγραφή των αγγλικών τοπίων της εποχής εκείνης με αρκετές λεπτομέρειες για τους εσωτερικούς και εξωτερικούς τους χώρους. Διαβάζουμε λοιπόν για σπίτια νοικοκυρεμένα, με το «άρωμα» του 1920, με δαντέλες και πορσελάνινα σερβίτσια για το σερβίρισμα του (απαραίτητου) τσαγιού τη συνοδεία κέικ, αλλά και για τους επιμελώς περιποιημένους ανθόκηπους που ποιος ξέρει τι μυστικά έκρυβε η εκ πρώτης όψεως ειδυλλιακή εικόνα τους.

Όχι βέβαια το πιο λογικό σκηνικό για ένα εν ψυχρώ υπολογισμένο έγκλημα, ωστόσο πολλές φορές η νοσταλγική ατμόσφαιρα που αναδύεται, επισκιάζει έως και εξαγνίζει την αποτρόπαιη πράξη που διεξάγεται εκεί. Λίγο ως πολύ, η Αγκάθα Κρίστι μεταφέρει στις σελίδες της την πεμπτουσία του homing, σε εσωτερικά περιβάλλοντα όπου θα θέλαμε να ζήσουμε – εν ανάγκη και να εγκληματήσουμε.

Με τη Φύση να αποτελεί είδος υπό εξαφάνιση, οι σύγχρονες -που λέει ο λόγος- πόλεις της Ελλάδας ασφυκτιούν περιτριγυρισμένες όχι από τριανταφυλλιές και χλοερά μονοπάτια, αλλά από τσιμέντο σε υπερδοσολογία και νέφη, αφιερωμένα εξαιρετικά στους αιθεροβάμονες που πιστεύουμε ότι «φτάσιμο» είναι να εγκλωβίζεσαι σε ένα διαμέρισμα από τα γνωστά και να χρειάζεσαι ατέλειωτο χρόνο για να παρκάρεις.

Και, όπως στους ιθαγενείς οι κατακτητές έδιναν κάποτε γυαλιστερές χάντρες για να τις ανταλλάξουν με χρυσάφι ή άλλα πραγματικά πολύτιμα είδη, εμείς γινόμαστε ευτυχείς στήνοντας ένα ντεκόρ που είναι ντιζάιν, καμωμένο από παράδοξα υλικά και ακόμα πιο παράδοξες ιδέες. Ο υποθετικός τεχνητός μας παράδεισος είναι τόσο κενός, στην ουσία, που όλα αυτά τα φανταιζί γκάτζετς δεν μπορούν να κάνουν τίποτα – ούτε καν να σου δώσουν την έμπνευση να σχεδιάσεις ένα αριστοτεχνικό έγκλημα κατ’ οίκον.