Αντιπροσωπεία του ΣΕΔΕΑ (Σύλλογος Εταιριών Δημοσκόπησης & Έρευνας Αγοράς), συνάντησε προ ημερών τον υπεύθυνο του ΣΥΡΙΖΑ για θέματα δημοσκοπήσεων Κώστα Πουλάκη, με αφορμή την πρωτοβουλία του ΣΕΔΕΑ να ξεκινήσει διάλογο με τα πολιτικά κόμματα, τα ΜΜΕ και την ακαδημαϊκή κοινότητα για την ορθή χρήση των δημοσκοπήσεων. Όπως ήταν φυσικό, τόσο ο εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι εκπρόσωποι του ΣΕΔΕΑ, συμφώνησαν στην ανάγκη να καταργηθεί άμεσα η απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων κατά το τελευταίο προ των εκλογών δεκαπενθήμερο.

Φυσικό, γιατί ο μεν ΣΥΡΙΖΑ έχει αντικειμενικό πολιτικό συμφέρον να δημοσιεύονται δημοσκοπήσεις που θα γράφουν ότι προηγείται και θα ανατροφοδοτούν την πολιτική του δυναμική, ο δε ΣΕΔΕΑ έχει την πάγια θέση του που εδράζεται τόσο στην αρχή της ελευθερίας του κοινού να γνωρίζει, όσο και στο εύλογο συμφέρον των μελών του να αυξήσουν το πελατολόγιό τους τις παραμονές των εκλογών, όταν και οι υπηρεσίες τους έχουν αντικειμενικά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Θα θυμίσουμε ότι η κυβέρνηση με μια πρωτοφανή διάταξη είχε αποφασίσει να άρει την σχετική απαγόρευση μόνο για τις ευρωεκλογές, θεωρώντας ότι θα μπορούσε να ωφεληθεί κομματικά από την άρση της απαγόρευσης στη συγκεκριμένη αναμέτρηση, αφήνοντας όμως ως είχε τη διάταξη για τις εθνικές εκλογές για να τη διαμορφώσει προφανώς με βάση πάλι το προεκλογικό της συμφέρον. Κάτι που πιθανότατα αποκλείει οποιαδήποτε μεταβολή, μια που η σχετική απαγόρευση πλέον την εξυπηρετεί, καθώς θα μπορεί να διοχετεύει στους οπαδούς της αλλαγή συσχετισμών των «κρυφών δημοσκοπήσεων» και να ενισχύει το ηθικό τους αν πράγματι πάμε σε εκλογές το Μάρτιο.

Οπότε η ελληνική νομοθεσία για το θέμα έχει τον κωμικοτραγικό χαρακτήρα που περιγράφει ο τίτλος του κειμένου μας. Το πιο σοβαρό όμως θέμα με τις δημοσκοπήσεις δεν αφορά στη δημοσίευση ή μη αλλά στη διαφάνεια των αποτελεσμάτων και τη μη χειραγώγησή τους για πολιτικές ή κομματικές σκοπιμότητες. Εκεί είναι που ο ΣΕΔΕΑ θα πρέπει να αναλάβει προπαντός πρωτοβουλία για να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του κλάδου.

Συγκεκριμένα θα έπρεπε να εξασφαλίσει:
– Ότι οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται στα μέσα παραγγέλλονται και πληρώνονται πράγματι από αυτά. Σήμερα όλοι γνωρίζουμε ότι είναι εκτεταμένο το φαινόμενο τα κόμματα με διάφορους τρόπους να διοχετεύουν τις έρευνες -που τα ίδια (εμμέσως ή αμέσως) πληρώνουν-, στα ΜΜΕ που τις εμφανίζουν δήθεν ως δικές τους.
– Ότι οι εταιρείες δημοσκοπήσεων θα υποχρεώνονται να δημοσιοποιούν στις ιστοσελίδες τους όλα τα στοιχεία των πολιτικών δημοσκοπήσεων τις οποίες δημοσιεύουν τα ΜΜΕ. Περιλαμβανομένου ολόκληρου του ερωτηματολογίου (ώστε να είναι σαφές αν έχει επιχειρηθεί επηρεασμός του δείγματος με φορτισμένες πολιτικά ερωτήσεις πριν την ερώτηση της πρόθεσης ψήφου), των πραγματικών αριθμών όσων έχουν περιληφθεί στο δείγμα και έχει αποτύχει για οποιοδήποτε λόγο η επικοινωνία μαζί τους, των ερωτηματολογίων που έχουν απορριφθεί για λόγους ποιοτικούς, των απαντήσεων σε όλες τις ερωτήσεις, των μεθοδολογιών στάθμισης που έχουν χρησιμοποιηθεί κ.λπ.

Το «πακέτο» αυτό μπορεί να φαίνεται υπερβολικό, όμως διασφαλίζει τη διαφάνεια και την αυστηρά επιστημονική χρήση του συγκεκριμένου εργαλείου. Στην αιτίαση των εταιρειών που θεωρούν ότι έτσι μπορεί να αποκαλύψουν «εμπορικά μυστικά» σε σχέση με τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν, η απάντηση είναι απλή. Αν από τη μια μεριά της ζυγαριάς μπουν όλα τα «μυστικά» μιας επιστημονικής μεθοδολογίας (που μεταξύ μας δεν είναι και τόσο μυστικά) και από την άλλη το δημόσιο συμφέρον και η καλύτερη λειτουργία της δημοκρατίας που διασφαλίζει η διαφάνεια, τότε η σύγκριση είναι συντριπτική. Ακόμα και για τις ίδιες τις εταιρείες, με τη μορφή βελτίωσης της φήμης τους. Γιατί η επιρροή των ερευνών στην κοινή γνώμη και το δημόσιο όφελος από την μη παραπλανητική χρήση τους δεν μπορεί να συγκριθεί με τις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ (άντε το πολύ ένα με δύο εκατομμύρια), που είναι η εμπορική αξία όλων των δημοσιευόμενων πολιτικών δημοσκοπήσεων
ετησίως.