Η μη εισαγωγή του φόρου διαφημίσεων επί της ουσίας είναι -όπως έχουμε πολλές φορές εξηγήσει- ορθή, αφού ο φόρος αυτός οδηγεί σε μια συνολική έμμεση φορολογική επιβάρυνση (μαζί με το αγγελιόσημο που είναι και αυτό ένας φόρος υπέρ τρίτων), που υπερβαίνει το 60%. Επιβάρυνση τρομακτική, η οποία επιβάλλεται μόνο σε περιπτώσεις όπου ένα προϊόν ή μια υπηρεσία έχει σοβαρές αρνητικές εξωτερικές οικονομίες. Όταν δηλαδή για λόγους υγείας (καπνός και τσιγάρα), ή για λόγους περιβαλλοντικούς (πετρέλαιο και βενζίνη) ή άλλους, οι επιβαρύνσεις για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που περιλαμβάνονται στην τιμή που διαμορφώνει η συγκεκριμένη αγορά, για το αγαθό ή την υπηρεσία που κάθε φορά εξετάζεται.

Με βάση τη διεθνή οικονομική εμπειρία, η Διαφήμιση δεν περιλαμβάνεται σε αυτά τα αγαθά και υπηρεσίες που προκαλούν εξωτερικές αρνητικές οικονομίες. Κατ’ αρχήν διότι χρηματοδοτεί δραστηριότητες (Τύπος και μαζική επικοινωνία), οι οποίες όταν γίνονται με στοιχειώδη ορθολογισμό και όταν το ίδιο το κράτος κάνει τη δουλειά του σε σχέση με την τήρηση των κανόνων που έχει το ίδιο θεσπίσει (ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο), έχουν θετικές εξωτερικές οικονομίες. Δεύτερον, διότι η ίδια η οικονομική συνεισφορά της Διαφήμισης στη δημιουργία μαζικών καταναλωτικών προϊόντων, που απολαμβάνουν θετικές οικονομίες κλίμακας και μπορούν να παράγονται σε χαμηλές τιμές και να είναι διεθνώς ανταγωνιστικά, έχει αυτοτελή αξία, που προστίθεται στη θετική συμβολή που έχει η βασική της λειτουργία, ως μηχανισμού προσφοράς πληροφοριών για την ύπαρξη και τα χαρακτηριστικά προϊόντων και υπηρεσιών.

Ακόμα όμως και αν για λόγους έκτακτης δημοσιονομικής ανάγκης η πολιτεία αποφάσιζε να επαναφέρει το φόρο επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων, αυτός θα έπρεπε να επιβληθεί άμεσα. Διότι είναι σαφές ότι η κρίσιμη για τη χώρα δημοσιονομική συγκυρία είναι τώρα. Ένας φόρος που θα επιβληθεί στις αρχές του 2013, την ώρα που το φάσμα της πιθανής χρεοκοπίας κάθε άλλο παρά έχει σήμερα απομακρυνθεί, δεν έχει δημοσιονομική λογική.

Υπάρχει όμως λογική στη συμπεριφορά της κυβέρνησης, αν το κύριο αντικείμενο της υπόθεσης δεν είναι τα μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ που θα προέλθουν από την επιβολή του συγκεκριμένου φόρου, αλλά η δυνατότητα της κυβέρνησης να διαπραγματεύεται διαρκώς με τους μεγάλους τηλεοπτικούς σταθμούς, έχοντας όλα τους τα θέματα ανοιχτά. Άδειες, φορολογίες, πιθανές ενισχύσεις κ.λπ. Ένα γνήσιο ανατολίτικο παζάρι, το οποίο χαρακτηρίζει τη σχέση κυβερνήσεων και τηλεοπτικών σταθμών από την αρχή της δεκαετίας του ‘90.

Δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι μετά την κρίση θα περίμενε κανείς ότι η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα γενικότερα θα υιοθετούσε μια διαφορετική νοοτροπία και συμπεριφορά, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται ο συγκεκριμένος χειρισμός, διαιωνίζει το παλαιό καθεστώς της δυσλειτουργίας των θεσμών και της χρησιμοποίησής τους από το πολιτικό σύστημα, για αλλότριους σκοπούς από αυτούς για τους οποίους προορίζονται.