Συγκεκριμένα, εμφανίζονται τάσεις στροφής προς τα εκπτωτικά εμπορικά καταστήματα, τα προϊόντα ιδιωτικής αλυσίδας, τη μείωση αγοράς φαγητού εκτός σπιτιού, τον περιορισμό ποσών που διατίθενται για την αγορά μεγάλων αλλά μη-απαραίτητων αντικειμένων για το σπίτι και παρατηρείται μεγαλύτερη ευαισθησία στις τιμές.

Συνεπώς, η μελέτη εκτιμά ότι η ανάπτυξη των μαρκών και των εταιρειών θα συνδέεται κυρίως με τα κέρδη που προέρχονται από τα μερίδια αγοράς και όχι από τη γενικότερη ανάπτυξη της αγοράς. Για αυτόν το λόγο, απαιτείται, εκ μέρους των επιχειρήσεων, καλή διαχείριση των μαρκών τους, βελτίωση της καταναλωτικής εμπειρίας και διαφοροποίηση από τους ανταγωνιστές, που θα στοχεύει στην αποφυγή της καταστροφικής διαμάχης ως προς την τιμολογιακή πολιτική.

Η Deloitte εκτιμά επίσης ότι η εμπιστοσύνη θα παραμείνει σημαντικό σημείο για τους καταναλωτές, οι οποίοι θα εξακολουθήσουν να βασίζονται στις συστάσεις του περιβάλλοντός τους για πληροφορίες σε σχέση με τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, η αφοσίωση των καταναλωτών σε μάρκες και εταιρείες, που υπήρχε στις προηγούμενες γενιές, θα έχει μικρότερη διάρκεια και θα επηρεάζεται από την κοινωνική δικτύωση.