Τα brands, ως συστήματα υποσχέσεων, αξιών και εμπειριών, ευδοκιμούν ευκολότερα σε κοινότητες με ομοειδής επιθυμίες, αξίες και τρόπο ζωής. Και τα brands που καταφέρνουν να φτάσουν ένα κρίσιμο μέγεθος, αποκτούν περισσότερα εφόδια και πόρους για να ξεπεράσουν τα σύνορα των κοινοτήτων και να απευθυνθούν σε διευρυμένα κοινά. Έτσι, οι χώρες που έχουν μεγάλο πληθυσμό έχουν συνήθως και πλεονέκτημα στο να χτίσουν μεγάλα διεθνή brands, λειτουργώντας ως θερμοκοιτίδες που προετοιμάζουν τη διεθνή τους εξάπλωση. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει το branding στη χώρα μας: το μικρό μέγεθος του πληθυσμού της δυσκολεύει την ανάπτυξη brands που αποκτούν το κρίσιμο μέγεθος.

Αν μιλήσεις με τους ανθρώπους που χειρίζονται τα μεγάλα ελληνικά brands θα διαπιστώσεις ότι, ειδικά στον τομέα των FMCGs, οι εξαγωγές σπάνια αποτελούν μερίδιο μεγαλύτερο του 5, 10 ή έστω 15% του συνόλου των πωλήσεών τους. Συνήθως σε χώρες που εργάζονται Έλληνες μετανάστες ή ζουν δεύτερης και τρίτης γενιάς συμπατριώτες μας. Δυστυχώς, τα περισσότερα ελληνικά «love brands» αφορούν μόνο τον εγχώριο πληθυσμό, άντε και την ελληνική ομογένεια. Και οι επιχειρήσεις που τα παράγουν, αν και οι πλέον «επώνυμες» στην Ελλάδα, κατατάσσονται στην κατηγορία των μικρομεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων στο ευρωπαϊκό οικονομικό γίγνεσθαι. Κάπως έτσι προκύπτει το ερώτημα: πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ελληνικά brands που ξεπερνούν τα σύνορα;

Στο παρελθόν έχω αρθρογραφήσει επανειλημμένα για αυτό το θέμα, κοιτώντας το από διάφορες γωνίες. Επανέρχομαι με αφορμή τις αισιόδοξες προβλέψεις για τις φετινές τουριστικές αφίξεις στη χώρα μας. Οι περισσότεροι θα εστιάσουν στο αυτονόητο: τα άμεσα οικονομικά οφέλη τα οποία προφανώς δεν είναι διόλου αμελητέα. Λίγοι όμως θα ασχοληθούν με τις ευκαιρίες που δημιουργεί για το ελληνικό branding το γεγονός ότι περισσότεροι από 30 εκατ. άνθρωποι θα ζήσουν για λίγες ημέρες στη χώρα μας και θα πάρουν πίσω μαζί τους όσα γνωρίσουν για αυτήν και τον τρόπο ζωής μας, δημιουργώντας έτσι ένα νέο πεδίο ανάπτυξης για ελληνικά brands.

Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια χώρα που αν και μικρή, αποτελεί πόλο έλξης τεράστιου αριθμού επισκεπτών και έχει πολλές ιδιαιτερότητες που μπορεί να αξιοποιήσει στην επαφή της μαζί τους. Και όσοι ασχολούμαστε με το marketing και το branding έχουμε τη διπλή τύχη να μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτή την ευκαιρία και τις ικανότητές μας για ανάλυση, σύνθεση και δημιουργία, ώστε να δημιουργήσουμε brands που θα ξεπερνούν τα σύνορα του Ελληνισμού. Περισσότερα στο επόμενο τεύχος.