Έχουν γίνει σοβαρές κινήσεις προς την κατεύθυνση αυτή, ωστόσο μένουν ακόμα πολλά να γίνουν. Ως σημαντική κίνηση θεωρείται και η υιοθέτηση πολλών metrics. Όλα καλά μέχρι εδώ. Ωστόσο, κάποιος πιο υποψιασμένος με τα της αγοράς, θα ρωτούσε το εξής: «Για την τηλεόραση, που αποτελεί το μεγαλύτερο μερίδιο στη δαπάνη των διαφημιζόμενων, έχουμε υιοθετήσει τόσα metrics;». Νομίζω ότι η απάντηση των περισσότερων θα ήταν «μάλλον όχι». Γιατί άραγε;  Θεωρούμε μήπως ότι η επένδυση στην τηλεόραση λειτουργεί από μόνη της και δεν χρειάζεται περισσότερη ανάλυση; Ίσως. Πάντως όσοι το πιστεύουν αυτό, θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την αποτυχία της επένδυσής τους στην τηλεόραση. Εξέλιξη για την οποία φυσικά δεν θα φταίει το μέσο.

Τα πράγματα είναι απλά. Όσοι μελετούν σταθερά και σοβαρά τις πτυχές της επένδυσης στην τηλεόραση θα έχουν αμέσως ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, θα γνωρίζουν τι δούλεψε και τι πρέπει να διορθωθεί. Την ανάγκη να μελετάμε διαρκώς τα δεδομένα της τηλεόρασης σε κάθε επικοινωνιακό πλάνο προϊόντων και υπηρεσιών αναδεικνύει ένα ενδιαφέρον άρθρο του Μίλτωνα Παπαδάκη, Μedia Consultant της Media Risk, το οποίο δημοσιεύουμε στο σημερινό τεύχος, υπό τον τίτλο «Τηλεόραση και Αποτελεσματικότητα: Πρόκληση η μείωση του brand loyalty».

«Γιατί δεχόμαστε ότι στα ψηφιακά Μέσα πρέπει να δοκιμάζουμε εναλλακτικές και στην τηλεόραση δεν το σκεφτόμαστε καν;», αναρωτιέται ο ίδιος. «Στη φάση που βρίσκεται το Μέσον, είναι ότι πιο αποτελεσματικό μπορούμε να κάνουμε» επισημαίνει. Και για του λόγου το αληθές, θέτει μια σειρά από ενδεικτικά ερωτήματα: «Έχουμε καλό Affinity;», «έχουμε αποδεκτό CPR;», «κτίζουμε γρήγορα την Κάλυψη;», «πώς αποφεύγουμε τις μεγάλες διπλοκαλύψεις στο τέλος, ώστε να μειώνουμε το τεράστιο κόστος για κάθε επιπλέον μονάδα Κάλυψης που κερδίζουμε;», «τα κρατάμε αυτά ζωντανά όταν συζητάμε για το CPR ή τα ξεχνάμε;». Απλά ερωτήματα, δύσκολες απαντήσεις…