Mια δυσφημιστική, ψευδή είδηση για ένα brand μπορεί να καταστρέψει σε μια μόλις ώρα την φήμη του και τις αξίες του, στοιχεία που για να «χτιστούν» χρειάστηκαν χρόνια, χρήμα και κόπος. Εξίσου καταστρεπτικό για τα brands είναι το να διαφημίζονται σε ένα περιβάλλον ειδήσεων που δεν τα αφορούν μεν, ωστόσο είναι ψευδείς και ενίοτε κατευθυνόμενες. Πώς μπορεί όμως να προστατευθεί η αξιοπιστία των ειδήσεων και των brands, χωρίς να φτάσουμε σε αυταρχικές πρακτικές ελέγχου της ενημέρωσης;

Σύμφωνα με τα ευρήματα πρόσφατης έρευνας του Thomson Reuters για τη ζημιά που μπορούν να προκαλέσουν οι ψευδείς ειδήσεις στα brands, το 87% των χρηστών συμφωνούν ότι προκαλεί ζημιά σε ένα brand το να διαφημίζεται σε χώρο που συνδέεται με κάποια ψευδή είδηση, το 54% θεωρούν πιθανότερο να παρατηρήσουν έναν διαφημιζόμενο όταν εμφανίζεται σε αξιόπιστο ιστότοπο και το 57% έχουν θετικότερη εικόνα για αυτό.

To πρόβλημα έχει εντοπιστεί τόσο από την Google, όσο και από το Facebook, που έχουν ήδη λάβει τις αρμόζουσες πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση προστασίας της αξιοπιστίας και του κύρους τους. Η Google π.χ. διασυνέδεσε τις αναζητήσεις ειδήσεων με πλατφόρμες διασταύρωσης γεγονότων (fact-checking) και οργανισμούς δημοσιογραφικής έρευνας, όπως το PolitiFact και το Snopes, ενώ το Facebook ξεκίνησε από τον Ιανουάριο τη δική του συνεργασία με οργανισμούς διασταύρωσης ειδήσεων και μεγάλα ΜΜΕ (όπως το Γαλλικό Πρακτορείο στη Γαλλία και το Correctiv στη Γερμανία).

Αυτό που σίγουρα πρέπει να γίνει κατανοητό είναι το γεγονός ότι η λύση δεν θα προέλθει από την επιβολή διοικητικών μέτρων από τα κράτη, μέτρα που θα εμπεριέχουν αναπόφευκτα και αυταρχικές απαγορεύσεις, αλλά μέσα από συνέργειες και αξιοποίηση των δυνατοτήτων που δίνει η τεχνολογία. Ωστόσο, όπως καταλήγει το πολύ ενδιαφέρον σχετικό άρθρο που δημοσιεύουμε στο σημερινό τεύχος, όσους αλγόριθμους κι αν αξιοποιήσουμε για την προστασία από τα fake news, η ανθρώπινη κρίση και σκέψη θα αποτελούν πάντα τον πιο ασφαλή παράγοντα προστασίας από αυτά.