Οι έρευνες που δημοσιεύθηκαν πριν αρχίσει η σχετική απαγόρευση δεν δείχνουν να υπάρχει τέτοια πιθανότητα, συνεπώς τα κόμματα για πρώτη φορά έπρεπε να σχεδιάσουν μια διαφημιστική εκστρατεία, στην οποία θα μεγιστοποιούν το ποσοστό τους και θα προετοιμάζουν το έδαφος για μια κυβέρνηση συνεργασίας (όσοι θα ήθελαν να συμμετάσχουν σ’ αυτήν), ή να εξηγούν πειστικά γιατί δεν μπορούν να συνεργαστούν (όσοι έχουν αυτό τον σχεδιασμό).

Ταυτόχρονα, με δεδομένο τον μεγάλο αριθμό των ανταγωνιστών, τα κόμματα έπρεπε να αποφασίσουν ποιοι είναι οι αντίπαλοί τους και ποιοι οι εν δυνάμει σύμμαχοί τους και να προσαρμόσουν αντίστοιχα τις επιθέσεις τους, τις συμμαχίες τους αλλά και τις άμυνές τους.

Πόσο οι εκστρατείες τους ανταποκρίθηκαν σ’ αυτές τις καινούργιες προδιαγραφές; Η Νέα Δημοκρατία, που ήταν δημοσκοπικά το πρώτο κόμμα, διάλεξε ως βασικούς αντιπάλους τις εκ δεξιών απειλές και ταυτόχρονα συνέχισε να επιτίθεται στο ΠΑΣΟΚ, προσπαθώντας να αναγεννήσει τα αντανακλαστικά συσπείρωσης του δικομματισμού (είναι άλλωστε και η μόνη που, θεωρητικά έστω, ισχυρίζεται ότι θα μπορούσε να υπάρξει αυτοδυναμία). Προσπάθησε επίσης να δώσει και προεκλογικές υποσχέσεις, οι οποίες όμως δέχθηκαν σκληρές επιθέσεις αποδόμησης από τους υπόλοιπους εννέα. Με τα δεδομένα αυτά άφησε ένα κενό στον μεσαίο χώρο, που είναι άγνωστο πώς θα καλυφθεί.

Το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να συσπειρώσει τον χώρο του στηριζόμενο στην κυβερνησιμότητα που το χαρακτηρίζει. Κι αυτό χρησιμοποιεί επιθέσεις προς τη ΝΔ, με επιδίωξη την αναγέννηση των αντανακλαστικών συσπείρωσης του δικομματισμού. Πλήγματα όμως που είναι σχεδιασμένα μάλλον για να βελτιώνουν τη δική του κυβερνησιμότητα, παρά να πλήττουν τον αντίπαλο.

Η δουλειά των υπολοίπων είναι απλούστερη. Επιτίθενται εναντίον των δύο κομμάτων της συγκυβέρνησης, ο κάθε ένας από τη δική του οπτική γωνία, χωρίς όμως –με εξαίρεση τα μικρότερα φιλοευρωπαϊκά κόμματα (ΔηΣυ και λιγότερο ΔημΑρ)– να παρουσιάζουν κάποια εφικτή στρατηγική κυβερνητικών συνεργασιών. Η μεγάλη δυσκολία για να επιτευχθεί αυτό οφείλεται στο ιδεολογικό χάσμα που χωρίζει τα δεξιά από τα αριστερά αντιμνημονιακά κόμματα και τις ιστορικές εχθρότητες στο εσωτερικό της Αριστεράς.

Πώς θα εξελιχθούν οι δυναμικές αυτές μέχρι την εκλογή δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί. Είναι βέβαιο πάντως ότι, καθώς θα πλησιάζει η ώρα των εκλογών, το εκλογικό σώμα θα χωριστεί στα δύο. Ένα μεγάλο μέρος θα καταλήξει σε ψήφο οργής (θεωρώντας ως δεδομένη τη διακυβέρνηση από κάποια κυβέρνηση συνεργασίας των λεγόμενων μνημονιακών κομμάτων). Ένα άλλο τμήμα του εκλογικού σώματος θα επιδιώξει να επηρεάσει το είδος της κυβέρνησης συνεργασίας, η οποία πρόκειται να σχηματιστεί, τόσο από πλευράς της σύνθεσης (ποιος επικεφαλής, ποια κόμματα και σε ποιες αναλογίες), όσο και από πλευράς των πολιτικών που θα υιοθετηθούν, στο πλαίσιο του μνημονίου.

Οι αναλογίες μεταξύ των δύο τμημάτων του εκλογικού σώματος, η γνησιότερη αντισυστημική έκφραση και η πειστικότητα των εναλλακτικών προτάσεων συνεργασίας, θα καθορίσουν το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.