Όπως δείχνουν τα στοιχεία, η μεγάλη ανάπτυξη της αγοράς των αλλαντικών σημειώθηκε την πενταετία 2005-2009, όταν το συνολικό μέγεθος αυτής αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου 0,76%. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP, τα τελευταία δύο χρόνια η παραγωγή αλλαντικών και κονσερβών κρέατος εμφάνισε σωρευτική μείωση κατά 5,5% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Το 2010 η εγχώρια φαινομενική κατανάλωση υποχώρησε κατά 3,4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ το 2011 σημειώθηκε νέα μείωση της τάξης του 3,3%.

Υψηλός βαθμός συγκέντρωσης
Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από σχετικά υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, καθώς οι πέντε μεγαλύτερες επιχειρήσεις αλλαντικών και κρεατοσκευασμάτων έχουν μερίδιο αγοράς άνω του 55%. Ειδικά στην κατηγορία των αλλαντικών, οι 8 κορυφαίες βιομηχανίες αλλαντικών ελέγχουν το 75% της εγχώριας παραγωγής. Οι βιομηχανίες αυτές διαθέτουν εδραιωμένα εμπορικά σήματα προϊόντων, ενώ παράλληλα διατηρούν εκτεταμένα δίκτυα διανομής που καλύπτουν σχεδόν το σύνολο της χώρας. Οι μικρού μεγέθους επιχειρήσεις από την άλλη, προμηθεύουν κατά κύριο λόγο τις τοπικές αγορές όπου εδρεύουν ή τις αγορές των γειτονικών νομών. Η διάθεση των αλλαντικών καλύπτεται σε ποσοστό της τάξεως του 60% μέσω super market, σε ποσοστό 20% μέσω επιχειρήσεων catering, ενώ το υπόλοιπο μοιράζεται σε όλα τα εναπομείναντα δίκτυα διανομής.

Μειώθηκε η κατανάλωση
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική για τις συνήθειες κατανάλωσης αλλαντικών από τους Έλληνες, το τελευταίο διάστημα, είναι έρευνα της εταιρείας Interview-We Simply Ask, η οποία υλοποιήθηκε τον περασμένο Μάρτιο σε δείγμα 605 ατόμων και παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της 22ης Διεθνούς ΄Εκθεσης Detrop. Σύμφωνα με αυτή, το 61% των ερωτώμενων καταναλωτών απάντησε ότι αγοράζει αλλαντικά και το 39% όχι, αλλά από τους τελευταίους το 90% τα καταναλώνει σε έτοιμα προϊόντα διατροφής (πίτσες, σάντουιτς κ.α.).

Η συχνότητα κατανάλωσης αλλαντικών για αυτούς που τα προτιμούν είναι 2-3 φορές την εβδομάδα (το 54% τα καταναλώνει μ’ αυτό το ρυθμό), κάθε ημέρα τα καταναλώνει το 20%, 2-3 φορές το μήνα το 19% και σπανιότερα το 8%. Η αγορά αλλαντικών από τον πάγκο, δηλαδή με κοπή εκείνη τη στιγμή από υπάλληλο, είναι η κυρίαρχη συνήθεια των καταναλωτών σε ποσοστό 76%, ενώ από το ράφι, δηλαδή σε τυποποιημένη μορφή, αγοράζει το 24%. Το 90% προμηθεύεται αλλαντικά από τα super market, το 8% από παντοπωλείο-μίνι μάρκετ και το 2% από εξειδικευμένα καταστήματα delicatessen. Οι επώνυμες βιομηχανίες αλλαντικών υπερτερούν των μικρών παραγωγών, καθώς το 90% αγοράζει προϊόντα των πρώτων και το 10% των δεύτερων.

Πάντως, η κρίση έχει επηρεάσει και την κατανάλωση αλλαντικών, καθώς το 54% του δείγματος της έρευνας απάντησε ότι αγοράζει σήμερα μικρότερες ποσότητες αλλαντικών, σε σχέση με τρία χρόνια πριν, το 39% αγοράζει το ίδιο και μόλις το 7% περισσότερες. Τα βασικά προϊόντα του κλάδου διακρίνονται σε πάριζα, μορταδέλα, ζαμπόν (χοιρομέρι και ωμοπλάτες), αλλαντικά πουλερικών, λουκάνικα, σαλάμι, μπέικον. Από αυτές τις κατηγορίες, κερδίζει στην κατανάλωση η πάριζα και η μορταδέλα, με περίπου 29%, ενώ ακολουθούν το ζαμπόν (χοιρομέρι και ωμοπλάτες) και τα αλλαντικά πουλερικών.

Σύμφωνα με έρευνα της SymphonyIRI Group, η κατανάλωση αλλαντικών στα super market άντεξε στις πιέσεις της ύφεσης κατά τη διάρκεια του 2012. Ειδικότερα, οι πωλήσεις αλλαντικών σε όγκο υποχώρησαν οριακά κατά 0,3% και διαμορφώθηκαν σε 27,7 εκατ. κιλά, ενώ οι πωλήσεις σε αξία αυξήθηκαν 1% και ανήλθαν σε 240,8 εκατ. ευρώ έναντι 238,4 εκατ. ευρώ το 2011.

Στις επιμέρους κατηγορίες, τα αλλαντικά πάγκου ενισχύθηκαν κατά 1,2% και έφθασαν στα 134,3 εκατ. ευρώ από 132,7 εκατ. ευρώ, ενώ τα συσκευασμένα αλλαντικά αυξήθηκαν κατά 0,6% και ανήλθαν σε 105,6 εκατ. ευρώ από 106,4 εκατ. ευρώ. Η ελληνική αγορά αλλαντικών είναι της τάξης των 320 εκατ. ευρώ, όταν στην Κύπρο αντιστοιχούν 35 εκατ. ευρώ και στη Βουλγαρία 140 εκατ. ευρώ. Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην τελευταία Detrop, στη βαλκανική αγορά του 1,15 δισ. ευρώ, η μέση κατά κεφαλή κατανάλωση κυμαίνεται από 8 έως 11 κιλά ετησίως, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στη Δυτική Ευρώπη προσεγγίζει τα 18 κιλά.

Ανάσα από τα νέα λανσαρίσματα
Ο κλάδος των αλλαντικών είναι ένας από τους πλέον καινοτόμους, με λανσαρίσματα προϊόντων που άλλαξαν κυριολεκτικά την πορεία του, θέτοντας νέα δεδομένα. Αλλαντικά με λιγότερα λιπαρά, λιγότερο αλάτι, λιγότερο ζωϊκό λίπος και συντηρητικά, ή αλλαντικά με αγνό παρθένο ελαιόλαδο ανέδειξαν την καινοτομία στις καλύτερές της στιγμές. Παρ’ όλα αυτά, οι παθογένειες του μακρινού παρελθόντος δεν λένε να εγκαταλείψουν τον κλάδο, αφού ζητήματα ποιότητας και ασφάλειας έχουν τεθεί επανειλημμένως «στο τραπέζι», έχοντας απασχολήσει τους καταναλωτές, τις ίδιες τις εταιρείες, αλλά και τα θεσμικά όργανα τροφίμων.

Τέλος σε αυτά τα προβλήματα επιχειρούν να δώσουν οι εταιρείες προχωρώντας σε σημαντικές επενδύσεις, όπως π.χ. έκανε πρόσφατα η Νίκας, η οποία προχώρησε στην αγορά μηχανήματος ανίχνευσης DNA, κάτι που πλέον της επιτρέπει να παρακολουθεί την ποιότητα των προϊόντων της σε όλα τα στάδια παραγωγής του. Απαντώντας στο ζήτημα της ποιότητας και της ασφάλειας δε, η Creta Farms εγκαινίασε πρόσφατα εκστρατεία με θέμα «καθαρό κρέας», με στόχο την ενημέρωση των καταναλωτών. Μέσα από την καμπάνια αυτή, η εταιρεία ενημερώνει για τις υψηλού κόστους επενδύσεις της, «οι οποίες διασφαλίζουν την προσφορά προϊόντων σταθερά υψηλής ποιότητας και θρεπτικής ή διατροφικής αξίας, αφού χρησιμοποιούμε άριστες πρώτες ύλες και εφαρμόζουμε τους πλέον αυστηρούς ελέγχους, συμπεριλαμβανομένου και τεστ DNA», σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Creta Farms, Εμμανουήλ Δομαζάκη.


Παρά τα παραπάνω ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η εγχώρια αγορά αλλαντικών τους πρώτους μήνες του 2013 υποχωρεί 8-10% στο κανάλι της λιανικής. Την ίδια στιγμή, τα επώνυμα brands δέχονται – και σε αυτή την αγορά – ισχυρές πιέσεις από τα private label, τα οποία ελέγχουν περίπου το 20% της κατηγορίας. Ακριβώς για το λόγο αυτό, οι μεγάλες αλλαντοβιομηχανίες αναμένεται να συνεχίσουν την στρατηγική των προσφορών τους, η οποία αποδίδει σε ένα βαθμό, έχοντας όμως και ορισμένα όρια που πρέπει να προσεχθούν.

Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι το 2011 η στρατηγική κίνηση της Creta Farms να μειώσει τον τιμοκατάλογό της σε ποσοστό που ξεπέρασε το 10%, «τάραξε» τα νερά της αγοράς των αλλαντικών, προκαλώντας ανάλογες πρωτοβουλίες από τους ανταγωνιστές της. Η ίδια εταιρεία μάλιστα, μέσω της διεθνούς πατέντας των προϊόντων «Εν Ελλάδι» έγινε γνωστή πέρα από τα σύνορα της εγχώριας αγοράς, κατοχυρώνοντας διεθνώς αυτή την καινοτομία της σε περισσότερες από 40 χώρες.

Συνολική διαφημιστική δαπάνη κατηγορίας «αλλαντικά»
Έτος Διαφημιστική δαπάνη
Α’ τρίμηνο 2013 1.222.759
Α’ τρίμηνο 2012 426.979
Μεταβολή +186%
2012 3.020.272
2011 3.248.003
2010 9.194.295
2009 10.240.625
2008 10.429.743
Μεταβολή 2008 – 2012 -71%

Ανακάμπτει η διαφημιστική δαπάνη
Ακολουθώντας την πορεία της αγοράς, η διαφημιστική δαπάνη στα αλλαντικά το διάστημα 2008-2012 μειώθηκε κατά… 71%, ποσοστό που συνιστά «Αρμαγεδών». Ωστόσο, το πρώτο τρίμηνο του 2013, η δαπάνη ακολουθεί αντίθετη πορεία και αυξάνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς, που το διάστημα αυτό έφτασαν το +186%. Από τα 426.979 ευρώ που δαπανήθηκαν το πρώτο τρίμηνο του 2012 σε διαφήμιση αλλαντικών, η αγορά έφτασε στο 1.222.759 ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2013. Και γενικά, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι η άνοδος αυτή θα έχει και συνέχεια, σε ηπιότερους βέβαια ρυθμούς.

Διαχρονικά ζητούμενα η καινοτομία, η ασφάλεια και η ποιότητα
Η έμφαση στην καινοτομία, στην παράδοση, στην ποιότητα και στην ασφάλεια είναι στοιχεία που εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι διέπουν τη φιλοσοφία των στελεχών των ελληνικών αλλαντοβιομηχανιών. Αυτό αποτυπώθηκε ξεκάθαρα και στο πλαίσιο δύο ξεχωριστών συζητήσεων που είχαμε με τη Τζένη Λαχανά, Group Marketing Director της Creta Farms και την Αλεξάνδρα Πλευράκη, Marketing Director της αλλαντοβιομηχανίας Νίκας.

Η αγορά των αλλαντικών εδώ και χρόνια έχει δώσει αρκετά καινοτόμα brand, που δημιούργησαν νέα segments. Πιστεύετε ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο για επένδυση στην καινοτομία; Ο καταναλωτής εξακολουθεί να την επιβραβεύει;
Τζένη Λαχανά: Η καινοτομία πράγματι έχει κατορθώσει να δημιουργήσει brands και να τα καθιερώσει, έχοντας τη δυνατότητα δημιουργίας και νέων segments. Η Creta Farms σε αυτή την κατηγορία έχει αναδείξει πολλά επιτυχημένα προϊόντα, όπως τη σειρά 0-3% λιπαρά που πρώτη λάνσαρε από το 1999 στην ελληνική αγορά, αλλά και την σειρά προϊόντων Εν Ελλάδι, όπου μέσω της αντικατάστασης των περισσότερων κορεσµένων λιπαρών µε ακόρεστα φυτικά λιπαρά, όπως το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, δημιούργησε μια νέα κατηγορία προϊόντων με μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό.

Συμπερασματικά, πιστεύουμε ότι πάντα υπάρχει περιθώριο για κάτι νέο και πρωτοποριακό, ιδιαίτερα εμείς όπου η καινοτομία αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του DNA της εταιρείας μας. Μάλιστα, παρατηρούμε ότι ο καταναλωτής επιβραβεύει τα καινοτομικά προϊόντα μέσα από τις επιλογές του, καθώς ιδιαίτερα τώρα και στη παρούσα οικονομική κατάσταση, οι καταναλωτές αναζητούν την πραγματική επιπρόσθετη αξία σε οτιδήποτε αγοράζουν. Σε αυτή την καταναλωτική συμπεριφορά ουσιαστικά στηριζόμαστε ως εταιρεία και αυτή μας έχει αναδείξει τόσα χρόνια στον κλάδο.

Αλεξάνδρα Πλευράκη: Σύμφωνα με φετινές έρευνες, το 29% των Ελλήνων καταναλωτών είναι ανοιχτοί στην καινοτομία, κυρίως οι νεότερες ηλικίες, ενώ η πλειοψηφία (84%) αυτών αρέσκεται να δοκιμάζει νέα προϊόντα. Ο Έλληνας καταναλωτής αναζητά σταθερά τη νέα γεύση, το νέο προϊόν που όμως οι συγκυρίες επιβάλλουν πια να είναι και οικονομικό, αλλά παράλληλα πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά. Στη Νίκας παρακολουθούμε συνεχώς τις εξελίξεις και αφουγκραζόμαστε τις σύγχρονες ανάγκες του καταναλωτή. Η καινοτομία είναι μία από τις βασικές αξίες της εταιρείας μας κι ένας τομέας στον οποίο πάντα δίνουμε προτεραιότητα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Νίκας αποτέλεσε την πρώτη εταιρεία αλλαντικών στην Ελλάδα που λάνσαρε προϊόντα με κρέας γαλοπούλας, παρουσίασε αλλαντικά πάγκου σε τετράγωνη φόρμα για το αγαπημένο σε όλους τοστ και εισήγαγε το αγαπημένο παριζάκι των μικρών της φίλων στη σημερινή του μορφή και σε διαστάσεις γίγας. Επίσης, είναι η πρώτη εταιρεία που λάνσαρε τη σειρά Νίκας Viveur, γαλοπούλες πάγκου με 30% λιγότερο αλάτι, χωρίς γλουτένη για σωστή και ισορροπημένη διατροφή, καθώς και τη νέα χειροποίητη σειρά αλλαντικών Fuego, η οποία παράγεται από 96% διαλεχτό άπαχο κρέας. Σημαντική καινοτομία στην κατηγορία των αλλαντικών αποτελεί η νέα καπνιστή γαλοπούλα Νίκας από γαλοπούλες της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, το πρώτο αλλαντικό στη χώρα μας που παράγεται από ελληνική πρώτη ύλη.


Η στροφή των καταναλωτών στα τοπικά/παραδοσιακά προϊόντα αλλαντικών έχει επηρεάσει τις εταιρείες του κλάδου; Προς ποια κατεύθυνση;
Τζένη Λαχανά:
Τα τελευταία δύο χρόνια έχει παρατηρηθεί πιο έντονα η τάση για σαφή προτίμηση σε τοπικά/παραδοσιακά προϊόντα, όχι μόνο αλλαντικών, αλλά και γεωργίας κλπ. Μάλιστα, αυτή η τάση προστίθεται συμπληρωματικά στην τάση των καταναλωτών για στήριξη των ελληνικών επιχειρήσεων. Όντας μία αμιγώς ελληνική εταιρεία, είμαστε περήφανοι να διατηρούμε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής χοιρινού κρέατος και να είμαστε η μεγαλύτερη εταιρεία αλλαντικών στην Ελλάδα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συγκεκριμένη στροφή των καταναλωτών θεωρούμε ότι επηρεάζει όλους μας θετικά, καθώς φανερά προτρέπει τις εταιρείες να διαφοροποιηθούν από το μοντέλο της μαζικής παραγωγής. Έχουμε λοιπόν διαπιστώσει ότι αυτή η στροφή των καταναλωτών προέρχεται από την ανάγκη τους για αναζήτηση πιο «φυσικής» εκδοχής των προϊόντων που καταναλώνουν.

Η Creta Farms απαντά σε αυτή την ανάγκη μέσω της δημιουργίας καινοτόμων προϊόντων, όπως για παράδειγμα είναι η σειρά αλλαντικών χωρίς συντηρητικά και με 40% λιγότερο αλάτι και η σειρά Εν Ελλάδι gourmet γαλοπούλα και κοτόπουλο χωρίς συντηρητικά και με μειωμένο αλάτι. Δίπλα στις ανάγκες των καταναλωτών μας και έχοντας ως στόχο την προσφορά καινοτόμων προϊόντων, η Creta Farms δημιουργεί γευστικά προϊόντα με υψηλό διατροφικό προφίλ, προσφέροντας παράλληλα μια λύση προς τον καταναλωτή, ανώτερη και των παραδοσιακών προϊόντων, λόγω της ασφάλειας που μπορεί να προσφέρει μια μεγάλη εταιρεία.

Αλεξάνδρα Πλευράκη: Πράγματι, υπάρχει ευαισθητοποίηση των καταναλωτών σε προϊόντα ελληνικής παραγωγής. Στη Νίκας συγκεκριμένα, προχωρήσαμε σε στρατηγική συνεργασία με την Αμερικανική Γεωργική Σχολή, επισφραγίζοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τη δημιουργία της πρώτης και μοναδικής ελληνικής καπνιστής γαλοπούλας από γαλοπούλες της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής. Όντας παραδοσιακή ελληνική παραγωγική μονάδα, θεωρούμε ότι είναι η καλύτερη στιγμή να στηρίξουμε ακόμα περισσότερο την τοπική παραγωγή και την εθνική οικονομία γενικότερα, διαθέτοντας παράλληλα στους καταναλωτές μας ποιοτικά και γευστικά αλλαντικά σε ελκυστικές τιμές.

Το 2012, παρά την κρίση, ο κλάδος κράτησε τις δυνάμεις του, μετά βέβαια από μια διετία πτώσης (2009-2011). Πώς αιτιολογείτε αυτό το γεγονός;
Τζένη Λαχανά:
Πράγματι, ο κλάδος της αλλαντοβιομηχανίας και γενικότερα των τροφίμων επηρεάστηκε από την οικονομική κρίση, όπως άλλωστε και όλοι οι κλάδοι και γενικότερα η οικονομία της χώρας μας. Παρόλα αυτά, το 2012 φαίνεται ότι ο κλάδος επέδειξε μεγαλύτερη αντοχή και κατόρθωσε να κρατήσει τις δυνάμεις του. Σε αυτό το γεγονός συνέβαλλε κατά κύριο μέρος η ραγδαία ανάπτυξη των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, η οποία διαμόρφωσε νέα ζήτηση στον κλάδο αλλαντικών. Παράλληλα, η προσφορά εκπτώσεων σε προϊόντα, είτε από τις ίδιες τις εταιρείες, είτε από τα συνεργαζόμενα λιανικά καταστήματα βοήθησε με τη σειρά της στη διατήρηση των μεριδίων σε ικανοποιητικό επίπεδο για τα δεδομένα της εποχής.

Αλεξάνδρα Πλευράκη: Ο κλάδος των αλλαντικών αντιστέκεται στην κρίση για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με το ότι ο Έλληνας καταναλωτής περιόρισε τις εξόδους του και στράφηκε σε in house κατανάλωση και ο δεύτερος σχετίζεται με την ευκολία χρήσης των προϊόντων σε καθημερινή βάση, η οποία βοήθησε στο να διατηρηθούν τα μεγέθη της αγοράς.

Σε ποια κατεύθυνση η κρίση έχει αλλάξει την κατανάλωση αλλαντικών; Τι ζητά σήμερα ο καταναλωτής;
Τζένη Λαχανά:
Σαφώς τα τελευταία χρόνια, ακόμα και πριν την κρίση, οι καταναλωτές αναζητούσαν και συνεχίζουν να αναζητούν τρόφιμα που προάγουν τη σωστή διατροφή, αλλά ταυτόχρονα συνδυάζουν την υψηλή ποιότητα με την πλούσια γεύση. Παράλληλα, τώρα περισσότερο από ποτέ ο καταναλωτής αναζητά την υψηλότερη ποιότητα στην πιο συμφέρουσα τιμή. Επομένως, αναζητά το προϊόν που θα είναι γευστικό, αλλά ταυτόχρονα και καινοτόμο.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Creta Farms από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της και με όπλο την καινοτομία, κατάφερε να δημιουργήσει μια πρωτοποριακή, μοναδική στον κόσμο, τη σειρά Εν Ελλάδι, μια σειρά αλλαντικών από εκλεκτό κρέας µε εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, που κατάφερε να αλλάξει τη διατροφή, να απενοχοποιήσει τα αλλαντικά και κυρίως να απογειώσει τη γεύση. Επιπρόσθετα, οι καταναλωτές στην παρούσα οικονομική συγκυρία, επιλέγουν προϊόντα που ξέρουν ότι είναι ασφαλή και δεν ενέχουν κανένα κίνδυνο για την υγεία τους.

Η κρίση λοιπόν υπέδειξε ότι στηρίζει τις εταιρείες οι οποίες πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για την προσφορά κατάλληλων και ασφαλών προϊόντων. Αυτό γίνεται φανερό περισσότερο τώρα που έχει ξεσπάσει το διατροφικό σκάνδαλο με το κρέας αλόγου και η Creta Farms είναι η μόνη μεγάλη αλλαντοβιομηχανία, που έχοντας εξασφαλίσει την ασφάλεια και καταλληλότητα των πρώτων υλών και των προϊόντων της, δεν έχει πληγεί από την συγκεκριμένη υπόθεση.

Αλεξάνδρα Πλευράκη: Αναμφισβήτητα, η οικονομική κρίση επηρεάζει ευρύτερα τις καταναλωτικές συνήθειες και αυτό το βιώνουμε όλοι καθημερινά. Τόσο η μείωση του εισοδήματος, όσο και η αύξηση του ΦΠΑ στην κατανάλωση, αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες στη ζήτηση ενός προϊόντος, ακόμα κι αν αυτό ανήκει στην κατηγορία των τροφίμων. Ωστόσο, αυτό που θα πρέπει να επισημάνουμε είναι η στροφή των καταναλωτών προς τα ελληνικά brands.


Η ψυχολογία του καταναλωτικού κοινού, τη δεδομένη χρονική στιγμή, οδηγεί πολλούς στην τάση της οικιακής κατανάλωσης και αντίστοιχα στην προτίμηση των ελληνικών προϊόντων. Και αυτό είναι κάτι που ενισχύει την προσπάθεια όσων συμβάλλουν στην στήριξη της εθνικής οικονομίας, – ιδιαίτερα σήμερα -, επενδύοντας ταυτόχρονα στην αυθεντική προέλευση του προϊόντος. Στη δική μας περίπτωση, στην κατηγορία των αλλαντικών, η πτώση της κατανάλωσης δεν είναι σημαντική σε σχέση με άλλα τρόφιμα.

Η Νίκας στη δύσκολη αυτή συγκυρία, επενδύει στην ποιότητα και την αυθεντικότητα, με ακόμα αυστηρότερες προδιαγραφές και διαδικασίες παραγωγής, με ενδελεχείς εσωτερικούς και εξωτερικούς ελέγχους, με στόχο να ενισχύσει τη σχέση εμπιστοσύνης με τους καταναλωτές. Δεν είναι τυχαίο ότι αποφασίσαμε να ενισχύσουμε τις υποδομές μας με ένα σύγχρονο μηχάνημα ελέγχου DNA, ώστε να εγγυώμαστε σε όλα τα επίπεδα την ανώτερη ποιότητα και την αυξημένη ασφάλεια των προϊόντων μας. Πιστεύουμε ότι με τη συνέπεια και την επιβεβαίωση των προσδοκιών του καταναλωτή σε καθημερινή βάση θα έχουμε και καλύτερα αποτελέσματα.

Σας προβληματίζει η άνοδος των private label; Πώς αντιπαρέρχεστε την απειλή τους;
Τζένη Λαχανά:
Από τα τελευταία στοιχεία που δίνονται για την ελληνική αγορά, διαφαίνεται ότι η τάση προς τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας είναι ανοδική, ακολουθώντας και το παράδειγμα χωρών του εξωτερικού. Αν όμως παρατηρήσουμε πιο προσεκτικά, θα δούμε ότι παράλληλα με την αυξητική τάση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας αναπτύσσεται και η Creta Farms, η οποία απευθύνεται σε καταναλωτές οι οποίοι επιλέγουν με κύριο κριτήριο την υψηλή ποιότητα και την καινοτομία του προϊόντος. Μάλιστα, παρατηρείται ως τάση ότι σε περιόδους κρίσης οι καταναλωτές αυτοεκπαιδεύονται και γίνονται σοφότεροι, επιλέγοντας κατά κύριο λόγο ασφαλή επώνυμα προϊόντα.

Αλεξάνδρα Πλευράκη: Είναι αλήθεια ότι η οικονομική κρίση έκανε τους καταναλωτές να στραφούν απότομα σε πιο οικονομικές λύσεις ακόμα και για τη διατροφή τους όπως τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Στον κλάδο των αλλαντικών, τα private label φαίνεται να σημειώνουν αύξηση στο μερίδιό τους στο 26%, από 20% το αντίστοιχο περσινό εξάμηνο του 2012. Παρόλα αυτά εμείς στη Νίκας δεν θεωρούμε απειλή τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αλλά μια εναλλακτική με τη δική της δυναμική στη κατηγορία των αλλαντικών. Η Νίκας από τη δική της πλευρά έχοντας δημιουργήσει ισχυρούς δεσμούς με τους καταναλωτές, εδώ και περισσότερα από 40 χρόνια, φροντίζει να φέρνει στο καθημερινό τραπέζι προϊόντα στοχευμένα στις ανάγκες του σύγχρονου καταναλωτή, γευστικά και ποιοτικά.

Ακολουθείτε τη στρατηγική των προσφορών; Σε ποιο βαθμό και κάτω από ποια φιλοσοφία;
Τζένη Λαχανά:
Η στρατηγική των προσφορών αποτελεί για εμάς ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, ιδιαίτερα σε περιόδους λανσαρισμάτων νέων προϊόντων. Παρόλα αυτά η συγκεκριμένη στρατηγική δεν εφαρμόζεται σε μόνιμη βάση. Στόχος της Creta Farms είναι η συνεχής παρακολούθηση της αγοράς, προκειμένου να προσαρμοζόμαστε στην προσφορά προϊόντων με την υψηλότερη ποιότητα και την κατάλληλη τιμή. Αυτό επίσης επιτυγχάνεται μέσω του εύρους των προϊόντων που παράγουμε, όπως το 0-3%, το Φιλικό, η σειρά Εν Ελλάδι κλπ, δίνοντας στους καταναλωτές μας την ευκαιρία να επιλέξουν από μια σειρά προϊόντων.

Αλεξάνδρα Πλευράκη: Το εισόδημα της συντριπτικής πλειοψηφίας των καταναλωτών έχει συρρικνωθεί, με αποτέλεσμα αυτοί να είναι πλέον πιο προσεκτικοί και φειδωλοί στις αγορές τους. Ακόμη και οι καταναλωτές που δεν έχουν πληγεί ουσιαστικά από την οικονομική κρίση, περιορίζουν τις αγορές τους για προληπτικούς λόγους. Σε αυτό το πλαίσιο, η Νίκας, ως ενεργό μέλος της κοινωνίας στην οποία δραστηριοποιείται, οφείλει να ανταποδώσει την εμπιστοσύνη που τόσα χρόνια της δείχνουν οι καταναλωτές, προσφέροντάς τους συμφέρουσες λύσεις προς όφελος του οικογενειακού προϋπολογισμού.